Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

"Φωτεινή, Φωτεινούλα, Φούλα",'Αννυ Τυχαίου

"Φωτεινή, Φωτεινούλα, Φούλα"

Καλοκαίρι, φύλλο δεν κουνιόταν, τα τσιμέντα έκαιγαν, καύσωνα είχε πάλι.
Πήρε τα παιδιά της και άραξε στην πανσιόν του αδερφού της, δίπλα στη θάλασσα, διακοπές ήρεμες, χαλαρές και προπάντων απόσταση από προβλήματα, ό,τι καλύτερο αυτή την περίοδο της ζωής της. 
Χτύπησε το τηλέφωνο μεσημεριάτικα, ο νους τους αμέσως στο κακό μα καπάκι ηρέμησε, τα παιδιά κοιμόντουσαν στα κρεβάτια τους. Η αδερφή της ήταν, δεν κατάλαβε αρχικώς τι έλεγε μα στην πορεία το συνειδητοποίησε...πέθανε η γιαγιά, αύριο θα γίνει η κηδεία της στο χωριό, θα έρθεις; Ναι, ναι είπε και το μυαλό της πήγε στη μητέρα του πατέρα της, μια μαυροφορεμένη σκιά που μετρημένες φορές είχε δει στη ζωή της...μα και πάλι γιαγιά μου ήταν σκέφτηκε και κούνησε το κεφάλι της.
Χρόνια είχε να πάει, δεν την έδενε τίποτα πλέον με αυτό. Κάτι αναμνήσεις μοναχά ξεθωριασμένες κι αυτές, από τον χρόνο αλλαγμένες. Όχι ότι ήταν μακριά από την γενέτειρα της, όχι ότι πήγαινε σπάνια εκεί. Ισα ίσα, η βάση της ήταν αλλά ένιωθε αλλιώς, όχι όπως τότε που ήταν παιδί και περίμενε πως και πως στο χωριό να πάει. 
Τα παπούτσια της από τα πόδια της να πετάξει και στους μαχαλάδες να βγει, να περπατήσει, ελεύθερη με την επαφή αυτή και τη φύση να νιώσει.
Την επομένη πήρε το αυτοκίνητο του αδερφού της και βγήκε στο δρόμο για το ημιορεινό χωριό, μόνη της. Τα παιδιά δεν θέλησαν να πάνε μαζί της, ούτε κι αυτή το ήθελε η αλήθεια, ο αδερφός της είχε δουλειές. Οδηγούσε σαν υπνωτισμένη, τόσα χρόνια να έρθει εδώ αλλά τη διαδρομή την ήξερε, σα να μην είχε λείψει ούτε μέρα. 
Έφτασε στην έρημη πλατεία, η Εκκλησία των Αγίων Πάντων, δίπλα ακριβώς από το ερημωμένο πια πατρικό της, δέσποζε επιβλητική. 
Είχε αργήσει, πάρκαρε και ανέβηκε τα λίγα σκαλιά της μ' ένα τρέμουλο στα πόδια, μπήκε μέσα και αφού άναψε τα κεράκια της αναζήτησε τους συγγενείς της. Σκόρπιοι από δω κι από κει, πήγε δίπλα στα αδέρφια της αποφεύγοντας να κοιτάξει γύρω της και ειδικά μπροστά της. Εκεί που ήταν ο φόβος και τρόμος των παιδικών της χρόνων, σαν πήγαινε στην εκκλησία. Στην τεράστια εικόνα που απεικόνιζε την κόλαση, φτου φτου, μακριά από δω σκέφτηκε και μειδίασε. Το έλεγαν όταν ήταν μικρά, της ήρθε στο μυαλό και την ξάφνιασε, το είχε ξεχάσει εντελώς. 
Χάθηκε στις σκέψεις της, παρούσα - απούσα ώσπου ένιωσε το χέρι της αδερφής της να τη σκουντάει, τέλειωσε η νεκρώσιμη ακολουθία και ο κόσμος είχε αρχίσει τα συλλυπητήρια. Έδινε το χέρι της, κουνούσε το κεφάλι σε ό,τι της έλεγαν, σα να ήταν ξένη, παρείσακτη. Πολλοί της απηύθυναν το λόγο, την αποκαλούσαν με το όνομα της μα δεν αναγνώριζε κανέναν, άγνωστοι όλοι της ήταν. 
Μα Αννούλα, είμαι η τάδε, ο τάδε, δε με θυμάσαι άκουγε από δεξιά και αριστερά και ένιωθε όλο και πιο άβολα, σχεδόν μετάνιωσε που ήρθε. Και τότε, κει δα όρμησε κυριολεκτικά πάνω της μια μορφή, την αγκάλιασε και την έσφιγγε, φωνή δεν έβγαζε, μόνο την έσφιγγε και κάτι περίεργους ήχους έκανε. Να κουνηθεί δεν τολμούσε μα σαν αστραπή θυμήθηκε...η Φούλα! Έκανε λίγο πιο πίσω, μια γυναίκα ταλαιπωρημένη με δάκρυα στα μάτια είδε, καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερη της. Φούλα, Φούλα εσύ είσαι ρώτησε αν και γνώριζε την απάντηση. Η γυναίκα άρχισε να γελάει και να δείχνει με τα χέρια της έως τη μέση της, να τα κουνάει σα να προσπαθούσε να της δώσει να καταλάβει πως μικρή την θυμόταν και πως τώρα πια μεγάλωσε. Ναι, μεγάλωσαν και οι δυο, άλλη ζωή αυτή κι άλλη η Φούλα η κωφάλαλη του χωριού που όλοι την είχαν του κλότσου και του μπάτσου. Και πιότερο τα παιδιά με τη σκληράδα της άγνοιας, που σε αυτή την ηλικία έχουν. Από πίσω της η Φούλα σαν πήγαινε στο χωριό, σκιά της γινόταν αν και μεγαλύτερη της, τα άλλα παιδιά την κορόιδευαν και την έδιωχναν μα αυτή τη λυπόταν, την άφηνε να την ακολουθεί, μιλούσε μαζί της και ήξερε, ένιωθε πως καταλάβαινε όλα όσα έλεγε. 
Έλαμπε το πρόσωπο της από χαρά, της απαντούσε με χέρια, πόδια και άναρθρες κραυγές, της έδειχνε πόσο ευτυχισμένη ήταν και αυτό ήταν η ανταμοιβή της. Την περίμενε πως και πως να πάει, άτομο αγαπημένο της τη θεωρούσε, διαισθανόταν πως δεν ήταν οίκτος, ανοχή αλλά αποδοχή, στο διαφορετικό, όποιο και να ήταν αυτό. Δεν ήταν μόνο λύπη, όχι δεν ήταν λύπη αυτό που την έδεσε με την Φούλα, ούτε και τυχαίο που από τόσα άτομα που γνώριζε, αναγνώρισε μόνο αυτήν. Έδωσε χαρά και πήρε χαρά, άδολες ψυχές και καρδιές, μικρές μα συνάμα τόσο μεγάλες.
Φωτεινή, Φωτεινούλα, Φούλα...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου