Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

"η σπορά της νύχτας" γράφει ο Γιώργος Βλαχάκης

"η σπορά της νύχτας" 

Μια φορά, που λες, ήτανε ένας που μιλούσε κι έβγαζε φωτιές.

Κανείς δε τον πλησίασε και κανείς δε του μιλούσε. Μόνο με τα ποτάμια και με τα κύματα έπιανε κουβέντα.

Μια φορά, απόβραδο ήταν, του παρουσιάστηκε μια γυναίκα, που ήταν ντυμένη με νερό και το πρόσωπό της είχε βροχή και το κορμί της ήταν παφλασμός μόνο.

Όταν τη φίλησε βράχηκε η φωτιά κι όταν της μίλησε ξετίναζε τα μαλλιά της η φωτιά, να φύγει το νερό κι απλώθηκε πάνω της δίχως να την καίει.
Κάνανε εκείνη τη φορά πολλά, που η γλώσσα μου κομπιάζει να τα πει.

Από τότε όλοι στο καφενείο μιλούσαν με φλόγες στα μάτια καθώς ανιστορούσαν όσα είδαν κείνο το απόβραδο κρυμμένοι πίσω από τα όνειρα τους.

Κι αυτός, από τότε, όταν χαμογελούσε βγαίνανε θάλασσες και κύματα και βροχές και πλημμύριζαν το τόπο.

Κι οι μανάδες φυλούσαν όλη μέρα κι όλη νύχτα τη παρθενιά των θυγατέρων τους, που τις έβλέπαν ακοίμητες να χαϊδεύονται και να χουν μια φλόγα μέσα στα μάτια τους , τέτοια που έκάνε τους άντρες να μουρμουρίζουν λόγια ακατάληπτα όταν τις κοιτούσαν.

Μια Τετάρτη θαρρώ πέρασε από τον τόπο τους ο Θεός.
Τον είδε εκείνον που μιλούσε κι έβγαζε φωτιές κι αμέσως τον έκανε άγγελο.

Κι ο τόπος ησύχασε.
Κι οι παρθένες έγιναν ξανά θλιμμένες.
Κι οι άντρες καυγάδιζαν εύκολα.
Και τα ποτάμια στέρεψαν.
Κι η θάλασσα βούρκιασε.
Κι η γη μαράθηκε.

Λένε όμως πως η σπορά της νύχτας εκείνης, της ολόκληρης, ζει.
Κι έχει λένε δέρμα από αγκάθια και μάτια από σύννεφα και χέρια από σκοινιά και πόδα από φύκια κι όταν μιλά νυχτώνει ο κόσμος για να μη φαίνεται και την κλέψει ο θεός και τη κάνει άγγελο.

γ.β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου