Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

"τα δύο αδελφάκια" γράφει η ¨Αννυ Τυχαίου


"Τα δύο αδελφάκια" 

της Άννυ Τυχαίου 


Έπλενε η Βασιλική και αναθεμάτιζε την ώρα που γεννήθηκε. Σήμερα βρήκε να πάει να ψωνίσει μουρμούριζε καθώς έτριβε τα ρούχα με μανία, θαρρείς και αυτά της έφταιγαν, εκεί προσπαθούσε να βγάλει την πίκρα και την οργή που είχε μέσα της. Μέρα μπουγάδας σήμερα, μεγάλη φαμελιά και την είχε αναλάβει αυτή αν και είχαν γυναίκα για τέτοιες δουλειές μα άρρωστη ήταν και σαν επίτηδες να το έκανε η μάνα της, επέμενε να κρατηθεί το πρόγραμμα, Αυτή όμως την κοπάνησε, πήγε στην κοντινή πρωτεύουσα του νομού για ψώνια, μέρες γιορτινές πλησίαζαν και με την ευκαιρία αυτή θα επέστρεφε με τα δυο μεγάλα της εγγόνια, πήγαιναν στο γυμνάσιο και έμεναν στο σπίτι που είχαν και εκεί. Μόνο Σαββατοκύριακα, γιορτές και καλοκαίρια ερχόταν στο χωριό πλέον.
Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο της με την ανάποδη του χεριού, έβαλε κι άλλα ξύλα στη φωτιά που ξημερώματα είχε ανάψει. Κάτω από το υπόστεγο ήταν το πλυσταριό και παραδίπλα και η εστία με το μεγάλο καζάνι που έβραζαν το νερό για την μπουγάδα. Είχε πολλά ακόμα να κάνει σήμερα και βιαζόταν να τελειώσει. Σε μερικές μέρες θα είχαν και ασπρίσματα, Πάσχα ερχόταν και ο ασβέστης κόχλαζε στη γούρνα που είχαν ανοίξει δίπλα στον μεσότοιχο που χώριζε την αυλή του σπιτιού από τον περίγυρο του σχολείου.
Αμάν κι αυτά τα παιδιά, τι σκούζουν έτσι μονολόγησε, διάλειμμα θα έχουν αλλά τον τόπο ξεσηκώνουν με τις φωνές τους. Ευτυχώς που τα δικά μου παιδιά δεν είναι έτσι σκέφτηκε, έδωσε ο Θεός και βγήκαν ήσυχα και καλόβολα. Η μικρή μόνο ήταν ζωηρούτσικη και απρόβλεπτη αλλά που θα πήγαινε, θα την έστρωνε κι αυτήν η γιαγιά της, είχε τον τρόπο της. Τώρα ήταν με τον παππού της, που έτυχε να μην έχει δουλειές σήμερα και ανέλαβε να προσέχει τα δυο μικρότερα εγγόνια του, τον Κωστάκη και την Αννούλα, την τσαούσα όπως την έλεγαν.
Έλεος πια με αυτές τις φωνές τους μουρμούρισε, της πονούσε και η μέση από το σκύψιμο στη σκάφη, ακόμα να τελειώσει το διάλειμμα τους...μα τι φωνάζουν αναρωτήθηκε και έστησε αυτί...παιδί, τι παιδί....παιδί στον ασβέστη;;; Κρύος ιδρώτας την έλουσε, παράτησε τα ρούχα και άρχισε να τρέχει πανικόβλητη προς τον λάκκο, με την άκρη του ματιού της είδε τον πατέρα της στην αυλόπορτα, που μιλούσε με τον δάσκαλο, τον νονό της Αννούλας...μα τα δυο μικρά δεν ήταν μαζί του...
Σύγκρυο την έπιασε, πατέρααααα έβγαλε κραυγή μεγάλη, δίχως να σταματήσει να τρέχει, κάποιο παιδί έπεσε στον ασβέστη. Με το που κόντεψε, είδε την μικρή να στέκει όρθια, μέχρι τη μέση στη γούρνα, με τα κόκκινα ρουχαλάκια της να φαντάζουν μέσα στο λευκό. Την βούτηξε από τους ώμους και βιαστική κίνησε προς το πλυσταριό, να την πλύνει, να φύγει ο ασβέστης από πάνω της πριν την κάψει. Στον πατέρα της πάνω σκόνταψε που έφτασε κι αυτός μαζί με τον κουμπάρο, ο Κωστάκης που είναι τον ρώτησε μα απόκριση δεν πήρε και κοντοστάθηκε...σαν χαμένος την κοιτούσε, μαζί και τα δυο ήταν ψιθύρισε...
Γύρισε προς τον λάκκο, μα τίποτα δεν είδε, ένας πάσσαλος μόνο επέπλεε και μια μικρή μπλε κουκίδα αμυδρά φαινόταν...μπλε πουλόβερ φορούσε σκέφτηκε, την Αννούλα χάμω παράτησε, τα χέρια της μέσα στον ασβέστη έχωσε και τον Κωστάκη, κάτασπρο, από κει μέσα ανέσυρε...
Όπως στην πορεία τους είπε, η Αννούλα στον μεσότοιχο πήγε, από τον πάσαλο στηρίχτηκε, στο σχολείο ήθελε να πάει, αν και της είπε ότι δεν κάνει, αυτή εκεί, αγύριστο κεφάλι. Μα βγήκε ο πάσσαλος και την παρέσυρε, έπεσε στη γούρνα, με τα πόδια ευτυχώς, ο αδελφός της έσκυψε να τη βοηθήσει να βγει μα έπεσε με το κεφάλι, τον σκέπασε ο ασβέστης, κόντεψε να πνιγεί...και όχι μόνο...
Έκανε καιρό να αναρρώσει, όσο καλά όμως και να τον έπλυνε, τα ματάκια του δεν άνοιγαν, σε όσους γιατρούς και να τον πήγαν, ελπίδες δεν τους έδιναν πως θα ξαναδεί...η μικρή ήταν καλά, μόνο κάτι ψιλοεγκαύματα στα ποδαράκια της είχε, τίποτα άλλο. Όλη μέρα παρέα του έκανε, μαζί του στο γωνιακό δωμάτιο που έβλεπε στον δρόμο και στην πλατεία του χωριού τα δυο τους καθόταν, στα πέντε αυτός, 16 μήνες μικρότερη η Άννα μα πιο ανεπτυγμένη. Ότι έβλεπε του έλεγε, ακόμα και τίποτα να μην έβλεπε πάλι έλεγε, νωρίς μίλησε και πολυλογού ήταν και θα τον ζάλιζε σκεφτόταν η Βασιλική μα την άφηνε.
Οι γονείς της πήγαν σήμερα μαζί στην πόλη, τα τελευταία ψώνια για το Πάσχα να κάνουν, μια μεγάλη λαμπάδα, όσο και το ύψος του Κωστάκη τους είπε να φέρουν να την ανάψουν, μέρες που ήταν, η τελευταία της ελπίδα.
Ενώ έπλαθε τα τσουρέκια, άλλος μπελάς κι αυτός, άκουγε τα κουδουνάκια από το κοπάδι, που οι βοσκοί του πατέρα της από τα βοσκοτόπια στο χωριό κατέβασαν. Μπροστά από το σπίτι περνούσαν, στην πλατεία στάση έκαναν και εκεί ερχόταν οι οικογενειάρχες να διαλέξουν τον οβελία, που ανήμερα του Πάσχα θα σούβλιζαν.
Η πολυλογού, όνομα και πράμα, ακουγόταν που το κοπάδι σχολίαζε, η φωνή της ακόμα και τον θόρυβο από τα πρόβατα σκέπαζε σκέφτηκε και λυπημένη χαμογέλασε καθώς τα μοσχομύριστα τσουρέκια της στα ταψιά αράδιαζε.
Μα κει δα αναπήδησε...άκουσε σωστά η ιδέα της ήταν...Τα χέρια της βιαστικά στην ποδιά της σκούπισε και στα μικρά έτρεξε. Όρθια και τα δυο τους, μπροστά στο παράθυρο με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα στεκόταν. Με ορθάνοικτα τα ματάκια τους στην πλατεία κοιτούσαν και ο Κώστας, ναι και αυτός ανοιχτά τα είχε και συνέχεια έλεγε...
-Βλέπω, τα βλέπω τα αρνάκια Αννούλα, τα βλέπω!
Και όντως έβλεπε, η λαμπάδα ίσα με το μπόι του που έταξε, έκανε το θαύμα της κι ας μην πρόλαβαν να την ανάψουν όλοι είπαν. Όπως και να χε το πράμα, θαύμα η όχι, τα ματάκια του άνοιξαν, έβλεπε και δεν του έμεινε και κανένα άλλο κουσούρι.
Από τότε όμως αχώριστα τα δυο αδελφάκια κι αυτό όχι επειδή το ήθελε ο Κώστας...η Άννα επέμενε να τον συνοδεύει παντού, κατά κάποιον τρόπο υπό την προστασία της τον πήρε. Κλειστό παιδί και χαμηλών τόνων αυτός, ακόμα και όταν τον έδερναν τα άλλα παιδιά, χέρι δεν σήκωνε, ούτε καν αμυνόταν. Σπίτι κλαίγοντας ερχόταν, η Βασιλική μπούχτισε, είχε κουραστεί από αυτό το βιολί, χέρια έχεις κι εσύ του έλεγε, μάθε να τα χρησιμοποιείς.
Τσαούσα και αντάρτης η μικρή, στην άκρη τον έπαιρνε και κρυφά ρωτούσε ποιος τον έδειρε. Και αφού το όνομα του δράστη μάθαινε, βολίδα γινόταν, έτρεχε και για τον αδελφό της αυτή καθάριζε. Μια σπιθαμή ανθρωπάκι μα σιγά σιγά έγινε ο φόβος και τρόμος αυτών, που τον αδελφό της ταλαιπωρούσαν, σωματική δύναμη μπορεί να μη διέθετε αλλά τσαγανό και θάρρος την χαρακτήριζαν. Τον πρόσεχε για πολύ καιρό, μέχρι τα εφηβικά τους χρόνια, όπως κι αυτός την πρόσεξε όταν ήταν πολύ πιο μικρός. Μόνο στο τέλος δεν τα κατάφερε, προσπάθησε μα δεν μπόρεσε από τον άγνωστο να τον προστατέψει, να τον σώσει, μέσα από τα χέρια της μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τον πήρε...

Ήταν πολύ δυνατός ο αντίπαλος του αδελφού της και πρόσφατος εχθρός του...και δικός της βασικά, όπως διαπίστωσε, ανοιχτούς λογαριασμούς από καιρό είχαν και έχουν οι δυο τους... μα τον πολεμά, τον αγώνα τόσο εύκολα δεν παρατά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου