Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Στις θάλασσες του Καββαδία

Με την Αλέκα Γράβαρη Πρέκα sigmalive.com



Άντε τώρα να το εξηγήσεις που το πρωινό το πούσι σε ταξιδεύει σ’ αγκαλιές πρωτόγνωρες. Μαζεμένη η θλίψη για όσα περνάμε κι οι φόβοι για όσα έρχονται, καλοί οι Σεφέρηδες κι οι Ελύτηδες, οι ηλιοπότες, καταφυγή σου τώρα οι θάλασσες του «κολασμένου», του μαρκόνη (ασυρματιστή δεν ήθελε ποτέ να τον λένε), του Νίκου Καββαδία. Μας σεριανά δεκάδες χρόνια τώρα με την ποίησή του. Πόνεσε ξέμπαρκος από το ’44 ώς το ’74, ώσπου ξαναμπάρκαρε στα φορτηγά. Ούτε η Μαντζουρία που τον γέννησε, ούτε η Κεφαλονιά, το νησί των γονιών του, ούτε ο Πειραιάς τον κρατούσε κι ας έλεγε η μάνα του πως η λαχτάρα του για τα ταξίδια «ήταν μια τρέλα νεανική που τώρα έχει περάσει». Μόνο μες στο καράβι ζούσε, παλεύοντας τον ασύρματο, νιώθοντας να κρατά στα χέρια του ζωές. Η μοναξιά του απαραίτητη, η αυτοσυγκέντρωση ανάγκη, η ευθύνη πρώτη και μόνη έννοιά του.

Ένα μαραμπού στην κουπαστή κοιτάζω
κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά
νομίζω πως στη μοναξιά και τη βλακεία του μοιάζω.
Μοναξιά που τη συντροφεύει μια γάτα.

Οι ναυτικοί στα φορτηγά μια γάτα πάντα τρέφουν
χωρίς να ξέρουν το γιατί, και λίγο πριν το θάνατό της,
στην άγρια θάλασσα την πετούν, με την καρδιά σφικτή,
σαν να ’χασαν θερμή γυναίκα, αγαπητή.

Πλάθει εικόνες:

Έπεσε το πούσι αποβραδίς, το καραβοφάναρο χαμένο,
ήρθες να με δεις κι όμως δεν μ’ είδες,
έχω απ’ τα μεσάνυχτα πνιγεί χίλια μίλια πέρα απ’ τις Εβρίδες.

Μέρες και μέρες το ίδιο γαλάζιο, νύχτες και νύχτες η ίδια σκοτεινά. Εκείνο το αφρικάνικο στιλέτο, οι ενοχές άραγε για όσα πέρα από κάθε όριο έζησε; Το δηλώνει: Αφού κανένα δεν μισώ για να σκοτώσω, φοβάμαι μην καμιά φορά το στρίψω στον εαυτό μου.

Ποίηση που συγκλονίζει κι ας έμεινε μέσα του η πίκρα που ο Σεφέρης ταξίδεψε μαζί του σε ποστάλι, μικρό καράβι, μα δεν καταδέχτηκε να του πει ούτε ένα γεια, σαν μην ήταν κι αυτός από τη μοναδική εκείνη ποιητική γενιά του ’30.

Τι πλούτος από λιμάνια βουτηγμένα στη λίγδα και την αμαρτία. Πόση αγάπη για εκείνες τις φτωχές πόρνες που σε κάθε λιμάνι ανακούφιζαν τους ναυτικούς, μέρες και μέρες χωρίς γυναίκα. Και πόσες ενοχές για «Κείνο τ’ αγόρι που το πλάγιασε ένας μαύρος στην κουκέτα». Περιγραφές μοναδικές, βγαλμένες απ’ τη φαντασία και την ψυχή του, λες και τα ’χε ποτέ ζήσει όλα αυτά. Σκύβεις στα γραφτά του: «Τραβέρσο», «Μαραμπού», «Το πούσι», «Λι», «Του Πολέμου», «Στο άλογο».


Έμεινε ζωντανή η εικόνα του, νάτος, ακουμπισμένος στην κουπαστή με το τσιμπούκι, το φανελάκι, λιγομίλητος, όλος ένα χαμόγελο να ρουφάει τις θάλασσες που με λύσσα κυνηγούσε. Στις θάλασσες αυτές μας ταξιδεύουν τα γραφτά του. Και έγινε όπως η τσιγγάνα η Fata Morgana του το προείπε: Τ’ όνειρό του να θαφτεί μια μέρα σ’ αγριεμένη θάλασσα στις μακρινές Ινδίες έμεινε στα χαρτιά. Έγινε αυτό που φοβόταν: Είχε «ένα θάνατο αργό και θλιβερό πολύ και μια κηδεία σαν όλων των ανθρώπων τις κηδείες». Το πούσι δεν τον σκέπασε όπως τ’ ονειρεύτηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου