Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

"το πεταγμένο ασχημόγατο ", γράφει η Άννυ Τυχαίου

"πεταγμένο ασχημόγατο" 

Στην Ελλάδα και στους γονείς μου με τα παιδιά μου, 
διακοπές και φυγή από τη ρουτίνα και τα προβλήματα
της καθημερινότητας κι  εγώ να απολαμβάνω το βράδυ 
στη βεράντα του πατρικού μου, γεμάτη με φυτά και 
λουλούδια.
Πράσινο χέρι είχε η μάνα μου, τα αγαπούσε και τα 
φρόντιζε, τίποτα δεν της χαλούσε, το αντίθετο εγώ...
μόνο που τα έβλεπα μαραινόντουσαν.

-Μαμά, μαμά, κοίτα τι βρήκα, άκουσα τον δεκάχρονο γιο μου να φωνάζει, μια φωνή γεμάτη χαρά και ενθουσιασμό. 

Έσκυψα και τον είδα να προσπαθεί να ανοίξει την 
καγκελόπορτα, κάτι κρατούσε στα χέρια του. Κατέβηκα 
τις σκάλες στα γρήγορα και περίεργη του άνοιξα να 
μπει, ένα τελάρο κρατούσε και μέσα σε αυτό διέκρινα να κουνιέται κάτι.
 Κάτι; Χμμμ πέντε μικρά γατάκια ήταν, ίσα με την παλάμη
 μου το καθένα.

-Να τα κρατήσουμε μαμά, σε παρακαλώ άκουσα τη φωνή του να μου λέει, ήξερε την απάντηση μου, την φοβόταν.
-Όχι μωρό μου, δεν γίνεται, θα τα πας πίσω, εκεί που τα βρήκες. 
-Μαμά, μαμά δεν τα θέλουν, στο δρόμο τα βρήκα, τα 
πέταξαν.
-Αποκλείεται να είναι έτσι, θα τα πάμε μαζί είπα και του πήρα το τελάρο από τα χέρια, δείξε μου που τα 
βρήκες. 

Με ακολούθησε αμίλητος και στεναχωρημένος, στην 
επόμενη γωνιά έστριψε προς τα αριστερά και μου 
έδειξε με το χεράκι του, πάντα αμίλητος, τη νησίδα 
στη μέση του δρόμου. Μπα, λάθος θα κάνει, θα μπερδεύτηκε, σκέφτηκα και 
τον ρώτησα που ακριβώς.

-Εδώ, εδώ μαμά, δεν βλέπεις το γατάκι που είναι 
πεθαμένο κει χάμω;
 Κάτι μαυρόασπρο έβλεπα, μα δε διέκρινα τι ήταν, σαν πλησίασα είδα ότι ήταν όντως ένα γατάκι, το καημένο 
δε θα άντεξε και ψόφησε, επέζησαν τα πέντε αδελφάκια του, που μου έφερε ο γιος μου. Τα πέταξαν οι απάνθρωποι, τα πέταξαν στη μέση του δρόμου με τη σιγουριά ότι
 η από πείνα και δίψα θα πήγαιναν η από κάνα αυτοκίνητο 
αν και όταν κατάφερναν να περπατήσουν.
-Είδες μαμά, άκουσα τη φωνούλα του γιου μου, έτρεμε και 
γύρισα και τον κοίταξα, τα μάτια του γεμάτα δάκρυα και λύπη.
-Είδα ματάκια μου, μα δε μπορούμε να τα κρατήσουμε, η γιαγιά έχει ήδη 5,6 γάτες κι εμείς θα φύγουμε σε λίγο καιρό,
σαν τελειώσουν οι διακοπές μας και δεν μπορούμε να τα 
πάρουμε μαζί μας,το ξέρεις αυτό. Πάμε να ρωτήσουμε στη 
γειτονιά, μπας και τα θέλει κάποιος, έλα πάμε. Με μισή καρδιά με ακολούθησε, έσερνε τα ποδαράκια του με σκυμμένο το κεφάλι μα δεν είχε και άλλη επιλογή.
Από καιρό μου ζητούσε ένα ζωάκι, σκύλο αρχικά και όταν του είπα ότι είναι δύσκολο να κρατήσουμε ένα σκύλο φυλακισμένο 
μέσα σε ένα διαμέρισμα, μόνο του όταν θα λείπουμε εμείς και 
ότι πρέπει να τον βγάζουμε και έξω συχνά τότε πρότεινε γάτα. Και η γάτα έχει ευθύνες του έλεγα, δεν είναι παιχνίδι που 
όταν το βαρεθούμε το αφήνουμε σε μια γωνιά και το 
θυμόμαστε σαν δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε. Και 
τώρα έβλεπε και την τελευταία του ελπίδα, ουρανοκατέβατη 
ευκαιρία, να χάνεται. 
Σκόνταψα στο πεζοδρόμιο, μου έπεσε ένα γατάκι, μαύρο και 
άσχημο, με μυτερά αυτάκια σαν διαολάκι φαινόταν, έσκυψε 
και το σήκωσε,το πήρε αγκαλιά με τρομερή προσοχή, το χάιδευε
 και βάδιζε δίπλα μου αμίλητος. 
Διέσχισα τον Εγγλέζικο δρόμο καιτη γέφυρα του Πελεκά, πήγα 
Αρκετά μακριά τελικά σε γειτονιά καινούρια με νεόκτιστα 
κτίρια και μονοκατοικίες, εκεί θα έβρισκα σίγουρα κάποιους
που όλο και θα ήθελαν γατάκι. 
Ρωτούσα όσους έβλεπα, τα περιεργαζόντουσαν, 2 μαυράκια, 
ένα παρδαλό, ένα ασπρόμαυρο και ένα γκριζούλι. Το παρδαλό το διάλεξαν πρώτο, ακολούθησαν το γκρίζο και το ασπρόμαυρο, έμειναν τα μαύρα, το ένα στο τελάρο και το άλλο στην αγκαλιά του γιου μου, που σαν θησαυρό και με τρυφερότητα κρατούσε.
 Ένα παιδάκι, κρεμασμένο από το χέρι μιας  μεσήλικης, 
προφανώς της γιαγιάς του, τον ρώτησε αν μπορεί να το πάρει 
κι αυτό αγκαλιά.
Έλαμψε το προσωπάκι του, του το έδωσε με προσοχή και κάτι 
του έλεγε, μαύρο σκοτάδι γύρω μας, ήταν αργά, περασμένα μεσάνυχτα και απόρησα τι έκαναν τέτοια ώρα έξω και την ίδια 
στιγμή σκέφτηκα πως κι εμείς έξω ήμασταν, κοντά 5 ώρες 
με την ελπίδα να βρω ανθρώπους φιλόζωους, να πάρουν τα 
γατάκια που βρήκε ο κανακάρης μου.
Ένα νιαούρισμα δυνατό και άγριο με έβγαλε από τις σκέψεις
μου, ένας τετράπαχος γάτος είχε ορμήσει στο διαολάκι το γατάκι που είχε κατεβάσει ο γιος μου κάτω και παρακολουθούσαν μαζί με τον άλλο μικρό, τις προσπάθειες που έκανε να περπατήσει. Σαν αστραπή όμως τα 2 μικρά 
το προφύλαξαν, κλοιό με τα χεράκια τους έκαναν να το σώσουν. 
Γιαγιά, μπορούμε νατο πάρουμε ρώτησε το αγοράκι τη γυναίκα μα πριν καν προλάβει αυτή να απαντήσει πετάχτηκε ο γιος μου λέγοντας πως και το άλλο ίδιο ήταν, ολόιδιο. Κοιταχτήκαμε
 στα μάτια εμείς οι μεγάλες,χαμογέλασε η μεσήλικη.
 -Θα πάρουμε το άλλο Μανώλη, έχει πιο ωραία αυτάκια αυτό. Ο μικρός συμφώνησε,άλλο που δεν ήθελε,το πήρε αγκαλιά,
 ευχαρίστησα τη γυναίκα και καληνύχτισα. 
Κουρασμένη ήμουνα, μας έμεινε το ένα, το πιο άσχημο τελικά
 μα δεν άντεχα άλλο, με είχαν καταφάει και τα κουνούπια,
 είχε μπόλικα εδώ λόγω του χειμάρρου. 
-Πάμε σπίτι αγόρι μου είπα,θα ψάξουμε αύριο να βρούμε
 Κάποιους να δώσουμε και αυτό, πάμε.
Μα το αύριο ήταν αργά, κρατάει 17 ολόκληρα χρόνια τώρα, το παρατημένο και πεταγμένο ασχημόγατο μαζί μας το πήραμε, το αγαπήσαμε όλοι και πίσω δε θέλαμε, δε μπορούσαμε να το αφήσουμε.
Ένα πρόβλημα μόνο μαζί του είχαμε...όσα ονόματα και να του δώσαμε, σε κανένα δεν άκουγε, σημεία ζωής δεν έδινε. Μα σαν άκουγε: Που είσαι εσύ, αμέσως εμφανιζόταν, βλάχα μας 
προέκυψε και έτσι πλέον τη βαφτίσαμε, τη φωνάζαμε και φωνάζουμε...Πουσσισσυ!
Α ναι,και μετά από 8 χρόνια απέκτησε και παρέα η Πουσσισσυ,
μια παρδαλή και ζωηρή, την Αλεγκρα,

 εγχώρια αυτή, όχι εισαγωγής .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου