Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

"Στα τραίνα - ο Δήμος, Μέρος 2ον" ,γράφει η Άννυ Τυχαίου


"Στα τραίνα-ο Δήμος,Μέρος 2ον"

Σιγοτραγουδούσε ο Δήμος, ήταν χαρούμενος σήμερα, έφτασε επιτέλους η μέρα που το όνειρο τους θα γινόταν πραγματικότητα. Το πήραν απόφαση, από κοινού μεν αλλά την πίεσε και αυτός λίγο, φοβόταν η Μαρίτσα μα κατάφερε να την πείσει. Θα φύγουμε της είπε, θα πάμε να ζήσουμε μακριά από δω και θα δεις που κάποια στιγμή θα μας ζητήσουν να γυρίσουμε πίσω, θα αποδεχτούν το γεγονός, δε θα μπορούν να κάνουν και αλλιώς, θα δεις!

Κανόνισε τα πάντα για τη φυγή τους, ραντεβού στο σταθμό αφού πρώτα περάσεις από το καφενείο της έλεγε και ξανάλεγε, μπας και ξεχάσει τα λόγια του. Εκεί έξω θα αφήσω το ποδήλατο μου, όταν το δεις φύγε, πήγαινε στο σταθμό και περίμενε με.

Σουρούπωσε για τα καλά, εξυπηρετούσε τους λιγοστούς πελάτες και ανυπομονούσε να περάσει η ώρα, να φύγει. Κάποιος κάτι του είπε, κούνησε το κεφάλι αν και δεν κατάλαβε τι έλεγε, αλλού ήταν το μυαλό του, τη νέα ζωή που θα άρχιζε σε λίγες ώρες σκεφτόταν.

Το μεγάλο ρολόι στον τοίχο κοίταξε, κόντευε 8 η ώρα, την ποδιά του πάνω στον πάγκο πέταξε, πάω μια βόλτα στον μικρότερο αδελφό του είπε και βγήκε έξω πριν καν την απάντηση του ακούσει. Στο σημείο που είχε αφήσει το ποδήλατο κατευθύνθηκε μα δεν το είδε. Σαν τρελός να το ψάχνει άρχισε, πέρα δώθε πήγαινε, πουθενά αυτό, δεν είναι δυνατόν μουρμούριζε, εδώ το άφησα, τι έγινε, που πήγε να πάρει και να σηκώσει...

Επί μέρες έκλαιγε και χτυπιόταν, σαν πληγωμένο ζώο ούρλιαζε, κλειδωμένος σε ένα δωμάτιο, στο σπίτι του μεγάλου αδελφού του...εκεί βρήκε καταφύγιο μετά από το κακό που τον βρήκε, απομονώθηκε και θρηνούσε τον άδικο χαμό της Μαρίτσας, της χαμένης του αγάπης που τέλος στη ζωή της άδικα έδωσε νομίζοντας πως την εγκατέλειψε. Πως λόγια του αέρα της έλεγε και σαν το ποδήλατο του δεν είδε, στον σταθμό πήγε, εκεί που ήταν να συναντηθούν και μαζί μια νέα ζωή να αρχίσουν. Και μη έχοντας άλλη επιλογή, ο Δήμος την παράτησε, ντροπιασμένη και στιγματισμένη σπίτι της να γυρίσει δε μπορούσε, τα αδέλφια της θα την σκότωναν, να δώσει η ίδια τέλος στη ζωή της προτίμησε.

Όσα δεν φέρνει ο χρόνος λένε τα φέρνει η ώρα, και εκείνη την ώρα έτυχε να θέλει να δανειστεί ένας πελάτης το ποδήλατο, να τον ρωτήσει αν μπορεί και ο Δήμος χαμένος στις σκέψεις του τις χαρούμενες, καταφατικά το κεφάλι να κουνήσει...και αυτό θα άλλαζε τη ζωή του για πάντα και θα έκοβε το νήμα μιας άλλης, της μεγάλης του αγάπης, της Μαρίτσας.

Έκοψε τους δεσμούς με τους δικούς του ο Δήμος, μόνο με τον μεγάλο του αδελφό κράτησε επαφή, έμεινε λίγο καιρό σπίτι του και αρνιόταν πεισματικά να δει τους υπόλοιπους κι ας ερχόταν κάθε μέρα, ας τον παρακαλούσαν. Ανένδοτος αυτός, το σφάλμα σε αυτούς το έριχνε, αν δεν ήταν εναντίον τους, αν δεν απέρριπταν το γάμο του με τη Μαρίτσα, δε θα συνέβαινε το κακό.

Και να που τώρα ήταν εδώ, εδώ που θα συνατιόντουσαν, το λόγο του κράτησε, ήρθε έστω και μόνος στον σταθμό, εδώ που στις ράγες του έσβησε μια ζωή αντί να αρχίσουν μια νέα, οι δυο τους και μαζί.

Έφυγε ο Δήμος με ένα τρένο, ίσως να ήταν και το ίδιο, πήγε μακριά μόνος του, αυτοεξόριστος μετανάστης με τις αναμνήσεις και τον πόνο του αποσκευές, και το παράπονο για το άδικο να του τρώει την ψυχή. Έφτασε στο σταθμό του Λεβερκούζεν, σταθμός ολόκληρης ζωής γι αυτόν. 

Τριάντα ολόκληρα χρόνια έκανε να πατήσει το πόδι του στην πατρίδα του, να την ξεχάσει προσπαθούσε και όταν νόμισε πως το κατάφερε επέστρεψε...για να ξαναφύγει και να μην ξαναγυρίσει πλέον ποτέ πια.-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου