Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

"στα τραίνα- η Μαρίτσα, Μέρος 1ον " γράφει η Άννυ Τυχαίου

"στα τραίνα-η Μαρίτσα,μέρος 1ον " 

Έτρεχε στο σούρουπο η Μαρίτσα και σκεφτόταν, πως πήρε το θάρρος επιτέλους να κάνει αυτό το βήμα που θα άλλαζε τη ζωή της και πως γυρισμός, μετά από αυτό, δεν υπάρχει.

Δεν έχουμε άλλη λύση της έλεγε από καιρό ο Δήμος, θα κλεφτούμε και θα το σκάσουμε, θα φύγουμε από δω. Αγαπιόντουσαν 2 χρόνια τώρα μα οι δικοί του δεν την ήθελαν, παρακατιανή τη θεωρούσαν κι ας είχαν και μια μακρινή συγγένεια. 

Σκόνταψε κάπου και έπεσε, της έφυγε και η μικρή βαλιτσούλα από τα χέρια, φοβήθηκε, μα σαν είδε που ήταν τρόμαξε. Είχε φτάσει κιόλας στα Ευαγγελικά, όπως τα έλεγαν, στο πεζούλι της Εκκλησιάς σκόνταψε, μέσα στις σκέψεις της ούτε που κατάλαβε ότι έφτασε κιόλας στην συνοικία των Ευαγγελικών. Κακό σημάδι της φάνηκε μα απόμερα πήγαινε, δεν ήθελε να πέσει πάνω σε γνωστούς και έκανε κύκλο για να πάει στο κέντρο της επαρχιακής πόλης όπου ζούσαν.

Εκεί, έξω από το καφενείο μας θα αφήσω το ποδήλατο, της είχε πει ο Δήμος, σημάδι ότι όλα είναι εντάξει και κανόνισα τα πάντα για να φύγουμε, να αρχίσουμε μια νέα ζωή μακριά από εδώ, από αυτούς, αφού δε μας αφήνουν να παντρευτούμε. Σαν το δεις φύγε, πήγαινε στο σιδηροδρομικό σταθμό και περίμενε με εκεί.

Λίγα λόγια έγραψε η Μαρίτσα, το γράμμα το άφησε πάνω στο τραπέζι, θα το έβλεπαν οι δικοί της όταν θα έστρωναν για το βραδινό φαγητό...
Φεύγω μαζί με τον Δήμο, θα κλεφτούμε και θα πάμε να ζήσουμε αλλού, μακριά από εδώ, συγχωράτε με για την ντροπή και το ρεζιλίκι μα δεν έχω άλλη επιλογή.

Σήκωσε τη βαλιτσούλα της, παλιά και ταλαιπωρημένη σαν και αυτήν και συνέχισε να περπάτα, χαμένη στις σκέψεις της...από τη μια χαιρόταν που επιτέλους θα μπορούσαν να χαρούν τον έρωτα τους κι από την άλλη έτρεμε το φυλλοκάρδι της. Απορούσε με τον ίδιο της τον εαυτό, που κατάφερε να πάρει την απόφαση, δύσκολη και τελεσίδικη, τα αδέλφια της θα την σκότωναν αν το ήξεραν, δεν θα άντεχαν την ντροπή. Η πράξη της αυτή θα στιγμάτιζε το όνομα τους για πάντα, μόνο ο φόνος της θα το ξέπλενε και ναι, ήταν ικανοί να το κάνουν και αυτό, με καθαρό κούτελο ήθελαν να κυκλοφορούν έλεγαν και τόνιζαν πάντα.

Έφτασε στη λαχαναγορά, εκεί κοντά ήταν και το καφενείο, μετά από τη στροφή θα έβλεπε το ποδήλατο, το σημάδι να φύγει για τον σταθμό, η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο δυνατά, μα σαν τα μάτια της πουθενά δεν το είδαν, σταμάτησε. Της κόπηκαν τα γόνατα, νόμισε πως θα λιποθυμήσει, δεν είναι δυνατόν σκεφτόταν...με πούλησε, άλλαξε γνώμη και τώρα τι θα κάνω, πως, με τι μούτρα να γυρίσω σπίτι, θα έχουν βρει το γράμμα που άφησα, θα με σκοτώσουν!


Κόντευε πια να ξημερώσει όταν με βαριά καρδιά και κλαίγοντας, την κατεύθυνση για τον σιδηροδρομικό σταθμό, για τα τρένα πήρε, δεν είχε που να πάει, δεν είχε κανέναν, μόνο αυτός ο δρόμος της έμενε τώρα πια...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου