Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

"αν γνώριζα παιδί μου",μυθιστόρημα του Τάσου Ορφανίδη

                                                         Τάσος Ορφανίδης




"Αν γνώριζα, παιδί μου"


"Αν γνώριζα, παιδί μου, δεν θα έκανα διαθήκη τις αμαρτίες μου"




Μυθιστόρημα


Θεσσαλονίκη, 2016





Φωτογραφίες εξώφυλλου, οπισθόφυλλου και κειμένου: Γρηγόρης Δάλλης
Gregory Dallis photography www.dallis.gr/ 



Ηλεκτρονική παρουσίαση του μυθιστορήματος





ISBN : 978-960-93-7854-3

 Copyright
Κειμένου :                Αναστάσιος Ορφανίδης
Ελ. Βενιζέλου 23
55438 Θεσσαλονίκη
Τηλ. 6948388347
Φωτογραφιών :        Γρηγόρης Δάλλης
Αυτοέκδοση       Φεβρουάριος 2016


Απαγορεύεται η αναδημοσίευση και η αναπαραγωγή μέρους ή όλου του κειμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση, καθώς και η χρησιμοποίηση των φωτογραφιών.









"Αν γνώριζα, παιδί μου"


"Αν γνώριζα, παιδί μου, δεν θα έκανα διαθήκη τις αμαρτίες μου"




















Ο Τάσος Ορφανίδης γεννήθηκε το 1952 στην Θεσσαλονίκη. Εργάσθηκε σε διάφορες τράπεζες της πόλης, ενώ του άρεσε να γράφει κείμενα και ποιήματα για να αποσυμπιέζεται από την ένταση της δουλειάς. 

Το μυθιστόρημα γράφηκε το 2015. Η περίοδος αυτή υπήρξε δημιουργική και περιπετειώδης για τον ίδιο, με πολλές εκφάνσεις και αντιξοότητες. Στη γραφή του επηρεάστηκε βαθύτατα από τα βιώματα συγγενικού και φιλικού περιβάλλοντος . Το κείμενο συνδέθηκε με τις εξαιρετικές φωτογραφίες του Γρηγόρη Δάλλη που αποτυπώνουν ανάγλυφα τις συνθήκες του ορυχείου, ενώ συντελούν στην ανάδειξη των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι.

Την ίδια χρονιά επίσης εκδόθηκαν και τα ποιήματά του, με τίτλο "Τσακισμένες Σελίδες".

Λάτρης του βουνού ο ίδιος, ανέβηκε σε αρκετές κορυφές κι έχει γράψει οδοιπορικά που τα φιλοξενεί στα blog του.

Είναι διαχειριστής των παρακάτω:
http://anastasiosskepseis.blogspot.gr/             (θέματα πολιτιστικού περιεχομένου)
http://enplosimioseis.blogspot.gr/                    (φωτογραφία)
http://ecodraseis.blogspot.gr/                           (οικολογία και περιβάλλον)
http://pareaeptapyrgiou.blogspot.gr/              (οικόσιτα και αδέσποτα ζώα)
http://osiosefthimios.blogspot.gr/                    (για το χωριό Βράσταμα Χαλκιδικής)
http://pelagiakoukidou.blogspot.gr/                 (ποιήματα της Πελαγίας Κουκίδου)


http://tsakismeneselides.blogspot.gr/               (δημιουργίες του Τάσου Ορφανίδη)













Αφιερώνεται:
·        στους εργαζόμενους στα ορυχεία της ΔΕΗ
·        στη μνήμη των εργαζομένων στα ορυχεία της ΔΕΗ που χάθηκαν από αρρώστιες και ατυχήματα
·        στη μνήμη του πεθερού μου Χρήστου Ηλικίδη, από το χωριό Πτελεώνας Πτολεμαίδας, που πόνεσε για τον ξεριζωμό του χωριού του κι έφυγε λυπημένος.







                                                 Τάσος Ορφανίδης



"Αν γνώριζα, παιδί μου"




Περιεχόμενα








Το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας







"Αν γνώριζα, παιδί μου"


Οι λογαριασμοί μαζεύτηκαν πάνω στο τραπέζι.
Το φαγητό το ετοίμασε η μάνα το πρωί, για να προλάβει όλη την οικογένεια. Γύρω από το τραπέζι κάθονται ο πατέρας και οι τέσσερις γιοί τους. Η μάνα δύσκολα αφήνει το κρεβάτι, οι πόνοι αγκυροβόλησαν πάνω της.
- Μάνα, τι φαΐ έχει για σήμερα;
- Φακές, παιδί μου.
- Χθες, πάλι το ίδιο είχαμε, και προχθές φασολάδα. Έλα, ρε μάνα, δεν έχει άλλο φαγί; Δεν έχει τίποτα, το ψυγείο άδειο είναι.
- Έχει φαγί παιδί μου, ευλογημένο να ‘ναι, θα μαγειρέψω άλλο αργότερα.
- Ρε συ, αντί να γκρινιάζεις, δεν πας εσύ να φέρεις φαγητό να φάμε; πετάγεται ο μεγάλος γιος. Αν δεν σου αρέσει, κοίτα πρώτα να πληρώσεις κάποιο λογαριασμό. Πολλοί που μαζεύτηκαν ετούτοι!

Από τα τέσσερα παιδιά μόνο τα δύο εργάζονται, τα άλλα δύο στην ανεργία. Ο πατέρας συνταξιούχος, με προβλήματα υγείας μετά από χρόνια δουλειάς στα ορυχεία της ΔΕΗ. Η μάνα από εδώ κι από εκεί, τις μέρες που καταφέρνει να ξεπεράσει τους αφόρητους πόνους που την ταλανίζουν. Αύριο πρέπει να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι οπωσδήποτε.

Ο μικρότερος γιος έκαμε τα χαρτιά του στον ΟΑΕΔ και μπήκε σε επιδοτούμενο εξάμηνο πρόγραμμα, με μισθό 400 ευρώ το μήνα.
Ο μεγάλος έπιασε δουλειά σε οκτάμηνα της ΔΕΗ, συμβασιούχος.
Οι παππούδες φυλάνε το χωριό, τελευταίοι κάτοικοι που ξέμειναν από τον ξεριζωμό. Τους πήρανε τα χωράφια, έμειναν τα σπίτια και οι αχυρώνες, γκρέμια τα περισσότερα. Γύρω- γύρω τα ορυχεία της ΔΕΗ. Το βράδυ κινδυνεύεις να βρεθείς, κατά λάθος, σε βάθος εκατοντάδων μέτρων. Νομίζεις ότι βλέπεις μια φωταγωγημένη πολιτεία. Εικαστικό τοπίο - σκηνικό θεάτρου, φωτογραφική πρόκληση;

- Λοιπόν, μικρέ, συνεχίζει ο μεγάλος, όλη μέρα είσαι στα νερά για να ξεβρομίσεις, εγώ λέω να πάρεις τον λογαριασμό της τηλεθέρμανσης.
- Ωραία, συμφωνώ, κι εσύ πάρε να πληρώσεις κινητή και ΔΕΗ, σύμφωνοι;
- Τι συμφωνίες κάμετε μωρέ εκεί, πετάγεται η μάνα. Οι λογαριασμοί αφορούν όλους. Εφόσον δεν δουλεύουν οι μισοί, τότε θα τακτοποιήσει απ' αυτά, όσα μπορέσει ο πατέρας σας. Εσείς νεαροί ν’ αφήσετε τη συμμετοχή σας στο κοινό κουμπαρά, για να συμπληρώσουν αργότερα οι άλλοι, όταν θα βρουν δουλειά.
- Αχ, ρε γυναίκα, δεν φθάνουν, δεν το κατάλαβες ακόμη ή δεν θέλεις να το καταλάβεις; Έχουμε να πληρώσουμε και την τελευταία δόση του ΕΝΦΙΑ. Ωραία μας τα κατάφερε αυτός ο Βενιζέλος, πρώτα το χρέωσε στον λογαριασμό της ΔΕΗ και τώρα στην εφορία. Καλό νταβατζιλίκι μας φόρεσαν - κι έχεις άλλους αλήτες να βγάζουν τα μαύρα έξω. Βρε …ξύλο που τους χρειάζεται.
- Μη συγχύζεσαι άντρα μου, σήμερα βρήκα δουλειά σε σκάλα για δύο μέρες, νομίζω αυτοί οι πόνοι θα μου το επιτρέψουν! Κι εσύ, φρόντισε τον εαυτόν σου, αύριο έχουμε να πάμε για χημειοθεραπεία
******




Ι. "Τα φορτία δεν μικραίνουν, οι μύες μεγαλώνουν"


Την επομένη το πρωί στις έξι, η κυρία Ντίνα (από το Κωνσταντίνα) προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Έσυρε το πάπλωμα, τράβηξε την κουβέρτα, κίνησε το ένα πόδι αριστερά, το κρέμασε από το κρεβάτι κι έβαλε τα χέρια της πίσω στη μέση. Αδύνατο να σηκωθεί, άδικη προσπάθεια. "Θα χάσω το μεροκάματο", σκέφθηκε.
Αποφάσισε να κάνει δεύτερη προσπάθεια. Αν φώναζε κάποιον από τους άντρες, δεν θα την άκουγε κανείς.

Ο άντρας της είχε φύγει από νωρίς για τη βάρκα που είχε στη λίμνη, γιατί το δελτίο καιρού έδινε καταιγίδα. Έπρεπε να προλάβει να γυρίσει, στις δώδεκα είχε ραντεβού για χημειοθεραπεία στη Σαλονίκη. Τα δύο αγόρια έφυγαν στη δουλειά κι οι άλλοι δύο έβγαλαν φαίνεται το βράδυ σε καμιά ζεστή φωλιά, δεν άκουσε τη νύχτα τα βήματά τους.
Κίνησε για τη δεύτερη προσπάθεια, έπρεπε να τα καταφέρει, ο πόνος στο στήθος, στη μέση, στο σώμα όλο, δεν την άφηνε. Αν την προλάβει ο Κωνσταντής δεν θα την αφήσει να πάει. Τα χρήματα λίγα αλλά χρήσιμα. "Θα πληρώσουμε μ’ αυτά το γραμμάτιο για το οικοπεδάκι που ΄χαμε αγοράσει κοντά στη λίμνη, αλλά δεν το βλέπω, θα το χάσουμε κι αυτό", σκέφτηκε.

Ως δια μαγείας, γύρισε στην αριστερή πλευρά όλο της το σώμα, έγειρε μπρούμυτα κι έφερε το δεξί της πόδι να ακουμπήσει στο πλαϊνό του κρεβατιού. Αυτό ήταν! Πάτησε γερά ψάχνοντας παράλληλα την παντόφλα και με τη βοήθεια των χεριών της ανασηκώθηκε. Φόρεσε την άλλη παντόφλα, έψαξε ένα φόρεμα πρόχειρο, τη ζακέτα της και το μπουφάν που χρησιμοποιούσε σε τέτοιες δουλειές και κίνησε σιγά - σιγά για το μπάνιο, αφού πρώτα πήρε μια ανάσα. Χρειαζόταν να κάνει ένα φρεσκάρισμα, να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο, να δροσιστεί, να βρέξει λίγο τα μαλλιά να ανακουφισθεί. Χτένισε πρόχειρα τα μαλλιά της, φόρεσε το τσεμπέρι της, πήρε στα γρήγορα, όσο ήταν μπορετό, μια βούκα ψωμί με λίγο χαλβά και ελιές, τα τύλιξε σε χαρτί και κίνησε για το μεροκάματο. Το μόνο που ευχότανε ήταν ν’ αντέξει τον πόνο.
Το σπίτι που δούλευε βρισκόταν δυο δρόμους πιο κάτω. Η οικοδέσποινα καλός άνθρωπος. Από το σχολείο μαζί, αλλά αυτή τα 'παιρνε τα γράμματα. Σπούδασε αρχιτεκτονική στη Φλωρεντία, αλλά λόγω κρίσης στην οικοδομή, διατηρεί μπουτίκ γυναικείων ενδυμάτων. Ταξιδεύει πολύ συχνά στο Μιλάνο, για να παρακολουθεί τη μόδα και να κάνει αγορές. Ο άντρας της μηχανικός σηκώνει οικοδομές, αλλά έπεσε στην κρίση. Όταν σε κάποια φάση πέρασε έξω από το μαγαζί, άνοιξε την αγκαλιά της, θυμήθηκαν τα παλιά. Η Ντίνα στην αρχή ντρεπόταν, αλλά μετά ένιωσε πολύ φιλικά, θυμήθηκε την παλιά της φίλη, πήρε θάρρος και της ανέφερε τα προβλήματά τους, τα παιδιά που δεν δουλεύουν κι ότι χρειάζεται η ίδια να κάνει κάποια μεροκάματα. Εκείνη προθυμοποιήθηκε, αλλά με κάποια αναστολή, λόγω της πάθησής της, φοβούμενη μήπως την επιβαρύνει. Τελικά συμφώνησαν για λίγες ώρες σε πρώτη φάση, μέχρι να επανέλθει η υγεία της. Έκρυψε μερικούς από τους πόνους της, τους μισούς ανέφερε. Τι να έκανε, η ανάγκη βλέπεις.
Έπιασα τον πόνο απ’ το αυτί
και τον κοπάνησα κάτω,
τον τσάκισα.
Δεν μου το συγχώρησε,
μ’ άρπαξε για τα καλά
και δεν μ’ άφησε.
Ήμουν ασυγχώρητη.

******
Ο Κωνσταντής έψαχνε βοήθεια, κάποιον περαστικό, για να δέσει με ασφάλεια στο ρεμέντζο τη βάρκα. Λίγο πιο κάτω πρόσεξε να ΄ρχεται κάποιος προς το μέρος του κουτσαίνοντας, με τη βοήθεια μπαστουνιού. Κοντά στα εβδομήντα του φάνηκε, αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να τραβήξει την καλούμα μαζί του. Θα έπαιρνε την υπηρέτρια, το βαρκάκι που χρησιμοποιούσαν για βοηθητικές δουλειές, θα τραβούσε μέχρι το ρεμέντζο να το ελέγξει και με τη βοήθεια του άλλου θα άφηνε καλούμα για να δέσει πιο κάτω καλύτερα. “Αν είναι καλά δεμένα πρύμνη και πλώρη, δεν θα γίνει το θέλημα της κακοκαιρίας”, σκέφτηκε. Να προλάβει να πάει στη Σαλονίκη και μετά πάλι πίσω για να δει τι γίνεται.

Καλό εργαλείο η Λενιώ (το όνομα της κόρης που έχασαν), πολλές ήταν οι φορές που γύρισε με γεμάτο το καλάθι για το τραπέζι. Μικρά – μεγάλα, όλα είναι ευπρόσδεκτα, μόνο γόνο δεν δεχότανε να πάρει. Τον επέστρεφε στη μάνα του, όπως έλεγε, τον άφηνε να ζήσει, κι αν αργότερα ήθελε να γεμίσει το πιάτο του, καλά θα ήτανε να τον ξανάπιανε.

Σαν τον πλησίασε ο γέροντας, αναγνώρισε τον παλιό βαρκάρη, χρόνια γνωστό εδώ στα μέρη. Απ' ότι λέγανε, παιδί ακόμη συμφιλιώθηκε με τη λίμνη, γέρασε με τα καμώματά της συντροφιά. Οι αλλαγές του καιρού του ήταν γνώριμες και οι συμπεριφορές της λίμνης οικείες. Άλλοτε την ημέρευε κι άλλοτε προσπαθούσε να έρθει σε συμφωνία μαζί της. Αμετάπειστη εκείνη, δεν ήθελε να τον αφήσει να γυρίσει στο σπιτικό του, κι αν τελικά την έπειθε, ήθελε να της επιστρέψει τα ψάρια που έπιασε στα δίχτυα του, για να της περάσει ο θυμός. Οι παλιοί έχουν ένα σεβασμό στην κυρά λίμνη, σέβονται τα καμώματά της και τους θυμούς της, δεν της πάνε κόντρα.

Δεν του ήταν τίποτε η βοήθεια που του ζητούσε. Πάντως τον συμβούλεψε να την αφήσει μόνο με την πλώρη στο ρεμέντζο, να πάει όπως την πάει ο καιρός, να μην κρατά κόντρα. Το καλύτερο θα ήταν να την τραβήξει έξω στην ακτή, αλλά δεν είχε αυτοκίνητο 4Χ4 με κοτσαδόρο, για να το κάνει. Από την άλλη πίεζε ο χρόνος και δεν είχε την πολυτέλεια να βρει άλλες λύσεις. Θα γύριζε μέσα στη μέρα. Ήθελε η βάρκα να περάσει την κακοκαιρία δεμένη πλώρη - πρύμνη. Το εγχείρημα τέλειωσε γρήγορα. Γνώστες και οι δύο, χωρίς δυσκολία έδεσαν, ασφάλισαν. Ευχαρίστησε τον γέροντα ψαρά και τράβηξε ο καθένας το δρόμο του.
******
Ο Στέφανος είναι ο μικρότερος, τέλειωσε με το σχολείο, αλλά στις πανελλήνιες δεν τα κατάφερε. Στενοχωρημένος μεν, αποφασισμένος δε, απευθύνθηκε στον ΟΑΕΔ προς ανεύρεση εργασίας. Του αναφέρθηκε ένα πρόγραμμα επιδοτούμενο, το δέχθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Απασχόληση σε μαραγκάδικο. Καλή δουλειά, καλή τέχνη, όμως τα χρόνια δύσκολα. Το αφεντικό του είχε τον πατέρα του με το ίδιο όνομα και άρχισαν να μπερδεύονται τα ονόματα με τα εργαλεία, τα χέρια με τα έπιπλα. Δεν απογοητεύθηκε, είδε συμπεριφορά καλή στο πρόσωπο του, ο ένας είδε τον πατέρα κι ο άλλος τον γιο που δεν απέκτησε. Η απασχόληση θα διαρκούσε έξι μήνες.

*****

Ο Νικήτας ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός, πήρε το όνομα του αδελφού του παππού που χάθηκε στον εμφύλιο. Εκείνος δεν πρόλαβε να χαρεί οικογένεια, πότισε με το αίμα του το χώμα που πίστευε ότι θα ελευθερώσει, αλλά αν ζούσε σήμερα, τα μάτια του θ' απογοητεύονταν.



Όταν διάβασε στο Ιnternet για την πρόσληψη οκταμηνιτών, δεν το σκέφθηκε καθόλου. Η μάνα φώναζε "Θα γεμίσεις με το χτικιό του πατέρα σου, θα πουλήσεις τη ζωή σου, δεν είναι δουλειά αυτή στα ορυχεία, παντού καρκίνος σέρνεται". Αυτός αμετακίνητος, "καλύτερα σακάτης παρά άνεργος", σκεφτότανε.


Υπέβαλε τα χαρτιά του (πτυχιούχος μηχανολόγος με δύο γλώσσες στο ενεργητικό του). Μετά από λίγες μέρες ειδοποιήθηκε να παρουσιαστεί στα γραφεία, για να γίνει η πρόσληψη. Η μάνα χαιρότανε που θα πληρωθούν κάποιοι λογαριασμοί, απλήρωτοι για καιρό. Όταν του ετοίμαζε το φαγητό, το πότισε με δάκρυα, να μην την βλέπει και στενοχωριέται. "Τι στο καλό", σκεφτότανε, "τόσος κόσμος δουλεύει εκεί, όλοι έχουν κάνει ταίρι με τον θάνατο; " Η Παναγία θα έχει τα μάτια της πάνω του κι εγώ θα της ανάβω κάθε μέρα το καντήλι.

"Σήμερα μου έδεσαν τα μάτια,
δεν έκλαψα, δάκρυσα.
Αλλά αυτοί μου έδωσαν βρώμικο μαντήλι"
*****
Ο Ηλίας και ο Ανδρέας είναι δίδυμοι. Ο ένας μαθηματικός κι ο άλλος ηλεκτρολόγος μηχανολόγος. Καλά μυαλά, στο σχολείο πρώτοι. Το καμάρι της μάνας και του πατέρα, που έκαμαν πολλές θυσίες για να τους σπουδάσουν. Κατέβηκαν στη Σαλονίκη μαζί με τον Νικήτα, για να μοιράζονται τα έξοδα. Το νοίκι ήταν φτηνό, τους παραχωρούσε το σπίτι ένας εξάδελφος που έφυγε προσωρινά στην Αφρική με τους "Γιατρούς χωρίς Σύνορα". Καλός επιστήμονας, έταξε τον εαυτό του στην προσφορά, στον εθελοντισμό και στην αλληλεγγύη. Όλα είναι αλληλένδετα, μαζί με αυτά και η παροχή του σπιτιού στα εξαδέλφια. "Γερός να ’ναι να τον προστατεύει η Παναγία" έλεγε η μάνα.

Όταν τέλειωσαν τις σπουδές τους, είχε ήδη επιστρέψει στην πατρίδα ο Νικήτας, ήρθε η ώρα να επιστρέψουν και αυτοί, μήπως βρουν δουλειά, έστω με ιδιαίτερα σε υποψήφιους. Η γνωστή παραπαιδεία, που δίνει ψωμί σε άνεργους επιστήμονες. Κάθε προσπάθεια άκαρπη, από εδώ κι από εκεί μόνο, κι όταν έσκαγε κάτι το μοιράζονταν. Η υγεία της μάνας και του πατέρα τους έτρωγε με αγωνία και η ανέχειά τους να μην μπορούν να βοηθήσουν στο σπίτι, ακόμη περισσότερο. Κάθε σκέψη να φύγουν έξω, να ξενιτευθούν τους έβρισκε αδιάφορους, αγαπούσαν τον τόπο τους, έστω και αν τους θύμιζε θανατικό, έστω κι αν τα ποσοστά επιβάρυνσης της ατμόσφαιρας αυξάνονταν επικίνδυνα. Οι καρκινοπαθείς κάθε ηλικίας στην περιοχή αυξάνονταν σε πολύ υψηλά ποσοστά.

Κάθε φορά που θιγόταν το θέμα, δίνανε υπόσχεση στον εαυτό τους ότι θα φύγουν μόλις γειάνουν οι γονείς τους, δεν τους πήγαινε η καρδιά να τους αφήσουν.
"Το φως στο κομοδίνο το βρίσκω αναμμένο
Το σκυλί μου δίπλα στο πατάκι


Όλα όπως τ’ άφησα, δεν εκπλήσσομαι."







-Ήρθε η ώρα να φύγουμε, θα αργήσουμε παιδί μου, είπε ο Κωνσταντής, θα χάσουμε το ραντεβού μας στο Θεαγένειο.
-Έρχομαι, πατέρα, απάντησε θαρρετά ο Ανδρέας. Δυο λεπτά θα κάνω να τακτοποιήσω κάτι γραπτά, μην τα χάσω.
Ο πατέρας δυσκολεύεται στην οδήγηση και τα παιδιά αποφεύγουν να τον αφήνουν μόνο σε μακρινά ταξίδια. Ειδικά μετά τη χημειοθεραπεία, δεν θα μπορέσει να οδηγήσει. Έχει ζαλάδες, τάση για εμετό και άλλα, ας μη τα συζητάμε, πονάνε.
Ο Ανδρέας πήρε το βαρύ μπουφάν του, φόρεσε το κασκόλ του και τον σκούφο του, ο χειμώνας ήταν βαρύς και ο χιονιάς φέτος δεν αστειευόταν. Κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο βιαστικά, αλλά κάποια στιγμή κοντοστάθηκε.
-Έρχομαι πατέρα, φώναξε με αγωνία.
-Τι έγινε, μη με χολοσκάς!
-Τίποτα, ξέχασα τα κλειδιά του αυτοκινήτου, ένα λεπτό μόνο!
Το ταξίδι ήταν δύσκολο, τα χιόνια γέμιζαν το τοπίο με την άσπρη φορεσιά τους, αλλά οι δρόμοι ήταν καθαροί. Η Εγνατία Οδός καθαρίζεται πάντα, όμως γίνεται επικίνδυνη όταν έχει ανεμοσούρια. Τα σκιερά σημεία κρύβουν παγίδες.
Όταν έφθασαν στον Νοσοκομείο ήταν 11.30. Είχαν χρόνο για τις διαδικασίες. Το ραντεβού κλεισμένο, η ώρα για τη χημειοθεραπεία δεν θα πήγαινε πίσω. Τηρούν το πρόγραμμα με ευλάβεια, οι εργαζόμενοι είναι ευαισθητοποιημένοι. Η αρρώστια αυτή έχει αφήσει πολλά θύματα. Φαίνεται ότι επιλέχθηκαν κατάλληλοι άνθρωποι, για ν’ αντιμετωπίζουν τους ασθενείς με την ανάλογη συμπεριφορά.
Παρά την απάνθρωπη προσπάθεια υποβάθμισης των νοσοκομείων μας, το ανθρώπινο δυναμικό έχει τα πόδια του γερά στο έδαφος, δεν πτοείται. Ο όρκος του Ιπποκράτη φαίνεται στα μάτια τους, στη συμπεριφορά τους.

"Δεν θα ΄θελα να τον βλέπω σ’ αυτή την κατάσταση", σκεφτόταν ο Ανδρέας. "Νομίζω ότι ταλαιπωρείται χωρίς όφελος. Πολλές φορές αναρωτιέμαι, αν ήταν λάθος να υποστεί αυτήν τη φάση. Κάπου διάβασα, ότι στην Αμερική απομακρύνονται από τη χημειοθεραπεία γιατί σκοτώνονται τα κύτταρα. Πόσο λυπάμαι, πατέρα, που δεν σε προστατέψαμε, πόσο ανήμπορος νιώθω να σου σταθώ. Αν μπορούσα να τα μηδενίσω όλα αυτά, αν ήξερα πώς, δεν αξίζεις αυτήν την ταπείνωση. Εσύ που έσκαβες, που έσπαζες το βράχο με μια, εσύ έγινες σακί που σέρνεται, άδειασες από δύναμη.
Πόσα άραγε είναι αυτά που δεν μας λες, γιατί μας λυπάσαι;
Πόσα θα ΄θελα να σου πω, αλλά ντρέπομαι"

Με το έτσι και το αλλιώς δεν πρόλαβε να συγκρατήσει ένα δάκρυ που συνοδεύτηκε στη σκέψη του από τον στίχο του Γιάννη Βαρβέρη, που είδε στο προφίλ του φίλου του φωτογράφου των ορυχείων.

"Εσείς, που χρόνια κολυμπάτε αμέριμνοι μπροστά στα μάτια μου, κάποια στιγμή θα βάλω τα κλάματα και θα σας πνίξω..."


Διάφορες εικόνες άρχιζαν να παίζουν θέατρο στα μάτια του, το ορυχείο, τα μηχανήματα, οι εργαζόμενοι, ο αδελφός του ο Νικήτας. Τι κάνει άραγε; Δεν τα είπαν καθόλου για τη νέα του δουλειά, ποτέ δεν την ήθελε, αλλά πήγε με τη θέλησή του. Δεν θα ξεχάσει που του ΄λεγε πάντα "αν εγώ βρεθώ εκεί μέσα τότε θα καταλάβεις ότι είμαι απελπισμένος". Όχι, δεν μπορώ να τον φανταστώ μέσα στην τέφρα, στο κάρβουνο, στη λάσπη, στις "πύλες της κολάσεως", όπως τ’ αποκαλούσε το ορυχείο. Κάτι πρέπει να γίνει να φύγουμε όλοι απ’ αυτήν την κόλαση. Τι είναι όμως αυτό;






Το κινητό του Ηλία επέμενε να χτυπά. Ασυνήθιστο του φάνηκε, η σκέψη του πήγε στον πατέρα, μήπως κάτι πήγε στραβά; Ο Ανδρέας είχε κάποιο πρόβλημα. Έχει παρατηρήσει ότι, όταν κάτι πάει ανάποδα ή όταν ο δίδυμος έχει κάποιο θέμα, τα μηνίγγια του βαράνε, η καρδιά του αυξάνει τους παλμούς, το μυαλό του ταξιδεύει ανησυχητικά.
-Έλα παιδάκι μου, γιατί δεν απαντάς; Ακούστηκε η φωνή της μάνας.
-Τι έγινε, ρε μάνα, τι τρέχει, συμβαίνει κάτι με τον πατέρα και τον Ανδρέα; Οι ερωτήσεις τρέχουν σαν πυροβόλο. Το μυαλό του δεν πήγε αλλού.
-Όχι, όχι, καλέ μου Ηλία, να εγώ χτύπησα λίγο πέφτοντας από τη μικρή σκάλα, τι το  ΄θελα, δεν είναι σοβαρό, αλλά έλεγα μήπως μπορείς να με πας στο σπίτι…
-Ναι, μάνα, αμέσως, θα περάσω με ταξί να σε πάρω. Άφησε ένα σημείωμα στην κυρά Δέσποινα, για να μην ανησυχήσει. Θα χρειαστεί να πάμε Νοσοκομείο;
-Όχι, παιδάκι μου, απλά πονάω!
-Καλά, μάνα, έρχομαι στο λεπτό.
Το ταξί δεν έκανε πάνω από πέντε λεπτά. Ευτυχώς τη βρήκε, στην κατάσταση που του περιέγραψε. Ανησυχούσε για χειρότερα. Με προσοχή και με τη βοήθεια του ταξιτζή, τη βάλανε στο πίσω κάθισμα.

-Στο Νοσοκομείο, ήταν η εντολή του Ηλία.
Η μάνα αντέδρασε, αλλά η ματιά του γιου της δεν της άφηνε περιθώρια. Πολύ γρήγορα και με προσοχή, για να μην αυξάνονται οι πόνοι, φτάσανε στην είσοδο. Τραυματιοφορείς την παρέλαβαν με κινήσεις οικείες γι αυτούς, αλλά δύσκολες για τον Ηλία που παρακολουθούσε με αγωνία. Τη μετέφεραν αμέσως στα εξωτερικά ιατρεία της Ορθοπεδικής. Ακολούθησαν εξέταση, ακτινογραφίες και η διάγνωση που δεν άφηνε περιθώρια: "Θα πρέπει να κάνουμε εισαγωγή. Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα σε σπόνδυλο, θα πρέπει να της γίνουν πρόσθετες εξετάσεις".

Ο Ηλίας δεν έβγαλε μιλιά, παρακολουθούσε τις μηχανικές κινήσεις των τραυματιοφορέων, που τη φόρτωσαν στο φορείο και τη μετέφεραν στο δωμάτιο. "Πώς να το πω στον πατέρα και τους άλλους;" σκεφτόταν. "Έχω μάθημα το απόγευμα πρέπει να το ακυρώσω. Θα πω του Στέφανου να έρθει να μείνει, για να κάνω εγώ το μάθημα. Μέχρι τότε ίσως επιστρέψουν ο πατέρας με τον Ανδρέα, να τους τα πω με το μαλακό".
Ο Στέφανος σήμερα έπιασε δουλειά από νωρίς. Το αφεντικό του τον καλωσόρισε ευγενικά, τον ξένισε η συμπεριφορά του. Περίεργο σκέφθηκε, αυτός είχε προετοιμαστεί για τα χειρότερα, θα δείξει. Το όνομά του Αποστόλης, μακάρι να είναι καλός άνθρωπος όπως και το όνομά του, σκέφθηκε.

Είχαν πάρει μια μεγάλη παραγγελία, εξαίρεση για την εποχή της κρίσης. Ο χρόνος ήταν πιεστικός για την παράδοση και το αφεντικό πίεζε. Δεν τον πείραζε τον Στέφανο, εξάλλου του άρεσε να μαθαίνει καινούργια πράγματα. Κάτι όμως τον έτρωγε από το πρωί. Ήξερε ότι ο Ανδρέας θα πήγαινε τον πατέρα στο Θεαγένειο για χημειοθεραπεία, η μάνα στο μεροκάματο, ο Νικήτας από νωρίς στο ορυχείο, πρώτη μέρα δουλειάς και ο Ηλίας βρήκε ώρες για ιδιαίτερα. Μήπως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον πατέρα, είχαν να κάνουν δρόμο, χιόνια πολλά, πάγος, όλα αυτά του ταλάνιζαν το μυαλό.

Κάποια στιγμή του ήρθε στο κεφάλι κάτι, γυρίζει και βλέπει το αφεντικό του να χαμογελάει ειρωνικά λέγοντάς του "Ε μικρέ, πού τρέχει ο λογισμός σου, θα τη δεις τη μικρή το απόγευμα, μην ταράζεσαι". Πριν τελειώσει καλά- καλά το πείραγμα, να σου χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε το αφεντικό, αλλά αφορούσε αυτόν. Ήταν ο Ηλίας που του 'πε τα δυσάρεστα για τη μάνα και του ζήτησε να πάει από εκεί μόλις τελειώσει. Του 'ρθε ο ουρανός σφονδύλι, τα πόδια του κόπηκαν. Τον είδε κίτρινο σαν το λεμόνι το αφεντικό και του έδωσε εντολή να τα παρατήσει, για να τρέξει στη μάνα του. Δεν είχε καμία αντίρρηση σε τέτοια περίπτωση, αν και πιεζόταν για την παράδοση, έδειχνε καλός άνθρωπος.

******

Το ορυχείο απείχε από το σπίτι ένα τέταρτο περίπου, ανάλογα με το πόστο εργασίας. Ο Νικήτας σηκώθηκε από τις 6 τα χαράματα, δεν τον έπιανε ύπνος σήμερα. Θα έπαιρνε το λεωφορείο της εταιρίας, μπροστά από το γήπεδο, στις 7.30. Την πρώτη μέρα θα παρουσιαζόταν στις 8. Τα χαρτιά του τα υπέβαλε ηλεκτρονικά, αλλά έπρεπε να παρουσιασθεί αυτοπροσώπως. Να του αναθέσουν τα καθήκοντά του, να δει τις βάρδιες του, να γνωρίσει τους συνεργάτες του, να παραλάβει τη στολή του. Το λεωφορείο ήταν στην ώρα του, ενώ πήρε τον παλιό δρόμο Πτολεμαΐδας - Κοζάνης, για να καταλήξει σε ένα βιομηχανικό κτίριο, όπου στεγάζονται τα κεντρικά γραφεία.







Όση ώρα στεκόταν μπροστά στην είσοδο περιμένοντας να του δώσουν οδηγίες, το μάτι του έπεσε σε ανακοίνωση για τις βάρδιες. Διάβασε, η πρωινή βάρδια ήταν 7-3, η απογευματινή 3-11, η βραδινή 11-7 και η ημερήσια 8-4. Μια φωνή διέκοψε το συλλογισμό του, καλώντας το όνομά του. Στράφηκε προς τα εκεί και βρέθηκε μπροστά σε μια μελαχρινή καλλονή, που με την πρώτη ματιά δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της.
"Παρακαλώ, ακολουθήστε με". Πέρασαν από πολλούς διαδρόμους για να βρεθούν σ’ ένα γραφείο. Εκεί τον ενημέρωσαν ότι αρχικά θα παρακολουθούσε εκπαιδευτικό πρόγραμμα λίγων ημερών. Στη συνέχεια θα πήγαινε στο πόστο που θα του ανέθεταν.

Η εντυπωσιακή κυρία που τον συνόδεψε ονομαζόταν Αλεξάνδρα, του χάρισε το όνομά της χωρίς δυσκολία, θα 'λεγε μάλιστα με ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Ο Νικήτας εξάλλου είχε μια ιδιαίτερη γοητεία με τις γυναίκες, από τα φοιτητικά του χρόνια. Πάντα καλά του πήγαινε αυτός ο τομέας. Όταν απομακρύνθηκε, συνειδητοποίησε ότι δεν ζήτησε το τηλέφωνό της, αλλά δεν πείραζε, να μη φανεί και λιγούρης.

Το κτίριο εκπαίδευσης απείχε δύο χιλιόμετρα περίπου από τα γραφεία, ανάμεσα σε δένδρα γεμάτα τέφρα. "Χιτσκοκική εικόνα, για νέα όνειρα υποδοχής στο δικαίωμα εργασίας με το στίγμα του καρκίνου", σκέφθηκε, ενώ προσπαθούσε να φέρει μπροστά του την εικόνα της Αλεξάνδρας, για ν' αλλάξει τη διάθεσή του.



Ήρθε η ώρα της επιστροφής. Ο πατέρας ζαλισμένος, ταλαιπωρημένος και με αρνητική διάθεση μπήκε στο αυτοκίνητο για να φύγουνε. Σε λίγο μπαίνανε στην Εθνική Οδό Αθηνών, για να πάρουν αργότερα την παράκαμψη που θα τους οδηγούσε στη Βέροια και από εκεί, μέσω της Εγνατίας Οδού, στον τόπο τους.
Οι αναμνήσεις, σε μια διαδρομή χωρίς συζήτηση, είναι η συντροφιά του οδηγού. Ο Ανδρέας ταξιδιώτης με τις θύμησές του στους δρόμους της Ελλάδας, πάντα ξεχώριζε το δρόμο της Καστανιάς, όσο δύσκολος κι αν ήτανε, με τις πολλές στροφές και τις νταλίκες. Η ομορφιά όμως του τοπίου ήταν και παραμένει ανεπανάληπτη. Περιοχή κατάφυτη από καστανιές, δρύες, οξιές, πεύκα και έλατα, ένα θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον.






Το πανηγύρι της Παναγίας Σουμελά ήταν η ξεχωριστή γιορτή που συγκέντρωνε απ’ όλη την Ελλάδα το ποντιακό στοιχείο και άλλους πιστούς. Παλαιότερα, όταν ακολουθούσαν τον παλιό δρόμο, πρώτος σταθμός τους ήταν στο χωριό Καστανιά, στο μαγαζάκι πάνω στο δρόμο, για να φάνε φασολάδα. Άλλες φορές σταματούσαν στη Ζωοδόχο Πηγή με τα πολλά σουβλατζίδικα, για τα ξακουστά σουβλάκια. Κάθε χρόνο οι γονείς τους φρόντιζαν να συμμετέχουν τα παιδιά στις αποστολές των κατασκηνώσεων της Ζωοδόχου Πηγής, με τη φανταστική θέα στον Αλιάκμονα. Η κοσμοσυρροή ήταν το κάτι άλλο, κάθε λογής κόσμος κάθε ηλικίας έδινε ζωή στον τόπο. Σήμερα ερήμωσε, με τη λειτουργία της Εγνατίας Οδού σπάνια περνά κάποιο αυτοκίνητο. Ο επόμενος σταθμός ήταν ο Πολύμυλος για να αγοράσουνε πατάτες. Πόσο ταλαίπωρα, αλλά και πόσο όμορφα ήταν εκείνα τα ταξίδια, πολλές ώρες κούρασης, αλλά σήμερα τα θυμάται με συγκίνηση.

Ο βήχας του πατέρα του και η δική του τάση για εμετό τον επανέφεραν στη διαδρομή του. Σε λίγα λεπτά θα έφθαναν στο σπίτι και η οικογένεια θα είχε πολλές ερωτήσεις. "Περίεργο όμως, δεν φάνηκε κανείς, ίσως η μάνα δεν τους πήρε είδηση, ο Στέφανος άραγε είναι ακόμη στη δουλειά; Ο Νικήτας μάλλον θα κοιμάται με τις κότες, από την κούραση της πρώτης μέρας δουλειάς", ενώ ήξερε ότι ο Ηλίας θα είχε ιδιαίτερα μαθήματα για σήμερα. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και φώναξε δυνατά για να βγει κάποιος να βοηθήσει. Δεν πήρε απάντηση και χωρίς να χάνει χρόνο γύρισε στο αυτοκίνητο να βοηθήσει τον πατέρα. Μια γυναικεία γνώριμη φωνή διέκοψε τις σκέψεις του. Ήταν η κόρη της γειτόνισσας, η Ειρήνη, που τη γλυκοκοίταζε από τα παιδικά χρόνια.
-Ανδρέα, καλώς ορίσατε, χρειάζεσαι βοήθεια;
-Ναι, σε παρακαλώ πιάσε τον πατέρα μου από τη μια πλευρά, να ακουμπήσει στον ώμο σου, κι εγώ από την άλλη. Θα είναι έτσι καλύτερα γιατί ζαλίζεται, ευχαριστώ.
-Τίποτα δεν κάνει, ήθελα να σου μιλήσω…
-Ωραία, τώρα που θα πάμε μέσα, θα έχουμε χρόνο, όσο θέλεις!
Πρόσφερε τον ώμο της στον πατέρα, πήρε το χέρι του προσεκτικά και το πέρασε με τόση προσοχή και αγάπη λες και ήτανε δικός της άνθρωπος. Σύντομα βρεθήκανε στο σαλόνι να κουβεντιάζουνε, μόλις τακτοποιήθηκε ο πατέρας στο δωμάτιό του.

-Φαντάζομαι προβληματίστηκες που δεν βρήκες κανέναν εδώ, του είπε αμέσως και χωρίς περιστροφές.
-Ναι, πράγματι, αλλά δεν είχα και τον χρόνο να το πολυσκεφθώ…
-Δεν ξέρω πώς να το πω. Τέλος πάντων, τη μητέρα σου την πήγε το απόγευμα ο Ηλίας στο Νοσοκομείο, αλλά δεν είναι κάτι ανησυχητικό, χτύπησε ελαφριά στη δουλειά της. Αυτή τη στιγμή απ’ ότι ξέρω, είναι κοντά της ο Στέφανος. Αν θα πας, θα 'θελα σε παρακαλώ να έρθω κι εγώ, μήπως χρειάζεται να μείνω κοντά της.
Ο Ανδρέας την κοίταξε αποσβολωμένος και συγκινημένος. Χωρίς να πει κάτι πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, την παρακάλεσε να μείνει κοντά στον πατέρα του, μέχρι να γυρίσει και μετά θα βλέπανε τι θα γινόταν με τη μητέρα. Εκείνη συμφώνησε, αν και θα προτιμούσε να είναι μαζί του.

Ο Ηλίας κοιτούσε νευρικά, μια το ρολόι και μια τη μάνα. Το ιδιαίτερο μάθημα το είχε μεταφέρει κατά μια ώρα αργότερα. Παρ' όλα αυτά, η ανησυχία του για πιθανή αργοπορία του Στέφανου, δεν έλεγε να τον αφήσει. Οι γιατροί τον καθησύχασαν για την κατάσταση της υγείας της, αλλά την επομένη που θα γινόταν μαγνήτης, τότε θα ήξεραν καλύτερα. Η μάνα έγειρε, φάνηκε ότι ο ύπνος την επισκέφθηκε γρήγορα, τα παυσίπονα είχαν φέρει αποτέλεσμα. Βαρέθηκε στο δωμάτιο, ζήτησε από μια κυρία συνοδό ασθενούς στο διπλανό κρεβάτι να έχει το νου της για λίγο και βγήκε έξω. Θυμήθηκε το φίλο του Νίκο από το πανεπιστήμιο, του είχε τηλεφωνήσει προ ημερών ότι ήρθε στην πόλη του, είναι γιατρός στο Νοσοκομείο. Αποφάσισε να κάνει μια βόλτα, να ρωτήσει γι’ αυτόν. Καθώς βγήκε από το δωμάτιο, προχώρησε στο διάδρομο. Έψαχνε να βρει πού είναι το κυλικείο, να βάλει κάτι στο στόμα του, να πάρει νερό και για τη μάνα. Καθώς περπατούσε αφηρημένα κοιτώντας τις πινακίδες, έπεσε πάνω σε μια γυναίκα ψηλή, ξανθιά, με γαλανά μάτια, που μιλούσε με έναν γιατρό εκείνη τη στιγμή. Αυτομάτως συνειδητοποίησε ότι ο γιατρός ήταν ο φίλος του ο Νίκος κι εκείνος ότι είχε μπροστά του τον κολλητό του Ηλία. Χωρίς περιστροφές, αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, ρώτησε ο ένας τον άλλον τι κάνει, τα στερεότυπα. Η κοπέλα δίπλα τους κοιτούσε περίεργα, απορημένη. Της ζήτησε συγγνώμη και τη σύστησε στον Ηλία.

-Ηλία, από εδώ η αδελφή μου Λίνα, ήρθε να με δει από την Κέρκυρα σήμερα με το πρωινό αεροπλάνο, μέσω Θεσσαλονίκης.
-Λίνα, από εδώ ο Ηλίας, κολλητός μου για χρόνια, σου έχω μιλήσει πολλές φορές γι αυτόν!

Ο Ηλίας δεν πίστευε στα μάτια του, ο κολλητός του είχε κουκλάρα αδελφή κι αυτός δεν τη γνώρισε ποτέ, ήταν για να μουντζώνει τον εαυτό του. Ο Νίκος λες και διάβασε τη σκέψη του, γέλασε με νόημα και στη συνέχεια τον ρώτησε να μάθει το λόγο, που βρίσκεται στο Νοσοκομείο. Η απάντηση τον στενοχώρησε και αμέσως κατευθύνθηκε μαζί του στο δωμάτιο της μάνας. Ο Ηλίας ανακουφίστηκε, γιατί ένιωθε ότι η μάνα του θα ήταν σε καλά χέρια και χάρηκε γιατί είχε την τύχη να γνωρίσει τη Λίνα. Χαλαρός πλέον, δεν έχασε ευκαιρία να τους προτείνει φαγητό για την επόμενη μέρα. Ο Νίκος είπε ότι θα μπορούσε αργά το βράδυ για κανένα ποτό, ενώ η Λίνα με μεγάλη χαρά δέχθηκε την πρόταση, δεν ήξερε και τι να κάνει μόνη σε έναν τόπο άγνωστο.
Ο Στέφανος έφθασε στο Νοσοκομείο με αγωνία. Το λεωφορείο της γραμμής άργησε στο δρομολόγιο κι αυτός δεν είχε λεφτά για ταξί. Τη μέρα που έπιασε δουλειά, πήρε στο "Χαμογελάκι" του, έτσι αποκαλεί το κορίτσι του, ένα μικρό δώρο. Του άρεσε να τη βλέπει όμορφη κι αυτή του το ανταπέδιδε. Όταν έπιανε την κιθάρα, χάνονταν και οι δύο στις μελωδίες του. Έβλεπε στο πρόσωπό της το σύμπαν όλο, του έφτανε.
Ο Ηλίας τον είδε από μακριά και του ’κανε νόημα. Δωμάτιο 123, συμπτωματικό νούμερο με τους αριθμούς σε σειρά. Είχε μια τάση να ασχολείται με τα νούμερα, το sudoku του ‘δωσε εικόνες κι αυτές γίνονταν καθημερινότητα στη συμπεριφορά. Ο αδελφός του, μαθηματικός γαρ, του το κόλλησε, είχαν πάντοτε ένα συναγωνισμό μεταξύ τους στα νούμερα. Άρχισε με το να του μαθαίνει την προπαίδεια και εξελίχθηκε να λύνει sudoku στο λεπτό. Στο τάβλι όμως ήταν αχτύπητος, κανένας από την οικογένεια δεν του έπαιρνε παιχνίδι. Καμιά φορά ο πατέρας, που ήταν ο δάσκαλός του στο τάβλι, τον διόρθωνε ακόμη, παρεμβαίνοντας από συνήθεια.
Η μάνα βρισκόταν ακόμη υπό την επήρεια των χαπιών. Τα μάτια της κλειστά, τα μαλλιά της μπερδεμένα, αλλά πάντα όμορφη. Το πρόσωπό της είχε μια γαλήνια γοητεία που τον τρόμαξε. Την κοίταζε με θαυμασμό, την αγαπούσε πολύ κι αυτή του ‘δειχνε την αδυναμία που του ‘χε, ήταν ο μικρότερος και ο χαϊδεμένος της. Θα πονούσε πολύ αν την έχανε.


Στο σπίτι επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Ο Νικήτας, μετά την πρώτη μέρα στο ορυχείο, χρειαζότανε ένα ζεστό μπάνιο για να ξεβρομίσει απ’ όλη τη σκόνη, να πετάξει από πάνω του την τέφρα, που έγινε ένα με το πετσί του. Τα μαθήματα εκπαίδευσης αφορούσαν κυρίως ασφάλεια και στη συνέχεια θα τους έστελναν στο πόστο τους. Όλοι ήτανε οκταμηνίτες που παρακολουθούσαν τα μαθήματα. Ανάμεσά τους δεν υπήρχε ανειδίκευτος εργάτης, πολιτική της εταιρίας. Πολλοί ήταν πτυχιούχοι με μεταπτυχιακά, ενώ εμφανίστηκε κάποια κοπέλα με διδακτορικό. Βέβαια, επειδή οι ανάγκες απαιτούσαν εργάτες οδηγούς, χειριστές μηχανημάτων, δύο μηχανολόγους και τρεις ηλεκτρολόγους, οι περισσότεροι δεν δήλωσαν στο βιογραφικό τα τυπικά προσόντα τους. "Η μόρφωση στην Ελλάδα έχει πάει στο τρίτο επίπεδο", αναλογίστηκε. Οι γυναίκες ήταν αρκετές, πολλές είχαν παρακολουθήσει νυχτερινά σχολεία τεχνικής εκπαίδευσης, για να μπορέσουν να προσληφθούν. Σε λίγες ώρες γνωρίστηκε με τους περισσότερους. Ήταν από τη γύρω περιοχή, αλλά υπήρχαν και κάποιοι από την υπόλοιπη Ελλάδα. "Η ανεργία βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, καλά κρατεί".



Σε χειρότερη κατάσταση είναι οι εργολαβικοί εργάτες. Είναι άτομα που προσλαμβάνονται από εργολάβους που αναλαμβάνουν έργα της ΔΕΗ. Αρκετοί απ’ αυτούς είναι ανειδίκευτοι, τα δε ωράριά τους απάνθρωπα. Οι δυσκολίες τους έχουν να κάνουν με την πληρωμή τους και τα ένσημα, που συνήθως βρίσκονται σε καθυστέρηση, με το πρόσχημα της κρίσης. "Υπάρχουν και χειρότερα", σκέφθηκε.
Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και προχώρησε μέσα στο σπίτι. Νεκρική σιγή. Κάπου θα ‘ναι όλοι υπέθεσε. Έκανε ένα μπάνιο, ευτυχώς ο ηλιακός είχε ζεστό νερό σήμερα με την ηλιοφάνεια. Καλά που έχουν και την τηλεθέρμανση, τους παρέχεται φθηνότερη θέρμανση και ζεστό νερό. Άλλαξε γρήγορα, δεν συνήθιζε να χάνει τον καιρό του στον καθρέφτη και προχώρησε για την έξοδο. Το τηλέφωνο όμως τον σταμάτησε.
-Ναι;
-Γεια σου Νικήτα μου, πώς πήγε σήμερα;
-Γεια σου κοριτσάκι μου, καλά ας τα πούμε. Θα βγω για καφέ, να βρεθούμε;.
-Ναι, αυτό θα σου ‘λεγα κι εγώ!
-Στο ίδιο μέρος. Εντάξει;
-Ναι, ναι, Νικήτα μου, εκεί!

Με την Ελένη έχουν δεσμό, από τότε που γύρισε πίσω από τη Θεσσαλονίκη. Γνωρίστηκαν στον ΟΑΕΔ, όταν πήγε να κάνει τα χαρτιά του για το ταμείο ανεργίας.
Για παρόμοιο λόγο είχε πάει κι αυτή, για να ανανεώσει την κάρτα της.
Πιάσανε κουβέντα, καθώς περιμένανε στη σειρά, ενώ αυτή προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει για τα χαρτιά του, καθότι έμπειρη πλέον.
Αυτό ήταν, η Έλενα, όπως την αποκαλεί χαϊδευτικά, του πήρε την καρδιά.
"Συμφιλιώθηκα με τον εαυτό μου
Έδιωξα τον θυμό μου
Γιατί ζωγράφισα τα όνειρά μου."



*****
Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες στο δωμάτιο κι ο Κωνσταντής δεν μπορούσε να δει την ώρα. Κάποια στιγμή χρειάστηκε να πάει στο μπάνιο, αλλά ένιωσε ότι ζαλίζεται. Κοντοστάθηκε θέλοντας να ισορροπήσει τις δυνάμεις του. Εκείνη τη στιγμή πλησίασε στο δωμάτιο διστακτικά η Ειρήνη, η κοπέλα από δίπλα.
-Ξυπνήσατε; Να σας βοηθήσω αν θέλετε να πάτε στο μπάνιο;
-Ναι, Ειρήνη μου! θα ‘θελα. Πού πήγαν οι υπόλοιποι;
-Ο καθένας με τις δουλειές του, τρέχουν, έμεινα εγώ στο πόδι τους…
-Αχ κοπέλα μου καλή, σε ταλαιπωρούμε, θα τα καταφέρω νομίζω, νιώθω καλύτερα…
Σκεφτόταν πόσο δύσκολο θα ‘ταν αν πάθαινε κάτι, καθώς θα πήγαινε για τουαλέτα. Ντρεπόταν από την κοπέλα, δεν ήταν και η κόρη του.
Τη Λενιώ τους τη γέννησαν πριν από τον Στέφανο. Ήταν καστανή, λεπτοκαμωμένη με πράσινα μάτια, του ‘μοιαζε ή έφερνε περισσότερο στη μάνα του. Οι δίδυμοι την έπαιζαν πολύ, την είχαν υπό την προστασία τους. Ήταν όμορφη σαν άγγελος, είχε μια χάρη, μια γλυκύτητα στο πρόσωπο. Στο σχολείο πρώτη στην τάξη, οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές της την αγαπούσαν. Είχε πολλούς φίλους, επειδή δεν έφερνε αντίρρηση σε κανέναν. Ήταν στην πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν άρχισαν τα πρώτα συμπτώματα ζάλης, χλομάδας, κούρασης στο περπάτημα, που αργότερα εξελίχθηκε σε πόνο στα κόκαλα και στις αρθρώσεις, με συχνό πυρετό. ΟΙ γιατροί, μετά από πολλές εξετάσεις, διέγνωσαν οξεία λευχαιμία, δεν θυμάται τον ακριβή όρο, τι σημασία έχει… Το περιβάλλον, τους είπαν, δεν πρόλαβαν, θ' άλλαζαν τόπο για να σωθεί το Λενιώ τους, αν το 'ξεραν νωρίτερα. Η μικρή του Λενιώ έφυγε μετά από μερικούς μήνες θεραπείας, η διάγνωση δεν διαψεύστηκε, ήταν σκληρή, αλλά επιτυχής. Η Ντίνα του δεν το άντεξε, από τότε την πήρε ο κατήφορος. Καλά που ο Θεός τους ευλόγησε, ν’ αποκτήσουν τον Στέφανο, κι ήρθε γαλήνη στο σπίτι.
Οι μνήμες σκαλίζουν το παρελθόν,
να φωτίσουν θαμπές εικόνες"

Άπλωσε το χέρι του για να πιάσει της Ειρήνης, που στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι για να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Φόρεσε με δυσκολία τις παντόφλες του και ακουμπώντας γερά στον ώμο της κατευθύνθηκαν προς το μπάνιο. Τα βήματά του βαριά, δύσκολη η καλογερική. Άκουσε απ' έξω τον γνώριμο θόρυβο της μηχανής του αυτοκινήτου του. "Θα ‘ναι ο Ανδρέας", σκέφτηκε. Κοντοστάθηκε για να βεβαιωθεί.
-Εδώ είμαι! μίλησε πρώτος ο Ανδρέας.
-Γεια σου, παιδί μου, πού πήγες κι άφησες εδώ την κοπέλα μόνη της;
-Θα τα πούμε πατέρα… Να σε βοηθήσω;
-Ναι, αρκετά κούρασα την Ειρήνη, να ‘σαι καλά, παιδί μου.
Περίμεναν και οι δύο υπομονετικά να βγει ο Κωνσταντής από το μπάνιο. Μόνο οι ματιές τους κάνανε παιχνίδι, λέγανε όλα αυτά που δεν τολμούσε ακόμη να πει ο ένας στον άλλον.
*****
Η Λίνα, θα πήγαινε στο σπίτι του Νίκου επί της οδού Νοσοκομείου, για να ξεκουραστεί. Στον ίδιο δρόμο βρισκόταν το σπίτι που είχε το ιδιαίτερο μάθημά του ο Ηλίας. Περίφημα, ιδανική ευκαιρία να φύγουν παρέα. Προθυμοποιήθηκε αμέσως να τη συνοδεύσει. Αυτή συμφώνησε με ιδιαίτερη χαρά.
Χαιρέτησε βιαστικά τον Νίκο υποσχόμενος να του τηλεφωνήσει αργότερα, φίλησε στο μέτωπο τη μάνα, ζήτησε απ' τον αδελφό του να του τηλεφωνήσει σε περίπτωση ανάγκης και βγήκε γρήγορα έξω για να καλέσει ταξί.
Ένοιωθε περίεργα, αλλά όμορφα με τη Λίνα δίπλα του. Είχε κάτι το ξεχωριστό αυτή η κοπέλα, κάτι το εξωτικό. Τα μάτια έδεναν με τα χρώματά της, τη φανταζόταν να αφιερώνει πολλές ώρες για την εμφάνισή της. Δεν θα την έλεγε κοκέτα, αυτό θαρρούσε πως πήγαινε σε μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά είχε φινέτσα, όπως έλεγαν οι Ιταλοί φίλοι του. Προσεκτικό ντύσιμο, βάψιμο, το περπάτημά της τόνιζε τη στενή φούστα που φορούσε, ενώ τα πόδια της ήταν το περίγραμμά της. Άρχισε να αναρωτιέται για τη διαολεμένη τύχη του να τη συναντήσει τώρα, πόσα χρόνια άραγε πέρασαν άδεια χωρίς αυτήν;

"Ας ήταν,
να ‘χα στο προσκέφαλο την ομορφιά της,
να ‘κανα έρωτα με τ’ άρωμά της.
Κι ας ξύπναγα απ’ τ' όνειρο
σε γνώριμα μέρη."

Το ταξί έφθασε γρήγορα στον προορισμό του, δεν πρόλαβαν να πουν πολλά, τ’ άφησαν για την επόμενη μέρα. Αντάλλαξαν τηλέφωνα και την καληνύχτισε φιλώντας την τρυφερά. Με ένα κόμπο στο λαιμό και το στομάχι σφιγμένο έφθασε στη διεύθυνση του μαθητή του. Πολύ θα ‘θελε να μπορούσε να τ' ακυρώσει και να συνέχιζε με ποτό σ’ ένα μπαράκι με τη Λίνα. Καθώς χτυπούσε το κουδούνι, συνειδητοποίησε ότι δεν μίλησε με τον Ανδρέα για τον πατέρα, ενώ δεν ενημέρωσε τον Νικήτα για τη μάνα. Ήλπιζε να το κάνουν οι άλλοι, δεν προλάβαινε τώρα, είχε περάσει η ώρα.
*****
Το καφέ ήταν το στέκι τους, δύο βήματα πιο κάτω. Από τότε που γνωρίστηκαν, δεν το άλλαζαν. Άρεσε στο Νικήτα γιατί του θύμιζε τα φοιτητικά του χρόνια, τότε που σύχναζαν με την παρέα στης Ζώγιας, την τσαγερία στην Αγγελάκη. Πολλές φορές πήγαιναν οι φίλοι του, που ξεμπέρδευαν πιο νωρίς από τα μαθήματα, για να πιάσουν τραπέζι, χαμός γινότανε. Αυτήν τη γυναίκα, τη Ζώγια, τη γνώρισε προσωπικά. Εξαιρετική κυρία, δούλεψε στο μαγαζί της σερβιτόρος για κανένα μεροκάματο. Αυτή συνεπής στην πληρωμή, στο ένσημο, τους μοίραζε τα πουρμπουάρ. Κάθε φορά που σχόλαγε του ‘δινε για τον αδελφό του μηλόπιτα, ήξερε ότι του άρεσε. Είχε γνωρίσει όλη την οικογένεια, όλοι πέρασαν απ’ εκεί. Κάθε φορά μετέφερε χαιρετισμούς από την μεν στους δε και το αντίθετο.
-Τελικά πώς ήταν η πρώτη μέρα σου; τον ρώτησε η Έλενα.
-Βαρετά, αλλά με πολλές φωτογραφίες στη μηχανή μου, έχω πολλά θέματα να φυλάξω στη μνήμη μου. Οι συνθήκες εκεί μέσα δύσκολες, αυτή η τέφρα δεν αντέχεται, θα τα καταφέρω όμως, υπάρχουν και χειρότερα. Το ήξερες ότι εκεί μέσα εργάζονται οι μόνιμοι, οι οκταμηνίτες, όπως μας λένε και οι εργολαβικοί; Η χειρότερη περίπτωση είναι η τελευταία. Παίζει μεγάλη εκμετάλλευση, αλλά τι επιλογές έχουν;  Περιμένουν στη σειρά για το μεροκάματο. Δεν μπήκα ακόμη στα βαθιά, αργότερα που θα πάω στο πόστο μου, θα έχω να σου πω περισσότερα. Μέχρι τώρα ό,τι ξέρω τα έχω ακούσει από τον πατέρα μου. Γενικά απέφευγε να αναφερθεί στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Ο καημός του ήταν να συνεχίσουμε ανεπηρέαστοι τις σπουδές μας, για την πραγμάτωση των ονείρων μας. Δυστυχώς όμως το όνειρο έσβησε και σκεπάστηκε με την τέφρα. Εμείς παλεύουμε με την ανεργία σε άλλη κατηγορία, με προσωρινές δόσεις οξυγόνου. Καταφέραμε να κάνουμε κορνίζα το πτυχίο μας, να ήμαστε περήφανοι εμείς και οι γονείς μας, με δόσεις ειρωνείας, γιατί το χιούμορ στέγνωσε στα χείλη μας.
Η Έλενα δεν έλεγε τίποτε, τον άκουγε και σκεφτόταν τους γονείς της, στον ίδιο παρονομαστή και η οικογένειά της.
Τον μονόλογο του Νικήτα διέκοψε το τηλέφωνο.
-Νικήτα, πού είσαι ;
-Στο καφέ με την Έλενα, τι έγινε Ανδρέα, πώς είναι ο πατέρας;
-Ο πατέρας τα συνηθισμένα, μετά τη χημειοθεραπεία ξέρεις, δεν αντέχει τις παρενέργειες ο καημένος. Για τη μάνα σε πήρα, είναι στο Νοσοκομείο, ασφαλής.
-Τι σημαίνει ασφαλής ρε Ανδρέα, μίλα ξεκάθαρα!
-Χτύπησε στη δουλειά και μάλλον επηρεάστηκε κάποιος σπόνδυλος, όπως μας είπαν οι γιατροί. Είναι ο Στέφανος μαζί της, έφυγε από τη δουλειά πιο νωρίς, ο Ηλίας είχε ιδιαίτερο.
-Καλά - καλά, θα πάω από εκεί αμέσως, μην ανησυχείς. Εσύ μείνε στο σπίτι μήπως χρειαστεί κάτι ο πατέρας.
-Έγινε! είπε ο Ανδρέας κι έκλεισαν το τηλέφωνο συγκινημένοι και οι δυο τους.
Του Νικήτα του ‘ρθε να βουρκώσει, αλλά συγκρατήθηκε, όχι γιατί ντρεπόταν την Έλενα που ήταν ο άνθρωπός του, δεν είχε τέτοιους ενδοιασμούς, αλλά γιατί ήταν εκεί μαζεμένοι φίλοι του και θα άρχιζαν να ρωτάνε.
Η ατμόσφαιρα στο Νοσοκομείο ήταν βαριά, έκανε κρύο έξω, τα χιόνια είχαν σκεπάσει τα δένδρα και τα περιφερειακά μονοπάτια γίνονταν δύσκολα πλέον για τους πεζούς, λόγω του παγετού. Οι νιφάδες του χιονιού συνέχιζαν να επισκέπτονται τα παράθυρα και τα σπουργίτια μαζί με τα περιστέρια, διεκδικούσαν τη θέση τους στο περβάζι. Η Ντίνα θα ‘θελε πολύ να ανοίξει το παράθυρο, να ακούσει το θρόισμα των φύλλων, να νιώσει την υγρασία να περονιάζει τα κόκαλά της. Ο Στέφανος είχε γείρει στα πόδια της, εκείνη δεν είχε αντιληφθεί αρχικά την παρουσία του. Πότε ήρθε, ποιος τον ειδοποίησε; "Στενοχωρήθηκε το πουλάκι μου", σκέφθηκε. Οι τραπεζοκόμες που ‘φεραν το φαγητό έκαμαν φασαρία και ξύπνησε τρομαγμένος. Μόλις συνήλθε από την πρώτη αντίδραση, άρχισε τις ερωτήσεις τη μια πίσω απ’ την άλλη. Τι συνέβη, πώς χτύπησε, αν πονάει, σε ποιο σημείο, τι είπαν οι γιατροί, πόσο θα μείνει, την τρέλανε, ενώ προσπαθούσε να του μετριάσει την αγωνία. Αυτή με τη σειρά της, ήθελε να μάθει για τον Κωνσταντή, αν γύρισε, πώς είναι, αν ζαλίζεται, αν πονάει, αν έχει τάση για εμετό αν, αν, αν...
Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μπορούσαν να απαντήσουν όλες τις ερωτήσεις. Η Ντίνα, λόγω άγνοιας της κατάστασής της, πέρα από τον πόνο που ήταν κτήμα της και μπορούσε να τον κάνει κουμάντο. Ο Στέφανος δεν πρόλαβε να μάθει για τον πατέρα κάτι, εφόσον δεν πέρασε από το σπίτι και ήρθε απευθείας στο Νοσοκομείο.
Μια κυρία, που παρακολουθούσε το διάλογο με διακριτικότητα, παρενέβη λέγοντας ότι είχε περάσει κάποιος Ανδρέας, ένα ομορφοπαλίκαρο, συμπλήρωσε με νόημα, δεν είπε όμως κάτι, μίλησε με τον γιατρό και έφυγε βιαστικά.
Η ξαφνική είσοδος του Νίκου στο δωμάτιο διέκοψε τη συζήτηση. Τους συστήθηκε, ανέφερε ότι ήταν φίλος με τον Ηλία και ότι γνώριζε επίσης τον Ανδρέα και τον Νικήτα. Αναφέρθηκε στην υγεία της λέγοντάς της ότι θα έπρεπε να διερευνηθεί περισσότερο η κατάστασή της.
-Θα χρειαστεί να κάνετε λίγη υπομονή ακόμη, κυρία Ντίνα, είναι για το καλό σας. Ο Διευθυντής ζήτησε να γίνει μαγνητική την επόμενη μέρα, παράλληλα με νέες εργαστηριακές εξετάσεις. Σας παρακαλώ, μην ανησυχείτε, θα γίνουν όλα όπως πρέπει.

Τους χαιρέτησε ευγενικά και αποχώρησε, κλείνοντας σιγά την πόρτα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που την άνοιξε.
Έμειναν να κοιτιούνται απορημένοι, αλλά και αρκετά ανακουφισμένοι, εφόσον θα είχαν δίπλα τους το φίλο γιατρό των παιδιών της.
Η πόρτα άνοιξε γι άλλη μια φορά, κι έκαναν την εμφάνισή τους με την αγωνία σχηματισμένη στο πρόσωπο ο Νικήτας με την Έλενα. Πλησίασαν τη μάνα και την ασπάσθηκαν, ενώ δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπο της Ντίνας.
"Την άνοιξή μου
φύλαξαν τα γηρατειά
σ’ ανέμους να σκορπίσουν.
Μα δεν πρόκαμαν
της μοίρας τα λεπτά
για να χρονομετρήσουν."

Δεν χρειάστηκε να μείνει κάποιος το βράδυ με τη μάνα. Ο Στέφανος κάθισε μέχρι αργά μαζί της, για να της κάνει παρέα. Κάλεσε στο τηλέφωνο τον Ανδρέα, για να μάθει πώς ήταν ο πατέρας. Η μάνα ζήτησε να μιλήσει μαζί του, αλλά της είπαν ότι κοιμόταν ήδη από νωρίς, καθώς ήταν εξαντλημένος από το ταξίδι και τη χημειοθεραπεία… Ήταν ήρεμος πλέον, ενώ η Ειρήνη έμεινε παρέα με τον Ανδρέα για να προσφέρει συντροφιά και βοήθεια. Ο Ηλίας θα γύριζε σε λίγο, ενώ ο Νικήτας μόλις είχε φθάσει κι αυτός στο σπίτι.
Η Ειρήνη καληνύχτισε κι αποχώρησε για το σπίτι της. Φεύγοντας πλησίασε τον Ανδρέα και τον ρώτησε αγγίζοντάς τον απαλά στο χέρι, αν θα ‘θελε να περάσει την επομένη το πρωί από το σπίτι για να τακτοποιήσει και να φροντίσει τον πατέρα του. Ο Ανδρέας την ευχαρίστησε, ενώ έσκυψε με τρυφερότητα και της έδωσε ένα φιλί, φανερά συγκινημένος. Η σημερινή τους επαφή έδωσε άλλα σημεία, τόλμησαν επιτέλους να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον πιο κοντά, να μιλήσουν για τα όνειρά τους, να αφουγκρασθούν καλύτερα ό,τι συνέβαινε μέσα τους. Ήταν μπερδεμένοι με τη φιλία τους, όλα αυτά τα χρόνια που γνωρίζονταν. Δεν άφηναν να ξεχειλίσουν τα πραγματικά τους αισθήματα, με αποτέλεσμα να βασανίζονται. Σήμερα, με αφορμή τα γεγονότα που συνέβησαν, είδαν την αλήθεια της ψυχής τους, άνοιξαν τις καρδιές τους και ήρθαν ο ένας πιο κοντά στον άλλον.

"Τίποτα δεν είναι πια κρυφό.
Κι εγώ τρελαίνομαι να τ΄ αποκρυπτογραφώ".

Ο Ανδρέας κουρασμένος κι αυτός απ’ όλη την ημέρα, καληνύχτισε με τη σειρά του και στράφηκε προς το δωμάτιό του. Τα σχέδιά του όμως άλλαξαν αμέσως, όταν ο πατέρας άρχισε να φωνάζει καλώντας σε βοήθεια. Έτρεξαν αμέσως στο δωμάτιο με τον Νικήτα, που βρισκότανε ακόμη στο σαλόνι. Σχεδόν αμέσως έφθασε και ο Ηλίας που μόλις είχε μπει στο σπίτι.


Οι παρενέργειες από το φάρμακο αργούν να υποχωρήσουν και οι πόνοι στα κόκαλα είναι ανυπόφοροι. Δεν μπορούν να του προσφέρουν τίποτα παραπάνω, από το να σταθούν δίπλα του, να του βρέξουν το μέτωπο με μια πετσέτα για να του πάρουν τον ιδρώτα, να του κρατήσουν το χέρι στοργικά, μέχρι να ηρεμήσει για να μπορέσει να ησυχάσει.



ΙΙ. "Θύελλες σκορπίσανε παντού"


Τα δυσάρεστα νέα ο Νικήτας τα έμαθε μέσα στο ορυχείο. Ο κόσμος ήταν αναστατωμένος. Συζητήσεις και διαφωνίες μεταξύ των εργαζομένων άρχισαν να κυλούν, παράλληλα με το γεγονός. Το κλίμα είχε γίνει έντονα συγκινησιακό, ενώ οι πληροφορίες έρχονταν συγκεχυμένες, μέχρι που το ανακοινωθέν έδωσε τέρμα στη σύγχυση που επικρατούσε.

Σαραντατριάχρονος έχασε τη ζωή του σε τροχαίο που σημειώθηκε στους χώρους του ορυχείου του Νοτίου Πεδίου της ΔΕΗ στην Πτολεμαΐδα, ανέφερε το δελτίο τύπου.
Το περιστατικό σημειώθηκε, όταν η καρότσα μεγάλου φορτηγού που επιχειρούσε προσπέραση, προσέκρουσε πάνω σε σκαπτικό μηχάνημα, με αποτέλεσμα η καμπίνα του οδηγού να αποκολληθεί, να πέσει στο έδαφος και να καταπλακώσει τον σαραντατριάχρονο οδηγό.


Με τη βοήθεια άλλων μηχανημάτων, ο σαραντατριάχρονος απεγκλωβίστηκε και μεταφέρθηκε, με ασθενοφόρο της ΔΕΗ, στο Νοσοκομείο Κοζάνης, όπου αργότερα, σύμφωνα με τις Αρχές, κατέληξε.


Ένα ερώτημα πλέον κυριαρχούσε ανάμεσά τους, αν τα μέτρα ασφαλείας επαρκούσαν για την αποφυγή ανάλογων ατυχημάτων. Η οικογένεια του άτυχου οδηγού θα είχε δυσκολίες μπροστά της, ενώ ο ίδιος έφυγε πολύ νωρίς και άδικα. Η αβλεψία έχει συνέπειες προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά η πρόνοια ενισχύει την ασφάλεια. Αργά πλέον για το νεκρό, του 'κοψε το νήμα της ζωής μια λεπτομέρεια. Πολλά ατυχήματα μετριούνται στο χώρο του ορυχείου και για τη βελτίωση των μέτρων ασφαλείας υπήρχαν ερωτηματικά.



Η ανησυχία του μεταφέρθηκε στην κατάσταση της μάνας και του πατέρα. Δεν θα ‘πρεπε να το μάθουν, αν και δεν ήταν εύκολο. Μικρή η κοινωνία και όλοι γνωστοί μεταξύ τους. Αυτό που τον απασχολούσε ήταν να μην επιδεινωθεί η κατάστασή τους. Μακρινοί συγγενείς με την οικογένεια του άτυχου νεκρού, αλλά και συγγένεια να μην έχεις, ο πόνος και η συγκίνηση είναι ίδια. Οι ανησυχίες εντείνονταν για τους δικούς τους που εργάζονταν μέσα στα έργα, όλοι το έκρυβαν, αλλά περνούσε από το μυαλό του καθενός "ποιος θα ‘ναι ο επόμενος άτυχος;"

Η μάνα είχε δίκιο που αντέδρασε στην πρόσληψή του, ήξερε. Αλλά κι αυτός τι να έκανε, πόσο αντέχεται η ανεργία; Το χέρι κουράστηκε απλωμένο με ανοιχτή παλάμη, από τη μια να μουντζώνει τον εαυτό του για την κατάντια και από την άλλη για να πέσει ενίσχυση στον καφέ και τα τσιγάρα. Τα ‘κοψε και αυτά τελευταία, θα κόψει και τον καφέ; Όχι, αυτό δεν γίνεται, το στέκι του το αγαπά, το έχει συνδέσει με τη Θεσσαλονίκη και την Έλενά του, καθώς πηγαίνουν εκεί τ’ απογεύματα, πριν αράξουν στη φωλιά τους.

Το μεροκάματο θα έδινε μικρή βοήθεια στο σπίτι, οι λογαριασμοί έτρεχαν κι αυτός συμφώνησε με τον μικρό να μοιραστούν ένα μέρος, κι ας διαφωνούσε η μάνα γι’ αυτό.

Η δόνηση στο κινητό του διέκοψε τις σκέψεις του. Το είχε αφήσει ανοιχτό μήπως τον καλέσουν, είχε την αγωνία του και για τους δύο, ο πατέρας στο σπίτι και η μάνα στο Νοσοκομείο. Ήταν βέβαιος ότι μόλις μάθαιναν τα δυσάρεστα για τον οδηγό, θα του τηλεφωνούσαν. Τον καλούσε η μάνα. Ευτυχώς το τηλεφώνημα έπεσε στο διάλειμμα, θα μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα.

-Νικήτα, έλα αγόρι μου, είσαι καλά; Άκουσε τη φωνή της τρεμάμενη, με αγωνία.
-Ναι, μάνα, καλά είμαι εγώ, εσύ πώς είσαι; Έκανες μαγνητική;
-Όχι, ακόμη δεν με πήραν, αλλά έδωσα αίμα και ούρα πρωί- πρωί. Γι αυτό σε κάλεσα πιο μπροστά, μήπως μου τηλεφωνούσες και δεν θα με έβρισκες.
-Εντάξει, μάνα, όλα καλά, θα τα πούμε όταν σχολάσω
"Ευτυχώς, φάνηκε ότι δεν έμαθε κάτι για το ατύχημα ή προσποιήθηκε ότι δεν έμαθε για να μη μου μεταδώσει την ανησυχία της", σκέφθηκε.

Πριν καλά-καλά τελειώσει με τη μάνα, πάλι το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν ο Ανδρέας που ήθελε να μάθει για το πώς ήταν τα πράγματα μέσα στο ορυχείο και να του μεταφέρει ότι ο πατέρας ήταν αρκετά καλά σήμερα. Έκλεισαν γρήγορα, δεν είχε πολλά περιθώρια, σε ένα λεπτό θα έμπαιναν για μάθημα, αλλά η σκέψη του ταξίδευε, στον έναν και στον άλλον. Στάθηκε όμως στο Ελενάκι του που δεν πρόλαβε χθες να το χαρεί με το ατύχημα της μάνας. Να ‘ναι καλά, του στάθηκε. Ένα δάκρυ σα να του φάνηκε ότι τον επισκέφθηκε.

Μια γνώριμη γυναικεία φωνή τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν η Αλεξάνδρα, ο όμορφος πειρασμός που τους καλούσε να περάσουν μέσα για την επόμενη ώρα.
*****
Η παραγγελία στο μαραγκάδικο έτρεχε μαζί με το χρόνο, που είχε γίνει απαιτητικός. Περιλάμβανε ξύλινα κουφώματα, πόρτες, παράθυρα, παντζούρια, έπιπλα κουζίνας και μπάνιου. Τα λεφτά ήταν καλά, αν και το αφεντικό έδωσε σκοτωμένες τιμές, όπως κατάλαβε ο νεαρός Στέφανος, ως μαθητευόμενος μαραγκός. Η αναδουλειά γκρεμίζει την αξιοπρέπεια. Καλός μαραγκός τ' αφεντικό, παλαιότερα δεν προλάβαινε τις παραγγελίες. Τον προτιμούσαν και αυτός τους τιμούσε με την καλή ποιότητα και τη συνέπεια στους χρόνους που είχαν συμφωνήσει για την παράδοση. Παλαιότερα έπαιρνε προκαταβολή τα μισά, και τα υπόλοιπα με την παράδοση. Γι αυτήν την παραγγελία πήρε μπροστάντζα μόνο το κόστος των υλικών, για να έχει εγγύηση στην πρόοδό της, με το ενδεχόμενο να μετανιώσει ο πελάτης για κάποιο λόγο. Δεν του είχε συμβεί ποτέ στο παρελθόν ακύρωση παραγγελίας, αλλά τώρα με την κρίση πού ξέρεις, αλλιώς τα προγραμματίζει κάποιος και αλλιώς του έρχονται. Πόσοι καλοί νοικοκυραίοι έχασαν τις δουλειές τους και μπήκαν στην ανεργία… Μεγάλο μέρος της περιοχής ήταν εξαρτημένο από το μεροκάματο. Οι περισσότεροι έχασαν τα χωράφια τους με την απαλλοτρίωση της ΔΕΗ. Βέβαια, τα παλαιότερα χρόνια από κάθε πληττόμενη οικογένεια η ΔΕΗ προσλάμβανε ένα μέλος. Τα υπόλοιπα μέλη αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν σε άλλες πόλεις ή να φύγουν στο εξωτερικό. Η μετανάστευση στη Γερμανία άγγιζε υψηλά νούμερα. Σήμερα δεν γίνονται πλέον προσλήψεις, παρά κατά περιόδους ζητούνται συμβασιούχοι ειδικευμένοι, για οκτώ μήνες. Υπήρχαν χωριά που ξεριζώθηκαν ολοκληρωτικά, τους πήραν χωράφια και σπίτια, ενώ από άλλα μόνο τα χωράφια τους και βρίσκονταν σε αναμονή για τα σπίτια τους, που ρήμαζαν από το σκάψιμο της γης. Το χωριό του παππού του ανήκε στη δεύτερη κατηγορία, σε άγρια κατάσταση δίπλα στα ορυχεία.
"Τίποτα δεν είναι ίδιο, ενώ την προηγούμενη μέρα βάδιζες σε δρόμο, την επόμενη μπορεί να τον έχεις χάσει. Κι αν χαθείς, δύσκολο το δρόμο σου να ξαναβρείς."
Όταν σε ένα χωριό τα χωράφια λείπουν, δεν υπάρχει τρόπος επιβίωσης. Το χώμα στους μπαξέδες είναι μολυσμένο από το περιβάλλον, ό,τι τρώνε έχει τον θάνατο μέσα του. Μεγάλες οικογένειες, οι ποσότητες γίνονται αναγκαίες για να καλύψουν τη διατροφή τους, και τα φυτοφάρμακα συμπληρώνουν την τραγική κατάσταση διαβίωσης.
Ο Στέφανος θυμόταν τη γιαγιά του πουρνό - πουρνό να φουρνίζει το ψωμί στο φούρνο της αυλής, που είχε κτίσει ο προπάππος με τα χέρια του, πριν από ένα αιώνα περίπου. Φρόντιζε να κρατά την καρβουνιά για το ψήσιμο του φαγητού αργότερα. Ο παππούς τσάπιζε στον μπαξέ να βάλει κοπριά χωνεμένη, να ραντίσει τα φυτά για τα ζιζάνια, να καθαρίσει από περιττά. Στη συνέχεια θα φρόντιζε να βγάλει τα ζώα στα χωράφια για βοσκή, ενώ η μάνα θα τακτοποιούσε το σπίτι μέχρι να γυρίσει ο πατέρας από τη δουλειά. Η ζωή κυλούσε όμορφα, τα μικρά ήταν μαζεμένα γύρω από τη φωτιά στο τζάκι για να ζεσταθούν, ο χειμώνας ήταν πάντα βαρύς και δεν σήκωνε αστεία, οι αρρώστιες χτυπούσαν τα σπίτια αλύπητα, αλλά υπήρχε σύμπνοια, ο ένας στήριγμα του άλλου. Τα αδέλφια του πατέρα και της μάνας δίπλα μας στις δουλειές και οι γονείς κοντά στις δικές τους ανάγκες. Αυτό που λέγεται όλοι μαζί σαν μια γροθιά. Η γροθιά όμως άνοιξε τώρα κι έγινε ανοιχτή παλάμη, για να μουντζώσουμε και να μουντζωθούμε. Δεχθήκαμε να είμαστε εξαρτημένοι από τη ΔΕΗ και τα παιδιά μαζί μ’ εμάς, να έχουμε σε δύο τσέπες διαφορετικές κάρτες, στη μια την κάρτα ανεργίας και στην άλλη υγείας.
Η οικονομική ευμάρεια που απέκτησαν κάποιες πληττόμενες οικογένειες από τις αποζημιώσεις της ΔΕΗ δεν στάθηκε δυνατή στις περισσότερες να σώσει την κατάσταση. Είτε γιατί δεν ήξεραν πώς να τα διαχειριστούν και τα σκόρπισαν στον άνεμο είτε γιατί διαλύθηκαν από τις φιλονικίες για τη διεκδίκηση του χρήματος που προέκυψαν, ανάμεσα στα μέλη της φαμίλιας.
"Αν ήταν να γύριζε πίσω ο χρόνος,
θα πέταγα τα χρόνια στα σκουπίδια,
να μην τα βρουν τα σκυλιά
κι από ντροπή τα μαρτυρήσουν."

Το εργαστήριο βρισκόταν σε ημιυπόγειο παλιάς οικοδομής, σε ένα στενό δρόμο. Το φως της μέρας περνούσε από την πόρτα και ελάχιστα από τα στενά πλαϊνά παράθυρα. Όταν τους έκανε την τιμή, κυρίως στην ηλιοφάνεια, το υποδέχονταν με μεγάλη ευχαρίστηση. Του άρεσε του Στέφανου να κάνει παιχνίδια με την αντηλιά. Όπου καθότανε το φως, έβαζε κομμάτια ξύλου και σχεδίαζε στο λεπτό εικαστικά είδωλα. Το αφεντικό του τον παρακολουθούσε κλεφτά, χωρίς να σχολιάζει. Έβρισκε τον μικρό να είναι δημιουργικός. Σε συνδυασμό με τον ευγενικό χαρακτήρα του, ήτανε ο ιδανικός συνεργάτης και βοηθός. Έκανε κι αυτός τα δικά του σχέδια για τον μικρό. Του περνούσε από το μυαλό να του προτείνει, όταν τελείωνε το πρόγραμμα, να συνεχίσει κοντά του. Πολύ θα το ‘θελε, κι αν ο μικρός συμφωνούσε, είχε όνειρα γι αυτόν. Δεν είχε την τύχη να αποκτήσει παιδιά, ήταν άκληρος και τον απασχολούσε. Ο μικρός άρχισε να κερδίζει τις εντυπώσεις και την εκτίμηση του αφεντικού του.

Στην πόρτα του εργαστηρίου φάνηκε ένα νεαρό ζευγάρι. Ήταν αρκετό για να διακόψει τους συλλογισμούς του Στέφανου, που τον ταξίδευαν σε δύσβατα μονοπάτια. Απέσπασαν την προσοχή του με την εμφάνισή τους στην πόρτα, καθώς τους έκοψαν το ελάχιστο φυσικό φως.
Ο κυρ Αποστόλης τους υποδέχθηκε με ιδιαίτερη χαρά. Ο Στέφανος κατάλαβε ότι τους περίμενε με αδημονία. Τους αποκάλεσε με τα μικρά τους ονόματα και η οικειότητα μεταξύ τους ήταν φανερή.
*****

Ο Ηλίας ήθελε να κερδίσει τη Λίνα από την πρώτη μέρα, αλλά δεν του έβγαινε, δεν του πήγαινε κάτι τέτοιο. Όσο το σκεφτόταν, τόσο μπερδευόταν. Περνούσαν από το μυαλό του όλα τα μέρη όπου θα μπορούσαν να φάνε ωραία, αλλά δεν ξεχώριζε, για την περίσταση, ένα χώρο που να του ταίριαζε. Στη Θεσσαλονίκη ήξερε πολλά, αλλά εδώ δεν σύχναζε σε τέτοιους χώρους, πού τέτοιες πολυτέλειες. Εδώ που τα λέμε, δεν υπήρχε μία, θα έπρεπε να ξοδέψει τα λεφτά από τα ιδιαίτερα. Γι' αλλού τα προόριζε, ήθελε να κάνει ένα δώρο στη μάνα, όταν θα 'βγαινε από το Νοσοκομείο. Θα ρωτούσε την Έλενα - αυτή γνώριζε καλύτερα, είχε περισσότερο καιρό εδώ. Η πόλη έχει πολλά μπαράκια, καφέ και ταβέρνες. Γιατί όμως να μην την πήγαινε σε μια ταβερνούλα, σε κανένα κουτουκάκι με μουσική; Και αργότερα να περνούσε ο Νίκος από εκεί και να βλέπανε.
Καθώς στεκότανε αφηρημένος, ο Ανδρέας τον έσπρωξε για να τον βγάλει από τις σκέψεις του.

-Ηλία, μη ξεχάσεις για σήμερα, παίζουμε στην ταβέρνα. Ο πατέρας δεν μπορεί, αλλά κανονίσαμε με έναν φίλο του να καλύψει το κενό.

Ο πατέρας έπαιζε μπουζούκι, ο Νικήτας πιάνο ή αρμόνιο, ο Ανδρέας κρουστά και ο Στέφανος κιθάρα. Ο ίδιος έπαιζε βιολί, αλλά συνήθως δεν συμμετείχε στην ορχήστρα. Μουσική οικογένεια, με τη μάνα να συνοδεύει με τη φωνή της πολλές φορές σε οικογενειακές μαζώξεις. Η μάνα είχε υπέροχη φωνή, Αγγελική ήταν το παρατσούκλι της, από τον άγγελο.

Να λοιπόν! Η καλύτερη πρόταση για φαγητό με τη Λίνα, στο όμορφο κουτουκάκι, όπου παίζει η οικογένεια. Από τη χαρά του που ξεμπλόκαρε από το πρόβλημα, αγκάλιασε τον Ανδρέα και τον φίλησε δυνατά.

-Ε ρε, τρελάθηκες; Πώς κάνεις έτσι, εσύ δεν παίζεις σήμερα!
-Το ξέρω ρε βλάκα, γι άλλο χαίρομαι…
-Έλα, πες μου, κάτι τρέχει!...
-Ναι, να μου κρατήσετε το καλύτερο τραπέζι, θα έρθω με τη Λίνα το βράδυ, την αδελφή του Νίκου.
-Όπα, Τι παίζει εδώ; Περίεργη η αντίδρασή σου. Έλα, λέγε…
-Τι να σου πω, ξανθό κουκλί, θεά!
-Ρε συ, πρόσεχε μην τα χαλάσεις με το Νίκο, αδελφή του είναι!
-Άσε ρε, ξέρω εγώ…
-Ξέρεις δεν ξέρεις, τέτοιος είσαι κι εγώ σε ξέρω, δεν αφήνεις θηλυκό να περάσει από την πόρτα!
-Έλα ρε συ, κόψε! Δεν είναι το ίδιο, το νιώθω…
-Εντάξει, πάω πάσο, αλλά σου λέω να προσέχεις, είναι άλλη περίπτωση…

*****
Η βάρκα του Κωνσταντή ξεχάστηκε στη λίμνη να βολοδέρνει με την καταιγίδα. Ο ίδιος ταλαιπωρημένος και αδύναμος στο κρεβάτι, δεν θα μπορούσε να πάει, αν και αρχικά αυτός ήταν ο σκοπός του.
Τα παιδιά με τις δουλειές τους και την εξέλιξη με τη Ντίνα δεν ασχολήθηκαν καθόλου με τη βάρκα. Η "Λενιώ" του μόνη να παλεύει με τα κύματα και τους αέρηδες. Όταν έπιανε καιρός τα πράγματα γίνονταν δύσκολα κι αυτός δεν είχε χρόνο, λόγω του ραντεβού του για χημειοθεραπεία, να την τραβήξει έξω. Το πιθανότερο να πήρε πολλά νερά, αρκεί να μη βούλιαξε. Θα έπρεπε να ζητήσει από τον Νικήτα να φροντίσει γι αυτήν, όταν γυρνούσε από τη δουλειά. Τώρα στη σύνταξη, η βάρκα του ήταν η καθημερινή ενασχόλησή του και την αγαπούσε. Αυτός ήταν και ο λόγος που της χάρισε το όνομα της αδικοχαμένης τους μικρούλας, της Λενιώς. Ευτυχώς οι θερμοκρασίες δεν πήγαν ακόμη κάτω από τους μηδέν βαθμούς.
"Δεν έχει η πλώρη δύναμη τα κύματα να σχίσει".
Τις σκέψεις του διέκοψε ο Ανδρέας, καθώς έμπαινε μέσα στο δωμάτιο για να του ανακοινώσει ότι επικοινώνησε με τον Νικήτα και συμφώνησαν να περάσει, στο σκόλασμά του από το ορυχείο, για να πάνε στη λίμνη να τραβήξουν τη βάρκα. Είναι αλήθεια ότι ένιωσε μιαν ανακούφιση με ό,τι άκουσε, μακάρι να ήταν καλά τα νέα. Γνώριζαν πολύ καλά και οι δυο τους τι να κάνουν, γι αυτό το λόγο δεν μπήκε καν στον κόπο να δώσει οδηγίες. Ο Ανδρέας τον φίλησε και φεύγοντας του είπε ότι θα περνούσε η Ειρήνη από το σπίτι για να του κρατήσει συντροφιά, όσο ο ίδιος θα έλειπε.

Ο Κωνσταντής δεν είχε λόγο ν’ ανησυχεί πλέον για τίποτε. Ευχαρίστησε τον γιό του κι έγειρε από την άλλη πλευρά, για να απολαύσει το βιβλίο του "Θα βρεθούμε ξανά". Του το χάρισε η Ζώγια, με το ψευδώνυμο Μεταλλικιώτη, είναι το τελευταίο βιβλίο της. Το θέμα του αναφέρεται σε μια παρέα φίλων που βρέθηκαν σ’ ένα νησί και ανασκαλίζουν τις μνήμες τους. Το κείμενο κυλούσε γρήγορα και του άρεσε πάρα πολύ. Κείμενο που ρέει και παρασέρνει τον αναγνώστη στους διαδρόμους της σκέψης και των συναισθημάτων της. Ανάμεσα στους ήρωες έχει διακρίνει τον εαυτό του, φαίνεται πως η συγγραφέας έχει ταλέντο να δίνει ρόλους στους αναγνώστες της.
Ένα τρυφερό χάδι στο μέτωπο συνοδευόμενο από τη γλυκιά φωνή της Ειρήνης, διέκοψε προσωρινά το ταξίδι του με συνταξιδιώτες την παρέα του βιβλίου της φίλης του.

-Χρειάζεστε κάτι, κύριε Κωνσταντή; Θέλετε να σας ετοιμάσω ένα τσάι του βουνού με μέλι;
-Όχι, Ειρήνη μου, είμαι καλά, ευχαριστώ, αν θέλεις κάνε κάτι για σένα, η τηλεόραση μέσα νομίζω είναι ανοιχτή, ίσως βρεις κάτι που θα σε ενδιαφέρει. Μη ανησυχείς, αν χρειαστώ κάτι θα σε φωνάξω.
*****

Η ατμόσφαιρα στο Νοσοκομείο γινόταν δύσκολη, ιδιαίτερα μετά από εφημερία. Όλα τα κρεβάτια γέμισαν. Το δωμάτιο της Ντίνας ήταν τετράκλινο και οι νεοφερμένοι ασθενείς ήταν νέοι άνθρωποι. Μια κοπέλα, με κατάγματα από ατύχημα με τη μηχανή κοντά στο ΑΗΣ Καρδιάς, ήταν μαζί με το παλικάρι της, αυτός δυστυχώς νοσηλεύεται στην εντατική διασωληνωμένος. Η ατυχία με το μέρος του, αφού της είχε δώσει το κράνος του. Μια άλλη κυρία με πρόβλημα στο ισχίο και η άλλη με κάταγμα στο χέρι από ατύχημα σε πάγο, καθώς βάδιζε στο πεζοδρόμιο. Το πρωινό θέλει προσοχή, πολλοί δεν έχουν το μυαλό στη θέση του, καθαρίζουν τα πεζοδρόμια ρίχνοντας νερά, απελπισία!
Για να αποφύγει συζητήσεις ανάμεσα σε αγκομαχητά από πόνους προτίμησε να ρίξει μια ματιά στο τοπικό περιοδικό που άφησε η Έλενα στο κομοδίνο. Η προσοχή της, καθώς το ξεφύλλιζε, έπεσε σ’ ένα κείμενο που έγραψε παλιά παιδική της φίλη.

"Χαραυγή, το χωριό που έδυσε για να φωτίσει την Ελλάδα",
γράφει η Παρασκευή Κηπουρίδου.

Το όμορφο κεφαλοχώρι στους πρόποδες του Βερμίου έσφυζε από ζωή. Τα σπίτια λευκά σαν περιστέρια, πάντα φροντισμένα, άστραφταν από καθαριότητα. Τα τοιχάκια ασπρισμένα, τα παρτέρια ανθισμένα και στους λαχανόκηπους μπορούσες να βρεις ό,τι επιθυμούσε η ψυχή σου. Τα δέντρα φορτωμένα δροσερούς, μυρωμένους καρπούς και τα αμπέλια έδιναν απλόχερα κάθε φθινόπωρο κοφίνια ολόκληρα, γεμάτα σταφύλια. Ο τρύγος ήταν πανηγύρι, γιορτή. Μικροί και μεγάλοι, με το τραγούδι στα χείλη, έκοβαν τα πυκνόρογα τσαμπιά, τα έβαζαν στα κοφίνια και όταν τελείωνε η δουλειά τα φόρτωναν στα κάρα και κατηφόριζαν για το χωριό.
Ακολουθούσε το πάτημα των σταφυλιών στα μεγάλα πατητήρια και ο γλυκός χυμός έμπαινε στα φροντισμένα κρασοβάρελα, όπου γινόταν μούστος κι αργότερα κρασί. Εκείνες τις μέρες οι νοικοκυρές είχαν την τιμητική τους. Μουσταλευριές, πετιμέζι και ρετσέλια γέμιζαν τα σπίτια. Ό,τι έμενε από τα σταφύλια στο πατητήρι τα κρατούσαν για λίγο καιρό και μετά τα μετέφεραν στα αποστακτήρια, για να βγάλουν το τσίπουρο της χρονιάς. Νυχτέρια, μεζέδες, χαρές κι εκείνη η μυρωδιά του γλυκάνισου αρκούσε για να νιώσεις τη χαρά της ζωής. Τα αστεία και οι ιστορίες έδιναν κι έπαιρναν.


Τι να πρωτοθυμηθώ! ...... 


Χρειάστηκε να συγκεντρωθεί αρκετά, για να καταφέρει να τελειώσει όλο το αφιέρωμα στο χωριό της. Μια ώρα της πήρε, με πολλά διαλείμματα και κενά, να σκουπίζει τα δάκρυά της κάθε τόσο. Κάποτε έφθασε στο τέλος του. Έπιασε τον εαυτό της να θέλει να βγει στο παράθυρο, να πάρει βαθιές ανάσες, χρειαζόταν οξυγόνο, κάποιον να της πιάσει το χέρι να την επαναφέρει στην πραγματικότητα, στο σήμερα που δεν έχει την καθαρότητα του χθες, είναι μουντό κι έχει φορτώσει τους ανθρώπους με προβλήματα. Συγκινημένη έκλεισε το περιοδικό. Οι θύμησές της έτρεχαν μαζί με τις εικόνες που περιέγραφε τόσο όμορφα η φίλη και παλιά της συμμαθήτρια από το δημοτικό σχολείο. Το γυμνάσιο το συνέχισε στην πόλη για το λόγο ότι μετακόμισαν εκεί οι δικοί της. Οι αναμνήσεις όμως αυτές δεν διαγράφονται από τη μνήμη και η παιδική της φίλη χωρίς να το ξέρει της έκανε ένα μεγάλο δώρο. "Πόσες γλυκές αναμνήσεις", σκέφθηκε.



Έχει πολλά χρόνια να περάσει από το χωριό που γεννήθηκε. Τα ορυχεία κάλυψαν τα πάντα, έμειναν ξέσκεπα ντουβάρια, πονάει η ψυχή της να το βλέπει, οι φωτογραφίες που έπεσαν στα χέρια της δείχνουν ένα χωριό φάντασμα. Προτιμά να ανατρέχει στο παρελθόν, με τις εικόνες που κράτησε στη θύμησή της από τα παιδικά της χρόνια, αλλά και μεταγενέστερα, όταν ήταν στη ζωή οι παππούδες και τους επισκέπτονταν τα καλοκαίρια. Όσες φορές συναντιούνται με μια παιδική της φίλη από το χωριό, είναι μόνιμη πλέον η επωδός "Γλυκόπικρη γεύση έχουν οι ρίζες μας".

Θα το κρατούσε το περιοδικό, θα 'θελε να το διαβάσει πάλι. Η Έλενα της υποσχέθηκε να της φέρει το επόμενο τεύχος, όταν θα κυκλοφορούσε.

"Όταν προεξοφλήσεις, έχεις ρίξει άγκυρες".

Προσπαθώντας να ξεφύγει απ' τη συγκινησιακή ατμόσφαιρα, όπου την ταξίδεψε το κείμενο που διάβασε, σε αθώα παιδικά χρόνια, άλλαξε πλευρό. Η σκέψη της επέστρεψε στα δύσκολα. Στις υποχρεώσεις που φορτώθηκαν στην οικογένεια, στα παιδιά της με τα επιμέρους προβλήματα, στον Κωνσταντή με την τωρινή κατάσταση της υγείας του. Πόσα φορτία έχουν βρει τον προορισμό τους και πόσα ακόμη παραμένουν στα αζήτητα; Πόσες υποχρεώσεις συσσωρεύονται, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα εξόφλησης; Πόσες ζωές, μικρές μεγάλες, ανθρώπινες ή άλλες, περιφέρονται ανάμεσά μας ζητώντας λίγη τροφή ή ένα χάδι ή μια κουβέντα τρυφερή για να περάσει η μέρα μέχρι να ‘ρθει η επομένη, με τα ίδια βάρη, παραπάνω φορτία, μεγαλύτερη ανέχεια…
"Ίσως γι αυτό χάνομαι συνήθως" μονολογεί, "όταν τις εικόνες μου κρατάνε ζωντανές, πουλιά ταξιδιάρικα, βάρκες έτοιμες να βρουν τη ρότα τους, αδέσποτα ζώα που απολαμβάνουν τη γαλήνη τους, μετά από κάποιο ξεχασμένο αποφάγι".

******
Το "Κουτούκι του Στράτου" είναι η ταβερνούλα που αγαπάμε όλοι, σιγομουρμούριζε ο Ηλίας, αναφερόμενος στο χώρο που θα φιλοξενούσε σήμερα το φίλο του Νίκο και την αδελφή του Λίνα. Κάλεσε αρχικά στο τηλέφωνο τον Νίκο, για να τον ενημερώσει περί της πρότασής του. Ένιωθε ότι αν συμφωνούσε ο φίλος του, η αδελφή του δεν θα του χαλούσε χατίρι. Έπαιζε με την πιθανότητα να θέλουν ποτό σε κάποιο μπαράκι, αλλά αυτός ένιωθε ότι η επιλογή του θα ερχόταν γάντι, να τη βγάλει πιο οικονομικά και να πλησιάσει καλύτερα τη Λίνα. Για το φίλο του γνώριζε ότι λατρεύει τα κουτούκια, αλλά για την αδελφή του δεν θα στοιχημάτιζε.
Ο Νίκος δεν είχε αντίρρηση, όπως ήταν αναμενόμενο, μάλιστα το χάρηκε πολύ, γιατί θα συναντούσε την υπόλοιπη οικογένεια που είχε να δει αρκετόν καιρό. Κρίμα που θα έλειπε ο Κωνσταντής, τον είχε ακούσει πολλές φορές να παίζει το μπουζούκι του και ήταν μάστορας. Όταν δε μερακλωνότανε κι έπιανε το μπαγλαμαδάκι του, εκεί έδινες τα ρέστα σου. Σού ‘βγαζε την ανάγκη να σηκωθείς να χορέψεις, να ρίξεις τη γυροβολιά σου για να πιάσεις τον σφυγμό του τραγουδιού και τον καημό του μουσικού, γιατί η ερμηνεία είναι το άλφα και το ωμέγα. Λυπήθηκε περισσότερο, βέβαια, για την κατάσταση της υγείας του, στενοχωρήθηκε πολύ.
Τον Κωνσταντή τον είχε γνωρίσει πριν από δέκα χρόνια περίπου, άνθρωπο μερακλή, ζωντανό, λεβεντιά. Κάθε φορά που ερχότανε να τους δει μαζεύονταν παρέες στο σπίτι των παιδιών, όπου είχαν όλα τα συμπράγκαλά τους, αρμόνιο, κρουστά, βιολί, κιθάρα, μπουζούκι, μπαγλαμαδάκι και γινότανε το έλα να δεις. Ο Νίκος τα κατάφερνε στο τραγούδι, ο πατέρας του είναι γνωστός ρεμπέτης στην Κέρκυρα, από εκείνον φαίνεται το πήρε. Ο Κωνσταντής ήταν η ψυχή της ομάδας, όταν έπιανε το μπουζούκι δεν σταματούσε με τίποτα, το ένα κομμάτι πίσω από το άλλο, λες και η νότα που τέλειωνε έδινε πάσα στην επόμενη, σαν τα ανέκδοτα που όταν ξεκινήσεις το ένα πας στο άλλο. Συνήθιζε να πηγαίνει πρώτα στην κουζίνα, να ανοίγει το ψυγείο για να περιεργαστεί τις προμήθειες. Έψαχνε αλοιφές διάφορες, όπως ταραμά, τζατζίκι, ρώσικη, χτυπητή, χτυπούσε καμία λακέρδα ή αντζούγιες, καυτερές πιπεριές και Φλωρίνης, ετοίμαζε τους μεζέδες. Ο Νικήτας ήταν μάστορας στις σαλάτες και φρόντιζε για τις προμήθειες. Το καλύτερο ήταν του Ανδρέα που έκανε μύδι σαγανάκι ή, αν βρισκόταν στο σπίτι γαύρος, είχε μάθει μια κυπριακή συνταγή από έναν συμφοιτητή του με καταγωγή από τη Λεμεσό, με μουστάρδα στο φούρνο, ιδανικός μεζές για ρετσίνα. Το τσίπουρο το 'φερνε πάντα ο Κωνσταντής από το χωριό, ήταν δικής του παραγωγής, για τα υπόλοιπα δεν τον ένοιαζε.
Του έκανε πάντα εντύπωση ότι ο Ηλίας δεν μπερδευότανε ποτέ σ’ αυτά, μόνο το βιολί του τον ένοιαζε, οι άλλοι είχαν συμβιβαστεί με τη συμπεριφορά του, δεν τον κολλούσαν, ιδιαίτερα ο δίδυμος ο Ανδρέας που του είχε αδυναμία. Καμιά φορά τα 'παιρνε ο μεγάλος και του τα 'ριχνε, αλλά αυτός δεν χαμπάριαζε με τίποτα, ήταν στον κόσμο του. Έχει όμως ταλέντο ο άτιμος, όταν έπαιρνε στα χέρια του το βιολί κυριολεκτικά χανότανε. Οι μελωδίες του ασυναγώνιστες, πολλές φορές του άρεσε να μας παίζει τις τέσσερις εποχές του Βιβάλντι κι εμείς χανόμασταν στο ταξίδι της φαντασίας μας. Ευαίσθητο άτομο, ερωτιάρης, πού να του φας γκόμενα, είχε τον τρόπο του, λες και τις μάγευε, είναι και ομορφόπαιδο για να λέμε του στραβού το δίκαιο. Με τον Ανδρέα αν και δίδυμοι δεν μοιάζουν καθόλου ούτε στη φυσιογνωμία ούτε στον χαρακτήρα. Όλη η οικογένεια έχει ένα κοινό γνώρισμα, είναι χρυσοί άνθρωποι, ο ένας δίπλα στον άλλον, πονάει ο ένας κλαίει ο άλλος.
Η φωτογραφία ήταν πάντα η αδυναμία του. Ο Νικήτας είχε ένα κρυφό ταλέντο, που σχετιζόταν με τον χαρακτήρα του. Αποκρυπτογραφούσε τα πάντα με τη δική του ματιά και τ’ αποτύπωνε στη φωτογραφική του μηχανή, που είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού του. Πάντα ήθελε να σπουδάσει φωτογραφία, αλλά οι συνθήκες δεν του επέτρεπαν. Βέβαια, κάθε φορά που έπεφτε στην προσοχή του να παραδίδονται δωρεάν μαθήματα ή σεμινάρια ή master classes φωτογραφίας, δεν έχανε την ευκαιρία. Μόνο την περίοδο της εξεταστικής του ήταν δύσκολο να παρακολουθεί.
Ο κινηματογράφος ήταν η δεύτερη αδυναμία του, είτε σε αίθουσα κινηματογράφου, είτε από video club, είτε στο φεστιβάλ. Σινεφίλ φανατικός, κανόνιζε να μεταθέτει τις υποχρεώσεις του την περίοδο του φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Ήταν ευτυχής, είχε δικτυωθεί με άλλους σινεφίλ και κάθε χρόνο διεύρυνε το κύκλο του. Η ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις ταινίες ήταν θέμα ημερήσιας διάταξης, δεν αρκούσε το ενημερωτικό έντυπο. Οι ουρές για τα εισιτήρια ήταν η γραφική εικόνα του φεστιβάλ. Οι συζητήσεις στα καφέ στο λιμάνι ή στο φουαγιέ του "Ολύμπιον" έδιναν και έπαιρναν. Αυτό που τον συνέπαιρνε ήταν η παρουσίαση στην αρχή πριν από την προβολή και οι ερωτοαπαντήσεις με τους συντελεστές στο τέλος της ταινίας. Η δυνατότητα να έχεις πρώτη επαφή μαζί τους, να γνωρίσεις τη σκέψη τους, ενδεχομένως τα ερεθίσματα που προκάλεσαν τη δημιουργία της ταινίας, ίσως και το βαθύτερο νόημά τους αναλύοντας το σενάριο, ήταν μοναδική. Ήταν ανοιχτοί σε κριτική και σε ερωτήσεις, κάθε είδους που αφορούσαν την ταινία. Οι απαντήσεις δίνονταν από τον σκηνοθέτη, αλλά και από τους υπόλοιπους συντελεστές, όταν τους αφορούσε. Υπήρχε ένας κώδικας δεοντολογίας στη συμπεριφορά τους. Συνήθως μεταξύ των συντελεστών παρευρίσκονταν οι παραγωγοί, οι σκηνοθέτες και οι ηθοποιοί. Οι αίθουσες ήταν σχεδόν πάντα γεμάτες. Είχε ακούσει πάμπολλες ιστορίες για τον ανατρεπτικό εξώστη, όταν το φεστιβάλ γινότανε στο κτήριο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, όπου πραγματικός κριτής ήταν το κοινό, την εποχή που το φεστιβάλ δεν είχε ανοίξει ακόμη τους ορίζοντές του στο εξωτερικό και οι ταινίες που προβάλλονταν ήταν όλες του ελληνικού κινηματογράφου.
Οι εξοικειωμένοι με το φεστιβάλ φανατικοί σινεφίλ κυνηγούσαν ταινίες που συνήθως ήταν δύσκολο να βρουν διανομή, ήταν οι λεγόμενες ποιοτικές. Οι ονομαστές ταινίες ή οι εμπορικές που θα είχαν την τύχη να βρουν διανομή ήταν περίπου γνωστές, ενώ τα εισιτήριά τους γίνονταν ανάρπαστα. Δεν θυμάται να έχασε μέρα του προγράμματος, πήγαινε το πρωί και έφευγε το βράδυ.

Πέρυσι κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Θυμόταν ένα περιστατικό που του την έσπασε. Φιλοξενήθηκε από μια κολλητή του σινεφίλ. Το σπίτι της ήταν ένα νεοκλασικό στην Άνω Πόλη, με φοβερή θέα στην πόλη. Είδαν από την προηγούμενη μέρα να συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα Masterclass με τον Ζέλιμιρ Ζίλνικ, με θέμα "Πραγματικότητα και θαύμα",  στην Αίθουσα Παύλος Ζάννας – Δευτέρα 3 Νοεμβρίου, στις 11:00. Θέλησαν να το παρακολουθήσουν.

Ενθουσιασμένοι και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μέρα τους που θα ξεκινούσε με το ξεχωριστό masterclass, πήραν το λεωφορείο με καθυστέρηση, αλλά ήταν βέβαιο ότι θα προλάβαιναν. Το κακό ήταν, ότι όταν έκλεινε η πόρτα της αίθουσας, δεν υπήρχε δυνατότητα να μπεις. Αυτό το ήξεραν πολύ καλά, γιατί παρακολούθησαν πολλά masterclasses όλα τα χρόνια του Φεστιβάλ. Καθώς το λεωφορείο έφθασε στο ύψος του Κουλέ-καφέ, στην Άνω Πόλη, ένα ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο είχε στενέψει το πέρασμα με το παρκάρισμά του, με αποτέλεσμα να μην έχουν τη δυνατότητα να περάσουν μεγάλα αυτοκίνητα. Προφανώς ο οδηγός του το εγκατέλειψε την προηγούμενη μέρα αδιαφορώντας για τις συνέπειες είτε γιατί ήταν απελπισμένος στην ανεύρεση πάρκινγκ είτε γιατί ήταν μεθυσμένος (αυθαίρετες υποθέσεις). Μπροστά στο αδιέξοδο, παρόλο που ο οδηγός του λεωφορείου κάλεσε την τροχαία, ήταν αναγκαίο να περάσουν. Φαίνεται πως αρκετοί επιβάτες εκείνη την ώρα είχαν πίεση χρόνου, γιατί προθυμοποιήθηκαν να μετακινήσουν με τα χέρια το επιβατηγό αυτοκίνητο, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος. Αυτό κι έγινε, αλλά η όλη διαδικασία κράτησε μισή ώρα και η πόρτα της αίθουσας είχε ήδη κλείσει.

Μια άλλη μέρα την ίδια χρονιά, είχε επιλέξει να δει τη βραβευμένη στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1995 ταινία του Σέρβου σκηνοθέτη "Πισινός από μάρμαρο". Είχε όμως ανεβάσει υψηλό πυρετό κι η ταινία παιζόταν μεταμεσονύκτια, στην αίθουσα Παύλος Ζάννας, στον τελευταίο όροφο του "Ολύμπιον". Συνήθως οι μεταμεσονύκτιες ταινίες είναι ακατάλληλες είτε γιατί έχουν γυμνό με ακραίο σεξ είτε γιατί είναι τρόμου και βίας. Η συγκεκριμένη είχε λουτρό αίματος και πραγματευόταν τους διαφορετικούς τρόπους, με τους οποίους λύνονται οι συγκρούσεις. Το γεγονός αυτό βέβαια δεν τους αφαιρεί την ποιότητα, αντίθετα μάλιστα, είχε δει εξαιρετικές ταινίες. Ο καιρός ήταν φορτωμένος και αγριεμένος. Πήρε αντιπυρετικά, ζώστηκε με ότι ζεστό μπορούσε να τον προστατεύσει, κασκόλ, σκουφί, γάντια και πήρε τον δρόμο για την αίθουσα. Παραξενεύτηκε που είδε πολύ κόσμο συγκεντρωμένο όταν έφθασε. Συνομιλούσαν δυνατά, κάτω στο ισόγειο στον έλεγχο των εισιτηρίων. Πληροφορήθηκε ότι χάλασε το ασανσέρ, προσωρινά, και ότι θα το επιδιόρθωναν σύντομα. Δεν είχε την υπομονή αλλά ούτε και τη διάθεση, να ρισκάρει να χάσει την ταινία. Κίνησε να ανεβαίνει τις σκάλες. Όταν έφθασε στον προτελευταίο όροφο, άρχισε να ανεβαίνει με τα τέσσερα. Την ταινία την είδε, όμως έχασε το υπόλοιπο πρόγραμμα του φεστιβάλ, έμεινε στο κρεβάτι εμπύρετος για πολλές μέρες. Τέτοια και άλλα πολλά απρόβλεπτα, γίνονταν στο Φεστιβάλ κάθε χρόνο.

Από τότε του είχε μείνει η συνήθεια να κουβαλά τη μηχανή του παντού, να μη χάνει στιγμιότυπα. Καθόταν πολλές φορές και έβλεπε τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει στο φεστιβάλ, με ονόματα ξακουστά από τις αίθουσες, στα καφέ, στους δρόμους του λιμανιού ή της πόλης, από τις συναυλίες στις παράλληλες εκδηλώσεις.

Μια από αυτές που δεν θα ξεχάσει ποτέ ήταν όταν ο Νίκος Παπάζογλου είχε πάρει το α' βραβείο μουσικής για το τραγούδι "Στιγμές", σε υπέροχο στίχο της Πολυξένης Βελένη, από την ταινία "Νοσταλγός", της Ελένης Αλεξανδράκη. Είχε πάρει μοναδικές φωτογραφίες από τη συναυλία και τις είχε φυλάξει με νοσταλγία σαν φόρο τιμής. Ήθελε να θυμάται το υπέροχο αυτό τραγούδι και μια από τις μοναδικές τελευταίες όμορφες στιγμές του Νίκου Παπάζογλου που χάθηκε πρόωρα. Τού 'ρχονται οι στίχοι στη στιγμή και το σιγοτραγουδάει.



Είναι κάτι στιγμές,
τρυφερές και λεπτές,
σαν κλωστές τυλιγμένες σ' αδράχτι,
σε γυρνούν απαλά,
σε μεθούν σιωπηρά,
σε γεμίζουν με πείσμα και άχτι...
****************
Καθώς κατέβαιναν τα σκαλοπάτια, εμπόδιζαν το διάβα τους ξύλα, καρφιά, εργαλεία, λίγο πιο πέρα έπιπλα, στοιβαγμένα κουφώματα αραδιασμένα κατά μήκος των τοίχων. Σταδιακά, με μεγαλύτερη προσοχή, διέκριναν τα δικά τους κουφώματα και έπιπλα. Χαιρέτησαν ευγενικά, ενώ έτειναν το χέρι εγκάρδια στο αφεντικό.
-Καλώς τους, με λίγη προσοχή σας παρακαλώ, γεμίσαμε δεν χωράμε! ακούστηκε η φωνή του κυρίου Αποστόλη.
Όχι, μην ανησυχείτε, προσέχουμε, απάντησε ο άνδρας, εξάλλου τα ρούχα μας είναι πρόχειρα, ερχόμαστε από το σπίτι, που είναι όλα γιαπί. Τα συνεργεία δουλεύανε μέχρι αργά και δεν μπορέσαμε να έρθουμε πιο νωρίς. Ευτυχώς η μέρα μεγαλώνει και μας διευκολύνει στις εργασίες μας. Έχουμε βέβαια πάρει προσωρινή παροχή ρεύματος, αλλά δεν είναι το ίδιο.
-Πως πάνε εδώ οι εργασίες; Ρώτησε η γυναίκα.
-Προχωράμε μέσα στους χρόνους, ελπίζουμε να προλάβουμε στις προθεσμίες του γάμου. Πότε ακριβώς παντρεύονται τα παιδιά;
-Σε δυο μήνες, έχουμε λίγο καθυστερήσει στα πατώματα, αλλά μας υποσχέθηκαν ότι θα είμαστε εντάξει στο χρονοδιάγραμμα. Εσείς εδώ πόσο καιρό θα χρειαστείτε για να μας παραδώσετε; Πήρε το λόγο πάλι ο άντρας.
-Σε 20 μέρες θα έχουμε τελειώσει και με τα βαψίματα, λίγες μέρες για να στεγνώσουν καλά και αμέσως μετά θα είμαστε έτοιμοι να τοποθετήσουμε αρχικά τα κουφώματα. Η κουζίνα είναι σχεδόν έτοιμη, έχουν ήδη τελειώσει τα κάτω ντουλάπια. Μόλις τελειώσουν με τα πατώματα, ειδοποιήστε μας σας παρακαλώ, για να έρθουμε. Παράλληλα τα πάνω ντουλάπια είναι στο μοντάρισμα.
Ο άνδρας βλέποντας την πρόοδο στα έπιπλά τους, έβγαλε το πορτοφόλι, το άνοιξε με ευλάβεια, μέτρησε κάποια χαρτονομίσματα και τα έδωσε στο αφεντικό.

-Για την πρόοδο των εργασιών, είπε χαμογελώντας από ευχαρίστηση.

Αυτός τα πήρε με διακριτικότητα, τα μέτρησε μπροστά στον πελάτη του και στη συνέχεια φανερά ικανοποιημένος τα έβαλε στην εσωτερική τσέπη του αμάνικου μπουφάν του, ενώ κατευθύνθηκε στο γραφείο για να κόψει μια προσωρινή απόδειξη. Απευ­θυνόμενος στους πελάτες του, δίνοντας την απόδειξη, τον άκουσαν να λέει:

-Οι καλοί λογαριασμό κάνουν τους καλούς φίλους.

Πολλές φορές είχε αναρωτηθεί ο Στέφανος για ποιον λόγο το αφεντικό του φορούσε πάντα αμάνικο μπουφάν. Ήρθε η ώρα να μάθει, μετά τη σύντομη επίσκεψη του ζευγαριού.

-Πες μου, αφεντικό, γιατί πάντα φοράς αμάνικο μπουφάν;
-Για να ρωτάς! Τον πείραξε εκείνος.

Μαζεύτηκε αμέσως προσβεβλημένος ο νεαρός, τον κοίταξε με παράπονο, αλλά δεν τόλμησε να δώσει συνέχεια, ένιωσε από μέρους του αφεντικού του μια διάθεση ειρωνείας που δεν την είχε συνηθίσει.

-Έλα, αμέσως να παρεξηγηθείς, σε πειράζω! Του είπε χαριτολογώντας. Πρέπει να μάθεις, είναι μάλιστα παράλειψή μου που δεν το απαίτησα κι από σένα από την πρώτη στιγμή. Κανόνες ασφάλειας επιβάλουν το αμάνικο. Τα μηχανήματα είναι επικίνδυνα εδώ, καθώς δουλεύουμε, μπορεί από απροσεξία να μαζέψουν κάποιο μανίκι και να σου φάνε το χέρι. Ευτυχώς μέχρι τώρα, δεν έχεις εμπλακεί σε εργασίες στα μηχανήματα. Αλλά θα μάθεις σύντομα, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Δεν είναι θέμα ευθύνης μόνο για μένα, αλλά ασφάλειας και προσοχής για σένα. Κανείς δεν αντέχει ένα ατύχημα. Λοιπόν, από 'δω και πέρα αμάνικο μπουφάν και προσοχή!
Καθώς έλεγε τα τελευταία λόγια, έβαλε το χέρι στην τσέπη που είχε τα χρήματα του πελάτη, πήρε ένα εικοσάευρω και το έδωσε στον Στέφανο, με την παράκληση να πάει αμέσως να αγοράσει το ρούχο. Μάλιστα του είπε να πάει στο μαγαζί ενός φίλου του, για να το πάρει με καλή έκπτωση και να μην επιβαρυνθεί περισσότερο από τα χρήματα που του έδωσε. Πήρε ένα χαρτί λευκό και σημείωσε μια διεύθυνση. Ο βοηθός του το πήρε αμέσως στα χέρια του, αλλά πριν αποχωρήσει κατευθύνθηκε στην τουαλέτα, για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Φόρεσε το μπουφάν, τον σκούφο και τα γάντια του και ζήτησε τα κλειδιά από το μηχανάκι, ένα πενηνταράκι που το είχαν για γρήγορες μετακινήσεις. Ευχαρίστησε το αφεντικό για την ενημέρωση και το ενδιαφέρον του και κίνησε για την αγορά. Τα μαγαζιά έκλειναν κοντά στις 8, είχε ώρα μπροστά του, θα προλάβαινε. Το κατάστημα που του υπέδειξε το αφεντικό του δεν βρισκόταν στο κέντρο, ήταν με­γάλη αποθήκη περιφερειακά της πόλης αλλά με το μηχανάκι δεν θα έχανε πολλή ώρα. Είχε πολλά ρούχα ανδρικά και γυναικεία, μάλλον κινεζικής προέλευσης. Του άρεσε, γιατί θα μπορούσε να βρίσκει εδώ φθηνά ρούχα. Δεν ήταν της τελευταίας μόδας, αλλά αν χρειαζόταν θα βολευόταν. Θα το έδειχνε και στα αδέλφια του για να βολεύονται οικονομικά στο πρόχειρο ντύσιμο.
Αγόρασε γρήγορα πληρώνοντας οκτώ ευρώ το μπουφάν και χωρίς καθυστέρηση πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Καθώς πήγαινε, του πέρασε από το μυαλό να κάνει μια σύντομη στάση στο "Χαμογελάκι του". Γρήγορα όμως συνειδητοποίησε ότι το αφεντικό πιεζόταν. Του φερόταν πολύ καλά, δεν πήγαινε να είναι σκάρτος αυτός, το άφησε γι' αργότερα. Με τα θέματα υγείας του πατέρα και της μάνας χάθηκαν για λίγο, σήμερα είχε να παίξει και στο κουτούκι με τα παιδιά. Πώς δεν το σκέφτηκε πιο μπροστά; Θα την καλούσε στο μαγαζί που παίζανε, εφόσον είχε ακούσει ότι σκόπευαν να πάνε από εκεί ο Ηλίας με τον Νίκο και την αδελφή του. Δεν θα ήταν μόνη, θα είχε καλή παρέα, για όση ώρα εκείνος θα έπαιζε. Το περιβάλλον ήταν φιλικό, θα διασκέδαζαν. Το πρόβλημα ήταν ότι γενικώς τραβούσε μεταμεσονύκτια το πρόγραμμα, ιδιαίτερα αν βρίσκονταν πελάτες μερακλήδες. Το κακό ήταν ότι, παρόλο που ο ιδιοκτήτης ήταν κιμπάρης σε άλλα, την υπερωρία δεν την υπολόγιζε.
"Ωραία ιδέα", άρχισε να μονολογεί. "Θα της τηλεφωνήσω μόλις φθάσω στο μαραγκάδικο. Ίσως να καταφέρω τ' αφεντικό να πάω αύριο αργότερα, θα το καλύψω στο φευγιό".
Μπαίνοντας μέσα, πλησίασε το αφεντικό στον πάγκο όπου δούλευε, άφησε τα κλειδιά από το μηχανάκι και τα ρέστα από το μπουφάν. Δεν έχασε την ευκαιρία και του ζήτησε αμέσως την άδεια για την επομένη. Αυτός κοντοστάθηκε για λίγο, πιεζότανε στους χρόνους, αλλά ο λόγος που του ανέφερε ήταν ευσταθής. Δεν ήθελε να τον πιέζει τον μικρό και δεν υπήρχε και λόγος, εφόσον μόνος του προθυμοποιήθηκε να καλύψει την ώρα της καθυστέρησης.
Μόλις πήρε τη συγκατάθεση του αφεντικού του, προχώρησε παραπέρα προς το κουζινάκι για να καλέσει το "Χαμογελάκι" του και να το ενημερώσει. Ήταν βέβαιος ότι θα χαιρόταν και δεν θα έφερνε αντίρρηση.

"Όλα καλά λοιπόν", μουρμούρισε χαρούμενος από την απάντησή της. Θα το έβλεπε το αγγελούδι του, ίσως τα καταφέρνανε καμιά ώρα πιο μπροστά να βρεθούνε στο στέκι τους.

******
Ο Ανδρέας περίμενε τηλέφωνο. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο, να δει κίνηση από την Ειρήνη, για να φύγει. Είχαν συμφωνήσει ότι θα του έκανε νόημα από το παράθυρο ή θα του τηλεφωνούσε. Η φωνή του πατέρα τον απέσπασε από τις σκέψεις του. Είχε σηκωθεί από νωρίς, δεν θυμόταν ακριβώς την ώρα, αλλά δεν είχε ύπνο, όπως του είπε χωρίς παράπονο, με κόπο όμως. Ο Ανδρέας τον κοίταξε με ανησυχία, όμως το ύφος του πατέρα του δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω συζητήσεις. Το ήξερε καλά το βλέμμα του, τα έλεγε όλα, δεν χρειαζότανε να μιλήσει ποτέ ο πατέρας. Όταν ήταν παιδιά η μάνα φώναζε, αλλά κανένας δεν την άκουγε. Αν όμως έβγαινε από τα ρούχα της και τους έλεγε ότι θα αναφέρει στον πατέρα τα καμώματα, τότε όλοι σούζα, τέρμα οι ζημιές. Το πιο σπουδαίο ήταν ότι δεν σήκωσε ποτέ χέρι πάνω τους.
Αυτό που θαύμαζε στον πατέρα του ήταν η αξιοπρέπεια, να μην θέλει να δίνει δικαίωμα να τον λυπούνται. Πέρασε δύσκολα όλα τα χρόνια, αλλά δεν ήθελε να επηρεάσει τα παιδιά, ήξερε ότι θα παρατούσαν τα πάντα για να πιάσουν δουλειά, να τον βοηθήσουν. Αυτοί με την σειρά τους, από μικρά φρόντιζαν στις διακοπές τους να βοηθούν τον παππού στο χωριό, στα χωράφια, στα ζώα, στους μπαξέδες, όπου γενικά τους χρειαζόταν. Ο παππούς μες τα νεύρα του, έπαιρνε τη μαγκούρα και τους κυνηγούσε, όταν τα κάνανε μαντάρα. Τον αγαπούσαν τον παππού, η δε γιαγιά τους έκανε τα χατίρια, ακόμη και τώρα. Ο παππούς λεβέντης, ψηλός και καμαρωτός, γκριζομάλλης πλέον, αλλά όλα τα μαλλιά στη θέση τους, με γαλανά μάτια, όμορφος άντρας. Ο Ηλίας του έμοιαζε πολύ, είχε τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του, όμως τίποτε από τον χαρακτήρα του. Προς τον χαρακτήρα του έφερνε ο μικρός Στέφανος, σοβαρός συγκεντρωμένος, πολλές φορές νευρικός, αλλά στην ψυχή μάλαμα, το πήρε από τους δύο, όμως περισσότερο από τη γιαγιά. Η γιαγιά ψυχούλα, κλέφτηκε με τον παππού από τα δεκαέξι και η μάνα της τον κυνηγούσε με τις πέτρες, που της πήρε το κορίτσι. Από το ίδιο χωριό οι δύο οικογένειες. Η οικογένεια του παππού ήταν μητριαρχική, η μάνα του έκανε κουμάντο στα οικονομικά. Απ’ αυτήν περνούσαν όλα. Όταν της ζητούσαν λεφτά, σήκωνε πόσες φορεσιές για να βρει την τσέπη που τα είχε χαντακωμένα. Τα ‘ξερε η μάνα της αυτά τα χούγια, γι’ αυτό τον λόγο δεν ήθελε να μπει στην οικογένεια, για να μη γίνει υπηρέτρια όλων, το φοβότανε, αλλά τι να κάνει;
θα δούμε πώς θα ιδωθούμε,
μας χωρίζει μια απόσταση.

Ο παππούς την παντρεύτηκε, αλλά κανείς από το σόι της γιαγιάς δεν πήγε στον γάμο. Ακόμη η μάνα της, που είναι μέχρι σήμερα στη ζωή, με εγγόνια, δισέγγονα και τρισέγγονα, το έφερνε βαρέως. Πολλές φορές εκμυστηρευόταν τον πόνο της στην κόρη και της ζητούσε συγγνώμη, που την πόνεσε και δεν την τίμησε την ημέρα του γάμου της. Εκείνη με τη σειρά της την παρηγορούσε "δεν πειράζει καλέ μάνα, έχω την αγάπη σου φυλακτό, όλα αυτά τα χρόνια" και πέφτανε η μια στην αγκαλιά της άλλης κλαίγοντας. Αυτό που εντυπωσίαζε ήταν η αδυναμία που έδειχνε στον παππού, λες και με αυτό τον τρόπο, του ζητούσε συγγνώμη που δεν τον εμπιστεύθηκε. Έβλεπε τώρα με τα πονεμένα της μάτια την αγάπη που είχαν ο ένας στον άλλο ακόμη και σήμερα και το ευχαριστιόταν. Εκείνος τη φρόντιζε, την είχαν στο σπίτι να την προσέχουν, γιατί ήταν πλέον ανήμπορη, αλλά το μυαλό στη θέση του. Πώς τα έφερε η μοίρα, ο γαμπρός που πετροβολούσε στα νιάτα του για να μην πάρει την κόρη της, είναι αυτός που φροντίζει την ίδια και της προσφέρει φιλοξενία και αγάπη.
Ναι, θυμάμαι
γιατί ο πόνος φέρνει απογοήτευση,
που δεν πρόλαβα να διορ­θώσω.

Κάθε Πάσχα μαζεύεται όλη η οικογένεια σε μια μεγάλη αποθήκη, που έχει ο παππούς στο χωριό και γίνεται το έλα να δεις. Όλο το χωριό μια οικογένεια: η δική τους οικογένεια, εκατό άτομα περίπου. Τέσσερα αρνιά, κοντοσούβλια, κοκορέτσια και ό,τι μπορεί από καλούδια να φανταστεί κανείς. Από τα ξημερώματα γίνεται η ετοιμασία για το ψήσιμο, μοιράζονται οι δουλειές σαν στον στρατό, ο καθένας έχει τον τομέα του. Ο παππούς, η γιαγιά, οι γονείς, οι θείοι και θείες, τα παιδιά με τα παιδιά τους, φίλοι και πόσοι άλλοι γνωστοί ή περαστικοί, συμμετέχουν, γλεντούν, διασκεδάζουν την Ανάσταση, το Πάσχα. Να διώξουν τον πόνο να ξεχαστούν, να κλάψουν να μοιραστούν, να βρουν ξανά τα κουράγια να πορευτούν. Το χωριό ξεριζωμένο, εγκαταλειμμένο, αλλά κάποιοι που τα σπίτια τους στέκουν ακόμη όρθια κι έχουν κρατήσει νοικοκυριό, τις μέρες αυτές τα ζωντανεύουν με την παρουσία τους.

Ορχήστρα βέβαια αποτελούσε η οικογένειά τους, με αοιδό τη μάνα και τη γιαγιά. Η μάνα της γιαγιάς , η προγιαγιά, Αρετή στο όνομα , δεν πήγαινε πίσω, εκεί, αρχηγός των αρχηγών παρακολουθούσε τα πάντα να μην ξεφύγει τίποτε, μην γίνει λάθος σε κάτι. Όταν άναβε το γλέντι και τα όργανα έπαιρναν φωτιά, τότε ερχόταν η σειρά και της προγιαγιάς να πει το δικό της τραγούδι "Το γιλεκάκι που φορείς". Στο τέλος της μάζωξης είχαν κατανα­λωθεί κάσες από μπύρες και ρετσίνες, αλλά και το τσίπουρο του παππού εναρκτήριο της διασκέδασης να φτιάξει το κέφι, να μερα­κλωθούν για να πάνε στα άλλα ποτά. Να σηκωθούν να χο­ρέψουν από παραδοσιακά ως λαϊκά και στο τέλος κανένα ξένο για να μην ξεχνάνε ότι ανήκουν στην Ευρώπη. Ο φόβος και ο τρόμος όλων ήταν μην κάνει κάποιος το λάθος και ξεκινήσει πολιτική συζήτηση. Άναβαν τα αίματα, γινόταν χαμός. Ο καθένας το δικό του. Μπήκαν γαμπροί, νύφες στην οικογένεια, άλλαξαν το τοπίο. Ο εμφύλιος άφησε τραύματα, η οικογένεια του παππού δεξιοί, ενώ η οικογένεια της γιαγιάς αριστεροί. Ο πατέρας της γιαγιάς έκανε εξορία έξι χρόνια στα Γιούρα. Τον έστειλε εκεί  η προδοσία ότι βοηθούσε τους Αντάρτες. Τέτοια γίνονταν εκείνη την εποχή, αδελφός έβγαζε το μάτι αδελφού. Οι μεγάλοι κέρδιζαν από τη διχόνοια και οι οικογένειες ανταγωνίζονταν στο μερίδιο του αίματος, ποιος είχε χύσει περισσότερο. Η μάνα της γιαγιάς έχασε αδελφό στον εμφύλιο, όταν υπηρετούσε θητεία και ο άντρας της έκανε στην εξορία. Πώς να μοιράσει την καρδιά της, ποιον να κλάψει περισσότερο, ποιος θα ήταν αυτός που θα τη συμπονούσε; Δύσκολα χρόνια, ο Γράμμος έγραψε ιστορία που τη φυλάνε καλά εκεί πάνω οι αρκούδες, στα δε πα­τήματα των πεζών, αγκομαχούν οι πέτρες που βάφτηκαν με αίμα αδελφικό.

Ναι, λυπάμαι
και όταν λυπάμαι
μπορώ να κοιτάξω στον εαυτό μου!

*****
Ο Νικήτας στο καθημερινό του πρόγραμμα πλέον ήθελε να είναι συνεπής. Από την προηγουμένη, έβαζε το ξυπνητήρι μια ώρα πιο μπροστά. Να ετοιμάσει το κολατσιό του, να πάει στο μπάνιο να φρεσκαριστεί. Το πρωινό ξύπνημα ήταν δύσκολο, δεν το είχε συνηθίσει ακόμη. Ευτυχώς είχε το μούσι και δεν χρειαζόταν ξύρισμα, αλλά μεγάλος ήταν ο μπελάς με την τέφρα. Το πρόσωπό του άλλαζε χρώμα. Φανταζόταν πώς θα ήταν αργότερα, μετά την εκπαίδευση.
Ο καιρός σήμερα ήταν βροχερός. Στο δελτίο καιρού άκουσε για επερχόμενες καταιγίδες. Το λεωφορείο που τους μετέφερε στο εργοστάσιο ξέφυγε σε μια στροφή στο δρόμο μέσα στο ορυχείο. Καθώς περνούσε από ένα σημείο κοντά στον μεγάλο εκσκαφέα, διασταυρώθηκε με τα μεγάλα φορτηγά. Η μεγάλη ρόδα του φορτηγού βρήκε στον μπροστινό προφυλακτήρα του λεωφορείου και με τη βοήθεια της λάσπης το χτύπημα ήταν αρκετό για να παλαντζάρει και να φύγει δεξιά, ενώ ο οδηγός του δεν κατά­φερε να το ελέγξει, ευτυχώς χωρίς να τραυματιστεί κάποιος. Το ατύχημα είχε ως συνέπεια να καθυστερήσουν στο μάθημα. Είχαν ειδοποιηθεί, μέσω ασύρματου, αλλά δημιουργήθηκε μια μικρή αναστάτωση, ήταν επηρεασμένοι από το θανατηφόρο ατύχημα του οδηγού τις προηγούμενες μέρες.

Καθώς έφθασαν στο κτήριο, η όμορφη Αλεξάνδρα εμφανώς ανήσυχη τους οδήγησε γρήγορα στην αίθουσα του μαθήματος. Κάποιοι ανάμεσά τους πήγαν ν’ αστειευτούν μαζί της, αλλά το κλίμα ήταν βαρύ ήδη και το αστείο έμεινε στη μέση. Ούτε ο Νικήτας είχε καμία όρεξη για γλυκοκοιτάγματα. Παρόλα αυτά όφειλε να ομολογήσει ότι το περπάτημά της δεν άφηνε κανέναν αδιάφορο, ήταν ο καθημερινός πειρασμός τους και ας του κακοφαινόταν κατά βάθος. Όταν του συνέβαινε αυτό, η Έλενα εμφα­νιζόταν ως δια μαγείας μπροστά να του χαμογελά πικάντικα, λες και η άμυνα στον πειρασμό ήταν η κοπέλα του.
Τη βάρκα του πατέρα είχαν κανονίσει να μεταφέρουν έξω στην ακτή, μαζί με τον Ανδρέα. Ο καιρός αν συνέχιζε έτσι θα ήταν δύσκολο, θα είχε πάρει περισσότερα νερά. Αν μέχρι το απόγευμα κόπαζε θα ήταν διαφορετικά. Μίλησε με έναν φίλο του να δανειστεί το 4Χ4 αυτοκίνητό του, προμηθεύτηκε μια μεγάλη καλούμα, ράουλα και άλλα. Θα πήγαινε ο Ανδρέας με την υπηρέτρια να λύσει το ρεμέντζο, αν είχε πάρει νερά η βάρκα θα τα άδειαζε και στη συνέχεια θα την τραβούσε από την ακτή ο Νικήτας, για να την φέρει έξω. Η επόμενη δυσκολία θα ήταν να τη βγάλουν έξω, γι' αυτό τον λόγο δανείστηκε το φορτηγάκι. Είχε διπλό διαφορικό και θα μπορούσε να την τραβήξει δένοντας το σχοινί στον κοτσα­δόρο. Ευτυχώς στο σημείο εκείνο η ακτή είχε άνοιγμα και το αυτοκίνητο θα είχε περιθώριο για ελιγμούς. Φανταζόταν ότι το μοναδικό πρόβλημά τους θα ήταν ο καιρός.
Ναι, φοβάμαι τα μπορώ,
γιατί μου είναι αδύνατο να τα φτάσω.



Όταν πέρασε ο Ανδρέας από το ορυχείο με το φορτηγάκι του φίλου, ο καιρός είχε κοπάσει. Ήταν ενθαρρυντικό σημάδι για να μην ταλαιπωρηθούν πολύ. Βέβαια, αυτό που κυρίως τους απασχολούσε ήταν να τελείωναν σήμερα με τη βάρκα, γιατί ο πατέ­ρας δεν θα ησύχαζε.


Μέσα σε μισή ώρα βρέθηκαν στη λίμνη. Η βάρκα έστεκε καμαρωτή στα ήρεμα νερά της λίμνης, λες και δεν την άγγιξε η καται­γίδα. Μήπως είχε δίκαιο ο πατέρας, που την έδεσε κατ’ αυτόν τον τρόπο; Κάνανε μανούβρα, για να φθάσει στην άκρη της ακτής το φορτηγάκι με την όπισθεν. Ήθελαν να μπορέσουν να δέσουν την καλούμα, για να τραβήξουν την βάρκα έξω. Σύμφωνα με το αρχικό τους σχέδιο, ο Ανδρέας πήρε την υπηρέτρια από το κου­βούκλιο που την είχε φυλαγμένη ο Κωνσταντής και πλησίασε τη βάρκα, χρησιμοποιώντας σαν βοήθημα την καλούμα που έδενε την πρύμνη με την ακτή. Δεν χρησιμοποίησε τα κουπιά για ευκο­λία του, εφόσον ο καιρός πλέον είχε κοπάσει. Έπιασε το σχοινί και τραβώντας προς τη βάρκα, πλησίασε χωρίς κόπο. Φθάνοντας κοντά της διαπίστωσε με λύπη ότι είχε πάρει αρκετά νερά, αλλά όχι τόσα ώστε να μπατάρει. Πήρε ένα κουβά και τον χρησιμοποί­ησε σαν μπουγέλο, για να βγάλει τα νερά. Χρειάστηκε αρκετός χρόνος και πολλή προσπάθεια, για να τελειώσει με τα περισσό­τερα. Όταν ήταν έτοιμος, έκανε νόημα στον Νικήτα να τραβήξει με το φορτηγάκι μαλακά. Εκείνος ανταποκρίθηκε, χωρίς να μαρ­σάρει ξεκίνησε σιγά. Το αυτοκίνητο ήταν δυνατό, δεν χρειαζό­τανε να βάλει το 4Χ4 και η ακτή στο σημείο εκείνο, παρ’ ότι έβρεξε πολύ, δεν ήταν σαθρή. Η βάρκα έφθασε με ευκολία στην ακτή, το δύσκολο ήταν από ‘κει και πέρα. Ο Νικήτας αναγκά­στηκε να βάλει το αργό, για προληπτικούς λόγους. Χωρίς δυσκο­λία, ενώ ο Ανδρέας κρατούσε τη βάρκα στα ίσια για να μην παλα­ντζάρει, την έσυραν έξω με ασφάλεια. Της έβαλαν τάκους στα πλευρά, για να μην παίζει από εδώ κι από εκεί, έβγαλαν τα υπό­λοιπα νερά, την σκέπασαν με τον μουσαμά που είχε πάντα ο Κωνσταντής στο υπόστεγο και κίνησαν για την επιστροφή ανακουφισμένοι.

******

Ο Ηλίας έφθασε στο κουτουκάκι μισή ώρα νωρίτερα. Δεν μπορούσε να ησυχάσει. Η σκέψη του γύριζε γύρω από τη Λίνα, η ανησυχία του καθώς περνούσε η ώρα μεγάλωνε. Θα ερχότανε, μήπως της τύχαινε κάτι, κι αν ήταν πιεστικός και την έφερε σε δύσκολη θέση, είχε κάποια σχέση; Αλλά ο Νίκος έπιασε το ενδιαφέρον του και δεν αντέδρασε, αυτό ήταν καλό μήνυμα, διαφορε­τικά τον ήξερε καλά, θα τον στρίμωχνε και θα του τα ‘ριχνε.

Είχαν στο παρελθόν ανάλογες προστριβές μεταξύ τους, αλλά τις προσπερνούσαν γρήγορα. Ο Νίκος πάντα υποχωρούσε μπροστά στην διεκδικητική επιμονή του Ηλία. Θυμόταν τη φορά που για μια κοπελιά, τι κοπελιά, κορίτσαρος, σαν την αδελφή του Νίκου όμορφη, είχε προηγηθεί ο Νίκος. Αργότερα ο Ηλίας, χωρίς να ξέρει, της την έπεσε. Ο Νίκος όμως γρήγορα του έκοψε τον βήχα, δεν έκανε πίσω.
-Μη τολμήσεις, αρκετά, εδώ δεν χωρατεύω, κόφτο, του είπε αγριε­μένος.
Αυτό ήταν, το πήρε το μήνυμα ο Ηλίας και κάθισε στ’ αυγά του.

Ήδη η ώρα είχε πάει 10, έπρεπε να έρθουν. Αρχικά θα περνούσε αυτός για να πάρει τη Λίνα, αλλά μετά το σχέδιο άλλαξε, του τηλεφώνησε ο Νίκος ότι θα μπορούσε να έρθει πιο νωρίς, οπότε δεν χρειαζότανε να κάνει τον κόπο.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη σκέψη του, εμφανίστηκαν τα αδέλφια μπροστά του και διέλυσαν τα σύννεφα της αμφιβολίας του. Η Λίνα φορούσε ένα κολάν μαύρο με κοντή φούστα, τα μαλλιά της πλεγμένα πίσω. Μόλις έβγαλε το μπουφάν της, αποκαλύφθηκε ένα μαύρο επίσης μπλουζάκι ν’ αφήνει το πλούσιο στήθος της να αιχμαλωτίζει κλεφτά βλέμματα πάνω του. Αγκά­λιασε και φίλησε τη Λίνα, ενώ στη συνέχεια χαιρέτησε τον Νίκο.

Το τραπέζι που τους κράτησαν τ’ αδέλφια του ήταν κοντά στην ορχήστρα. Βρισκόταν στο βάθος του μαγαζιού ανάμεσα στα τραπέζια, για να δημιουργείται μια παρεΐστικη ατμόσφαιρα. Τον Νίκο πλησίασαν και τον υποδέχθηκαν τα αδέλφια του και αυτός με τη σειρά του τους γνώρισε με τη Λίνα. Ο Ηλίας, παρ’ όλο που τον έτρωγε η ανησυχία, είχε μεγάλη πεποίθηση για τον εαυτόν του. Με τον Νίκο κάθισαν αντικριστά, ο ένας απέναντι στον άλλον, ενώ η Λίνα κάθισε ανάμεσά τους. Καθώς βολεύτηκαν στο τρα­πέζι, η Λίνα με μια απλή χαριτωμένη κίνηση όλο νάζι και θηλυκό­τητα ξέπλεξε τα πλούσια μαλλιά της και τα άφησε να ακουμπή­σουν στους ώμους της. Η κίνηση αυτή, δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Ηλία.

Πλεγμένα μακριά μαλλιά,
την τύχη έχουν κρυμμένη.
Δεν άντεξαν τα μυστικά
που θαρρετά, την έχουνε φυλαγμένη.

Δεν πρόλαβε να συνεχίσει, όταν εμφανίστηκε μπροστά τους ο Στέφανος κρατώντας αγκαλιά το "Χαμογελάκι" του. Τους σύστησε, ενώ εκείνοι παραχώρησαν ευγενικά το κάθισμα για να καθίσει παρέα τους.
Η Χριστίνα, αυτό ήταν το όνομά της, ήταν πολύ μικρή για την παρέα τους, αλλά προς έκπληξη όλων είχε άνεση, χιούμορ και διάθεση να είναι ευχάριστη. Η Λίνα χαμογελούσε συνέχεια με τα αστεία της μικρής, ενώ από τον Ηλία δεν ξέφευγαν οι γοητευτικές γκριμάτσες του προσώπου της. Πολλές φορές, τυχαία δήθεν, ακούμπησε το χέρι για να διακρίνει αντίδραση, αλλά εκείνη δεν ασχολήθηκε καθόλου. Άρχισε να τα παίρνει και προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποσπάσει την προσοχή της, απευθυνόμενος πολλές φορές σ' αυτήν. Ο Νίκος έδειχνε ότι διασκέδαζε, ενώ έκανε πως κοιτούσε αδιάφορος προς την ορχήστρα.
Το πρόγραμμα άρχισε με γνωστά κομμάτια των Μάλαμα, Χαρούλη, Θανάση Παπακωνσταντίνου και άλλων του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού ή ποιοτικού, όπως συνηθίζουν να το αποκαλούν, ορίζοντας κατηγορίες. Πάντως είναι από τα τραγούδια που αρέσουν στην παρέα και η νύχτα προχωρούσε ευχάριστα, με τον Ηλία βέβαια να κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα, εφόσον η Λίνα δεν του έδινε σημασία. Έσκασε, θα έπρεπε να ζητήσει μή­πως βοήθεια από τον Νίκο, αλλά κι αυτός του φαινόταν αδιάφο­ρος.
Ο Νίκος αντιλαμβανόταν το παιχνίδι του Ηλία, το είχε μάθει απ' έξω και ανακατωτά στο παρελθόν, είχε επιτυχία, αλλά εδώ τα πράγματα δεν ήταν ίδια όπως έδειχναν. Η αδελφή του ήταν σκληρό καρύδι και καλά θα έκανε να του ψήσει το ψάρι στα χείλη, αν ήθελε να τον έχει του χεριού της. Το ήξερε καλά, αν ο Ηλίας κέρδιζε την αδελφή του, θα ήταν μια από τα ίδια. Αν όμως η Λίνα έπαιζε μαζί του και δεν του έκανε το χατίρι στην αρχή, εκείνος θα δάγκωνε επιτέλους τη λαμαρίνα και θα την πατούσε. Παρόλο που τον ήξερε ότι κυνηγούσε τον ποδόγυρο, τον γούσταρε πολύ. Γνώριζε ότι ήταν κατά βάθος καλή πάστα, απλά δεν βρήκε μέχρι τώρα τον δάσκαλό του, ενώ πολύ θα ‘θελε να είναι η αδελφή του, αυτή που θα τον κατακτούσε.

Το πρόγραμμα πέρασε στα ρεμπέτικα και η πρόκληση για τον Νίκο ήταν μοναδική. Σηκώθηκε και κάθισε παρέα με την ορχήστρα, ενώ του ‘δωσαν το μικρόφωνο για να συνεχίσει. Η μικρή Χριστίνα βλέποντας την κίνηση του Νίκου, πήρε θάρρος και πήγε προς την ορχήστρα, να καθίσει δίπλα στον Στέφανο, ενώ θα ‘θελε πολύ να της δοθεί η ευκαιρία να τραγουδήσει. Της άρεσαν τα ρεμπέτικα, είχε ακούσματα από τον πατέρα της και τα έλεγε όλα.
Ο Ηλίας δεν πίστευε στα μάτια του. Η ευκαιρία του ήρθε απροσδόκητα. Τελικά ο Νίκος του ‘κανε πάσα, σκέφτηκε. Θα έπρεπε όμως να είναι πολύ προσεκτικός, εδώ δεν χωράτευαν τα πράγ­ματα. Πλησίασε τη Λίνα περισσότερο, δήθεν για να βλέπει καλύ­τερα προς την ορχήστρα, ενώ εκείνη τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και του 'σκασε το πιο γλυκό της χαμόγελο, μέχρι τώρα. Δεν χρεια­ζόταν τίποτε παραπάνω, ήξερε, κατάλαβε ότι το παιχνίδι ανοιγόταν διάπλατα, αλλά ήθελε μαεστρία. "Δεν είναι σαν τις άλλες", σκέφτηκε.

Σιγοτραγούδησε μαζί της, ήπιε παρέα μερικά ακόμη ποτήρια, πρόσεχε όμως να μην χάσει τον έλεγχο και χωρίς να φανεί απροκάλυπτα μαχητικός, της πρότεινε να πάνε βόλτα προς τη λίμνη την επομένη, για να της δείξει τα μέρη. Εκείνη δέχθηκε με ευχα­ρίστηση, αν και πολύ θα το 'θελε να τον κάνει να τρέχει. Της άρεσε από την πρώτη στιγμή, τον ήθελε τον γόη, αλλά να, πολύ θα της άρεσε να του τη σπάσει στην αρχή, να του πέσει η μούρη πιο κάτω, να κατέβει λίγο, γιατί ένιωθε να είναι πολύ ψηλά κι αυτή δεν τον ήθελε έτσι, δεν θα τον άντεχε.


Ο Νίκος την προειδοποίησε:
-Πρόσεχέ τον, είναι περίπτωση, δεν θα σ' αφήσει σε χλωρό κλαρί. Είναι φίλος μου κολλητός, αλλά παίζει. Πρέπει να είσαι σίγουρη τι θέλεις, είναι ψυχούλα, όμως δεν έχει μπέσα στις γυναίκες, της είπε όταν θέλησε να μάθει γι' αυτόν περισσότερα.

Συμφώνησαν να περάσει την επομένη με το αυτοκίνητο στις 11 το πρωί. "Να ανέβει αρκετά ο ήλιος μέχρι να πάμε στη λί­μνη", της είπε.

******



ΙΙΙ. "Όπως παίζει ο καιρός, παλεύουν και τα αισθήματα"


Ο Στέφανος, παρόλο που πήρε άδεια από το αφεντικό του, για να πάει την επόμενη μέρα με καθυστέρηση, είχε σηκωθεί από νωρίς. Κάτι σαν να τον απασχολούσε. Το μυαλό του γύριζε γύρω από τη σκέψη της μάνας και δεν μπορούσε να φύγει απ' αυτήν. Καθώς σηκώθηκε νωρίς, πέρασε από το δωμάτιο του πατέρα για να δει τι κάνει, ήταν βέβαιος ότι δεν θα κοιμόταν. Ο πατέρας του τον υποδέχθηκε με το βιβλίο που διάβαζε στο χέρι, έδινε την εντύπωση ότι δεν κοιμήθηκε καθόλου, απέφυγε όμως να τον ρωτήσει.

-Πώς πάει το βιβλίο, πατέρα; τον ρώτησε σιγανά, για να μην ενοχλήσει τους άλλους που κοιμούνταν.

Έκανε λάθος όμως, δεν συνειδητοποίησε ότι ο Νικήτας είχε ήδη σηκωθεί κι αυτός από νωρίς, για να πάει στη δουλειά. Ο Νικήτας εμφανίσθηκε στην πόρτα αγουροξυπνημένος, τους κοίταξε με νόημα σαν να ρωτούσε να μάθει τα ίδια και κατευθύνθηκε στο μπάνιο, για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο. Το χρειαζόταν το πρωί, για να μπορέσει να ξυπνήσει.

Ακούστηκε η φωνή του Ανδρέα παραπέρα να λέει με παράπονο, καθώς δεν αντιλήφθηκε ότι ο πατέρας ήταν ήδη ξυπνητός.
-Ρε σεις, θα κάνετε λίγο ησυχία; Δεν φθάνει που ξυπνήσατε εμένα απ' τα άγρια χαράματα, θα ξυπνήσετε και τον πατέρα!

Ακούστηκαν οι άλλοι να γελούν όλοι μαζί και κατάλαβε τη γκάφα του. Σηκώθηκε, πλησίασε το δωμάτιο του πατέρα του, του χάιδεψε απαλά το χέρι, τον φίλησε στον μέτωπο σαν να έπαιρνε την θερμοκρασία του, έριξε μια φευγαλέα ματιά στο βιβλίο, διαπι­στώνοντας ότι ο πατέρας του κόντευε να το τελειώσει. Απ' αυτό κατάλαβε ότι δεν είχε κοιμηθεί το βράδυ.

Απευθυνόμενος στον Στέφανο, τον ρώτησε:
-Γιατί, μικρέ, από τόσο νωρίς; Νομίζω ότι θα πήγαινες πιο αργά…
-Έχει δουλειά πολλή, πρέπει να παραδώσουμε μια παραγγελία στις προθεσμίες και δεν με παίρνει να την κοπανάω, απάντησε ο Στέφανος νυσταγμένος.

Ο πατέρας σηκώθηκε με δυσκολία από το κρεβάτι κι έκανε να πάει προς την κουζίνα. Ο Ανδρέας τον πρόλαβε.

-Κάθισε, πατέρα, θα σου ετοιμάσω εγώ το τσάι, πρόσεχε για λίγο καιρό, μέχρι να αναρρώσεις καλά.

Εκείνος δεν απάντησε, απλώς του 'ριξε τη γνωστή αποθαρρυντική ματιά του και συνέχισε το αργό περπάτημα, ακουμπώντας προσεκτικά στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Εκεί κοντοστάθηκε και έριξε μια ματιά προς το σαλόνι, σαν να έψαχνε κάποιον. Του 'λειπε η γυναίκα του, αλλά ένιωθε την παρουσία της έντονη μέσα στο σπίτι. Κάθε θόρυβο που άκουγε, κάθε σύρσιμο της παντόφλας, νόμιζε ότι ήταν εκείνη. Πολλές φορές φώναξε το όνομά της, αλλά απάντηση δεν πήρε από κανέναν, ξεγελάστηκε.

Προσφέρθηκε πάλι ο Ανδρέας να του δώσει αυτήν την φορά το χέρι του, αλλά εκείνος εγωιστικά το απέφυγε και βγαίνοντας από την πόρτα κίνησε προς την κουζίνα. Πολλές φορές ο Ανδρέας ένιωθε αυτήν την έντονη απόρριψη της προσφοράς του, αλλά το συνήθισε, γιατί ένιωθε να τον καταλαβαίνει. Δεν τον παρεξηγούσε, μόνο αισθανόταν ενοχλημένος. Τον ακολούθησε κατά πόδας φοβούμενος ενδόμυχα ότι ο πατέρας του θα παραπα­τούσε, όπως κι έγινε, αλλά πρόλαβε κι έβαλε το χέρι του και εκείνος αυθόρμητα κρατήθηκε πάνω του, για να μη πέσει.

-Σ΄ ευχαριστώ, παιδί μου, γύρισε και του είπε με τη ζεστή φωνή του, αυτή τη φορά χωρίς εγωισμό.

Κάθισε με τη βοήθεια του Ανδρέα στην καρέκλα μπροστά στο τραπέζι κι εκείνος πήγε στον πάγκο, για να ετοιμάσει το πρωινό. Πήρε μέσα από το ντουλάπι το καμινέτο, έψαξε στο βάζο για τσάι του βουνού, βρήκε το μέλι, έκοψε δυο φέτες ψωμί για να κάνει φρυγανιές και τα ακούμπησε μ' ένα δίσκο στο τραπέζι. Διαπίστωσε ότι το βούτυρο είχε σχεδόν τελειώσει, χρειάζονταν προμήθειες, σκέφθηκε. Θα ετοίμαζε μια λίστα για τον Νικήτα, να τα ψωνίσει από το μεγάλο σούπερ μάρκετ που άνοιξε πρόσφατα, καθώς θα γύριζε από τη δουλειά. Δεν του άρεσε να ψωνίζουν από τα θηρία αυτά, ήταν οπαδός της άποψης υποστήριξης της τοπικής αγοράς. Χρειαζόταν ένας καλός έλεγχος των τιμών.

Ήθελε πολύ να επικοινωνήσει με τη μάνα, για να μάθει πώς πέρασε τη βραδιά της, αλλά κοντοστάθηκε, συνειδητοποιώντας ότι ήταν νωρίς ακόμη, ίσως αργότερα όταν θα πήγαινε ο πατέρας να ξεκουραστεί. Ο πατέρας του, λες και κατάλαβε τη σκέψη του, τον ρώτησε πότε θα μιλούσε με τη μάνα του κι εκείνος με την σειρά του τον καθησύχασε, λέγοντας ότι θα το έκανε αργότερα.

Ο Στέφανος ετοίμασε μια φέτα στα γρήγορα, την έβαλε στο στόμα, ενώ παράλληλα έκοψε ψωμί για να κάνει σάντουιτς με δύο φέτες σαλάμι. Καθώς τα ετοίμαζε, ακούστηκε να σιγομουρμουρίζει κάτι για τη μάνα, γκρινιάζοντας παράλληλα ότι δεν υπήρχε κασέρι στο ψυγείο. Ο Νικήτας δεν έχασε ευκαιρία, ως συνήθως, και είπε του μικρού:

-Ρε συ, δεν είπαμε, να πας να πάρεις τις προμήθειες που θέλεις, για να γεμίσει το ψυγείο;
-Καλά, θα το κάνω κι αυτό, άσε με τώρα πρωί-πρωί, του απάντησε εκείνος.

Πήρε το σάντουιτς, το έβαλε στον σάκο του, φόρεσε το μπουφάν και τον σκούφο του, είπε ένα γεια σε όλους, ενώ δεν παρέλειψε να φιλήσει τον πατέρα του κι έφυγε. Πηγαίνοντας προς την πόρτα, φόρεσε τα γάντια του, διερωτώμενος αν θα έκανε άραγε κρύο έξω.

Ο Νικήτας είχε μπροστά του ακόμη δέκα λεπτά, προλάβαινε να πιει τον καφέ του μαζί με τον πατέρα και τον Ανδρέα. Το σπίτι βρισκόταν ένα βήμα από το γήπεδο, απ' όπου περνούσε το λεωφορείο. Κάθισε στην παρέα τους, ρώτησε τον πατέρα αν ήταν καλά, ζήτησε από τον Ανδρέα τη λίστα με τα ψώνια του σπιτιού, σχολίασε με χιούμορ τον συνήθως απόντα Ηλία, τράβηξε κάνα δυο δυνατές ρουφηξιές και κίνησε για τη δουλειά του, καλημερί­ζοντάς τους.

Ο Νικήτας ήταν, μετά τον πατέρα του, αυτός που έβαζε τα πράγματα στη θέση τους. Είχε μια τάξη στη συμπεριφορά του, ενώ στο πρόγραμμά του ήταν πάντα αυστηρός και συνεπής. Γνώριζαν όλοι ότι ο λόγος του ήταν συμβόλαιο και δεν μεταπειθόταν με τίποτα, όταν έβαζε κάτι καλά στο μυαλό του. Αν προέκυπτε δια­φωνία ανάμεσά τους, η παρέμβασή του ήταν καθοριστική για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Το αστείο ήταν ότι, παρ' ότι πλέον μεγαλώσανε, γίνανε άντρες, τα πράγματα μέσα στο σπίτι διατη­ρούσαν τις ίδιες ισορροπίες.

Όπως παίζει ο καιρός, παλεύουν και τα αισθήματα
αν έγειρα τη νύχτα αυτή,


με βρήκαν πλεύρια κύματα.

Η Ντίνα σηκώθηκε από τ΄ άγρια χαράματα, δεν την έπιανε ύπνος. Θέλησε ν’ ανοίξει την τηλεόραση, αλλά θα ενοχλούσε τις άλλες ασθενείς. Προσπάθησε να την πάρει ύπνος, αλλά τίποτε. Γύρισε στο πλάι και το βλέμμα της χάθηκε στον ορίζοντα, μαζί με τις σκέψεις της.
Η εικόνα του Κωνσταντή που ετοιμαζόταν για να φύγει για τη δουλειά ήρθε μπροστά της. Όταν του έγινε η πρόσληψη στη ΔΕΗ, τον έστειλαν στην Καστοριά, στους εναερίτες. Έβγαλε τεχνική σχολή ηλεκτρολόγων και δούλεψε κάποια χρόνια πριν, δίπλα σε μάστορα. Η οικοδομική δραστηριότητα ήταν σε άνθιση τότε και οι δουλειές πολλές. Το αφεντικό του, αναλάμβανε εργολαβίες στις οικοδομές για τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις. Δύσκολη δουλειά, ήθελε μεγάλη προσοχή, οικογένειες θα έμπαιναν στα σπίτια αργότερα. Τίμιος άνθρωπος με χαρακτηριστική ηρεμία, τη φωνή του την άκουγες μόνο όταν γινόταν κάποιο λάθος από απροσεξία των βοηθών. Είχε πολλά ενδιαφέροντα, το μπουζούκι του πρώτα απ' όλα, από αυτόν έμαθε τις πρώτες νότες ο Κωνσταντής, αργότερα πήγε σε δάσκαλο. Δεν έχανε με τίποτε το βουνό, του άρεσε να ανεβαίνει στις κορφές, ήταν μέλος του ορειβατικού συλλόγου, αλλά όταν τα βουνά γέμιζαν χιόνι, έπαιρνε τα σκι και έτρεχε στα κοντινά χιονοδρομικά. Άλλοτε πήγαινε στο Σέλι ή στα τρία- πέντε Πηγάδια, όταν το Σέλι δεν είχε αρκετό χιόνι, ακόμη και στο Καϊμακτσαλάν, αλλά εκεί όταν ερχόταν η ομίχλη, τα πράγματα ήθελαν μεγάλη προσοχή. Πολλές ιστορίες, με κίνδυνο ατυχήματος από απροσεξία, ιδιαίτερα στους νέους που δεν τηρούσαν κανόνες και ήθελαν με τη σανίδα να αλωνίζουν την περιοχή σε απάτητα.
Όταν πήγαν στην Καστοριά, δεν είχαν ακόμη αποκτήσει το πρώτο τους παιδί, τον Νικήτα. Νεόνυμφοι ερωτευμένοι, μένανε σε μια καμαρούλα 3Χ3 με κουζινάκι και τουαλέτα. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες τον Κωνσταντή, με το μπουζούκι του στη λίμνη να σιγοπαίζει ή να προσπαθεί να βγάλει κάποιο κομμάτι. Δεν ενοχλούσε την Ντίνα η συμπεριφορά του, αντίθετα μάλιστα τις πε­ρισσότερες φορές του έκανε παρέα. Όταν γυρνούσε από τη δου­λειά, έκανε πρώτα τη βόλτα του να πάρει αέρα, να χαζέψει τα πουλιά στη λίμνη, να νιώσει τη δροσιά της, να τους αφιερώσει κι ένα τραγούδι. Με τις ομορφιές αυτές γέμιζε, ξεχνούσε τις δυσκολίες στη δουλειά και πήγαινε στο σπίτι γεμάτος συναισθήματα. Δεν την απόπαιρνε ποτέ ακόμη κι όταν το φαγητό δεν τρωγότανε, νέα νοικοκυρά βλέπεις, εικοσάχρονη, τι έμαθε, τι ήξερε να κάνει; Αγαπήθηκαν στο σχολείο και βρέθηκαν να έχουν φτιάξει οικογένεια. Ο Κωνσταντής τρία χρόνια μεγαλύτερος, τρία χρόνια στο γυμνάσιο κι έπειτα τεχνική σχολή, στρατό και πίσω στα δύσκολα. Όσο καιρό σπούδαζε, δούλευε παράλληλα για πρακτική εξάσκηση. Οικογενειάρχης κατόπιν με πολλές ευθύνες, που γι’ αυτούς ήταν ροζ συννεφάκι στον έρωτά τους. Δεν χαμπάριαζαν από λόγια, οι γονείς τους έλεγαν να μην βιαστούν, αλλά όταν ήρθε η πρόσληψή του στη ΔΕΗ της Καστοριάς, δεν θα έχανε την Ντίνα του. Δεν μπορούσε να πάει μόνος και να την αφήσει μόνη. Τα μέσα επαφής τότε ήταν δύσκολα. Ούτε τηλέφωνα ούτε αυτοκίνητα, ενώ η συγκοινωνία με πολλές δυσκολίες και ώρες καθυστέρησης, ιδιαίτερα όταν ο καιρός αγρίευε. Έμειναν στην Καστοριά τέσσερα χρόνια, τον πρώτο χρόνο ήρθε ο Νικήτας και μετά από δύο χρόνια και τα δίδυμα. Αναγκάστηκαν ν’ αλλάξουν σπίτι για να χωρέσουν. Τα έξοδα πολλά, η Ντίνα δεν μπορούσε να δουλέψει λόγω των παιδιών και ο Κωνσταντής έβρισκε μερε­μέτια ως ηλεκτρολόγος, μαύρη εργασία, αλλά προσοδοφόρα για τις ανάγκες του σπιτιού.
Ριψοκίνδυνο το επάγγελμα του εναερίτη ή του ορειβάτη των πυλώνων, όπως τους αποκαλούν περιπαιχτικά. Καθημερινά δουλεύουν σε ακραίες καιρικές συνθήκες σε εικοσιτετράωρη βάρ­δια. Ο καιρός ήταν η βασική αιτία για τις πολλές βλάβες και τα περισσότερα ατυχήματα. Ο χιονιάς και η παγωνιά, ο καύσωνας, η βροχή και ο δυνατός αέρας είναι ο μεγαλύτερος αντίπαλος. Δια­κινδυνεύοντας τη ζωή τους, κρέμονται σε πυλώνες που θα μπο­ρούσαν να φθάνουν τα σαράντα μέτρα. Μεροκάματο του τρόμου το λένε. Πολλές φορές τα μέτρα ασφαλείας δεν επαρκούν. Πρό­σφατα έχασε τη ζωή του ένας σαρανταπεντάχρονος πατέρας δύο παιδιών την ώρα που επιδιόρθωνε τη βλάβη. Ανθρώπινο λάθος, είπαν οι αρμόδιοι.


Κάθε φορά που έφευγε ο Κωνσταντής για τη δουλειά, η ψυχή της πήγαινε στην "κούλουρη" από την αγωνία. Είχε ακούσει πολλές ιστορίες για ατυχήματα και η σκέψη της μέχρι να γυρίσει στο σπίτι δεν έφευγε από κοντά του, τον συνόδευε παντού. Μεγάλη φαντασία είχε κι έπλαθε με το μυαλό της ιστορίες. Συνήθιζε να τις σημειώνει σ’ ένα χαρτί και ο άντρας της την πείραζε. "Έχω γυναίκα ποιήτρια" της έλεγε και καμάρωνε.
Δεν θα ξεχάσει ποτέ, όταν ο Κωνσταντής την κάλεσε μέσα από το Νοσοκομείο, για να της πει ότι νοσηλεύεται, εξαιτίας ενός μικρού ατυχήματος που είχε με το ρεύμα. Η τρομάρα της, η αγωνία της, η ανησυχία της για την κατάστασή του, η σκέψη της πού ν' αφήσει τα παιδιά, που τελικά τα πήρε μαζί της, την τρέλαναν. Τι να πρωτοδεί, τι να πρωτοσκεφθεί και τι να κάνει… Άρπαξε τον Ανδρέα, τον έβαλε στην τρόκνια μέσα (σάκος για τα μωρά που φορούσαν οι γυναίκες πάνω τους), τον Ηλία στο καρότσι και τον Νικήτα από το χέρι, έφθασε στο Νοσοκομείο αναστατωμένη. Την υποδέχθηκε στο δωμάτιο ο Κωνσταντής χαμογελαστός, αλλά το ίδιο τρομαγμένος. Τον είχε χτυπήσει ρεύμα, όταν ήταν πάνω στην κολόνα, είχε πέσει ένα δένδρο και προκάλεσε το ατύχημα. Τα μέτρα ασφαλείας που παίρνουν είναι αρκετά, όπως η στολή, το κράνος, τα γάντια και τα παπούτσια, αλλά το απρόβλεπτο είναι σημαντική αιτία κινδύνου, ακόμη και θανατηφόρου. Κό­πηκε το δένδρο κι ενώ έπεφτε ένα παρακλάδι, έπιασε την υψηλή τάση, λόγω υγρασίας πέρασε στο σώμα. Το ρεύμα είχε 15.000 Volt, αλλά ευτυχώς τον διαπέρασε ελάχιστο, τον προστάτεψε το ίδιο το δένδρο που προκάλεσε το ατύχημα.
Ένα άλλο ατύχημα ήταν σοβαρότερο. Είχε ανεβεί σε μια κολόνα για να κάνει συντήρηση, έχοντας ως δεδομένο ότι θα είχε γίνει η προγραμματισμένη διακοπή ρεύματος, προκειμένου να εκτελεστούν οι εργασίες. Όμως, λίγο πριν ολοκληρώσει τη δουλειά του, χτυπήθηκε από το ρεύμα, λόγω διαρροής μονωτήρα υψηλής τάσης και έχασε τις αισθήσεις του. Αμέσως έσπευσαν κοντά του οι συνάδελφοί του που κάλεσαν ασθενοφόρο, το οποίο τον με­τέφερε στο Νοσοκομείο. Νοσηλεύτηκε στην εντατική, αλλά στά­θηκε τυχερός.


 Πώς θα μπορούσαν να ξεχαστούν αυτές οι αγωνίες, οι ώρες μεταξύ ζωής και θανάτου;
Αυτή η στιγμή,
είναι η μοναδική στιγμή που σκέφτομαι,
τις άλλες ρεμβάζω!
Είναι σκληρή και βαριά δουλειά. Δεν είναι μόνο το ύψος και οι καιρικές συνθήκες, αλλά κουβαλούσαν και τα βάρη για τις απαραίτητες εργασίες, ενώ οι τελευταίες εργασίες ήταν πολύπλοκες. Δεν ήταν τυχαίο ότι υπέφερε από τη μέση του, όταν ο καιρός άλλαζε. Το ρεύμα είναι ύπουλος κίνδυνος. Μπορεί να υπάρχουν και να λαμβάνονται πρόσθετα μέτρα ασφαλείας, όταν όμως ξεφύγει η προσοχή και χαλαρώσει η διαδικασία, μπορεί να απο­δειχθούν μοιραίες. Είχαν πολύ καλή εκπαίδευση, που διαρκούσε πολύ καιρό. Τα τελευταία χρόνια, όπως άκουγε από τον Κωνστα­ντή και τους συναδέλφους του, όταν βρίσκονταν για κανένα τσίπουρο και τα συζητούσαν, έχουν εξελιχθεί σημαντικά τα υλικά. Χρησιμοποιούνται ζώνες, ανακόπτες και αναρριχητικός εξοπλισμός, πολύ καλύτερος από ό,τι παλιά. Τον άκουγε όμως να μονολογεί:
"Μπορεί η τεχνολογία να έχει εξελιχθεί, αλλά το επάγγελμα του εναερίτη, θα εξαρτάται από τον ανθρώπινο παράγοντα".

Την έβγαλε από τις σκέψεις της η φωνή της προϊσταμένης στο μεγάφωνο του δωματίου, που ανακοίνωνε ότι θα περνούσαν οι γιατροί σε λίγη ώρα. Ζητούσε να απομακρυνθούν οι συνοδοί από τα δωμάτια και οι ασθενείς να βρίσκονται στα κρεβάτια τους.
Κατά το επισκεπτήριο των γιατρών εξετάστηκε ο φάκελος που είχε μέσα ακτινογραφίες και εργαστηριακά, πίνακα με τις διακυμάνσεις του πυρετού και ακολουθούσαν οι οδηγίες για τη μα­γνητική εντός της ημέρας. Ο Νίκος που συμμετείχε στην ομάδα των γιατρών φεύγοντας την πλησίασε, της έπιασε το χέρι για να της δώσει κουράγιο. Ένοιωσε τη ζεστασιά του να περνά στο σώμα της και να φθάνει στην καρδιά της.

"Πόσο μετρά μια ζεστή χειρονομία κι ας μη περιέχει όλη την αλήθεια καμιά φορά", σκέφτηκε με συγκίνηση.

********
Η διάγνωση για τον Κωνσταντή, από την αρχή του έτους, οπότε είχαν αρχίσει τα πρώτα συμπτώματα, ήταν αποκαρδιωτική. Καρκίνος.
Ο γιατρός τους, οικογενειακός φίλος για πολλά χρόνια, με το θάρρος της σχέσης τους προσπάθησε να εξηγήσει την κατάσταση και να καταθέσει την προσωπική του αγωνία.

"Το περιβάλλον του Κωνσταντή, όπου εργάσθηκε και έζησε όλα αυτά τα χρόνια σχετίζεται άμεσα. Οι καρκινογόνες ουσίες από τις βιομηχανίες επιβαρύνουν και συντελούν στη ρύπανση του περιβάλλοντος. Ο αέρας που αναπνέουμε και το νερό που πίνουμε είναι οι φορείς που έχουν προκαλέσει διαταραχές στα φυσιολογικά γονίδια και επέτρεψαν την ανάπτυξη του καρκίνου. Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες, όπως η κακή διατροφή και ο τρόπος ζωής. Αν θα μπορούσε η δική μου άποψη να έχει βαρύτητα τώρα, είναι ότι η ζωή στην περιοχή μας συνδέεται με δραματικές συνθήκες διαβίωσης, που επιβαρύνονται από τα καρ­κινογόνα χαρακτηριστικά. Οι οικογένειες που τόλμησαν ή ρίσκα­ραν να φύγουν από την περιοχή, είναι πιθανόν ότι προστάτεψαν τον κύκλο ζωής τους."

Από την ημέρα της διάγνωσης, η οικογένεια του Κωνσταντή βιώνει ένα Γολγοθά. Η Ντίνα δεν μπορεί να ξεχάσει τα λόγια αυτά, αλλά ούτε και να συνηθίσει στην ιδέα ότι θα μπορούσε να τον χάσει. Τα παιδιά προσαρμόσθηκαν στις νέες συνθήκες που δια­μορφώθηκαν μέσα στο σπίτι κι έχουν οπλιστεί με υπομονή. Βέ­βαια λείπουν τις περισσότερες ώρες.

Στον Ανδρέα της έλαχε αυτός ο κλήρος, που δεν έχει κάποια επαγγελματική υποχρέωση, πέραν των έκτακτων ιδιαίτερων μαθημάτων, που κάλυπτε σ' αυτή τη φάση ο Ηλίας. Είχε επωμισθεί το μεγαλύτερο βάρος της φροντίδας του, κυρίως σε σχέση με τη μετακίνησή του στο Νοσοκομείο. Αυτό το παιδί έβγαζε μια ηρεμία που κέρδιζε τους πάντες. Είχε την ικανότητα να μεταφέ­ρει μια θετική αύρα. Ήταν ευλογημένος. Η πάθηση του Κωνστα­ντή προκαλούσε εντάσεις, σωματική και ψυχολογική κούραση, νεύρα, συνεχείς μετακινήσεις για ιατρική παρακολούθηση. Κι όμως, τα υπέμενε και λειτουργούσε με θετική ενέργεια, όσο δύσκολο κι αν ακούγεται. Φοβόταν όμως η Ντίνα για τον ίδιο, μήπως όλο αυτό, το έβγαζε αργότερα στον εαυτόν του.

Καλό παιδί, ευαίσθητο, με προσωπική αδυναμία στον πατέρα του. Είχαν, θυμάται, έναν ξεχωριστό τρόπο επικοινωνίας οι δυο τους. Από παιδί ακόμη, σερνόταν στην αγκαλιά του πατέρα του, τον κυνηγούσε από πίσω, του τραβούσε τα πόδια μέχρι να αποσπάσει την προσοχή του. Του ‘κανε συνέχεια ερωτήσεις, ενώ το στόμα του ροδάνι, δεν σταματούσε με τίποτα. Ταξίδευε πάντα χαμένος στις σκέψεις του, αλλά περίμενε τον πατέρα του με υπομονή.

Τον άφηνε να κάνει το μπάνιο του, όπως συνήθιζε μετά το ορυχείο. Εκείνος έμπαινε στο ντουζ κάθε φορά μόλις ερχόταν, ένι­ωθε βρώμικος, χωρίς διάθεση για κουβέντες, για παιχνίδια με τον μικρό του Ανδρέα ή με τους άλλους. Μια και δυο φορές πάλευε με το καυτό νερό, να βγάλει τη σκόνη τέφρας ή την λάσπη της από το πετσί του.



Πάντα τον άκουγε να μονολογεί: "Μ' ερωτεύτηκε η βρώμα και δεν μ' αφήνει, αλλάζει μορφές και με μπερδεύει, μια με τη μορφή σκόνης και μια λάσπης κι εγώ προβληματίζομαι ποια να διαλέξω, τελικά θ' απαλλαγώ κι από τις δύο''.


Όταν πλέον μεγάλωσαν τα παιδιά, έγιναν παλικάρια, μόνιμη ήταν η διαφωνία με τον πατέρα τους σχετικά με τα σκουλαρίκια στους άντρες και τα τατουάζ. Ο Κωνσταντής δεν μπορούσε να διαχειριστεί το θέμα, δεν μπορούσε να το διανοηθεί, να εμφανίζονται τα παιδιά του με κάτι απ’ αυτά ή όλα. Ήταν απόλυτος και στις εκφράσεις του, όταν τους έθετε τον όρο: "Aν μου 'ρθετε έτσι, να τσακιστείτε να φύγετε και να μη ξαναπατήσετε". Πάντα θυμω­μένος, όταν ξεκινούσε το θέμα. Πάντα αγριεμένος. Άνθρωπος της εκκλησίας, ασπαζόταν την άποψή της. Πώς ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος, πατέρας με την ουσία της έννοιας, να εκφράζεται με τέτοιο τρόπο στα παιδιά του, που υπεραγαπούσε; Αυτό η Ντίνα προσπαθούσε να το καταλάβει, να το εξηγήσει. Στην ίδια συντη­ρητική κοινωνία μεγάλωσαν, στην ίδια πόλη ζούσαν. Δεν έκλεινε τα μάτια της, δεν μπορούσε να μην βλέπει ότι οι περισσότεροι είχαν ξεπεράσει το θέμα ή αν δεν έγινε αυτό, οδηγήθηκαν τα παιδιά από αντίδραση και οι γονείς από εγωισμό, χωρίς νικητή στη διαμάχη. Μόνη χαμένη, η σχέση τους που έβγαινε λαβωμένη.

Κάποτε ο Ανδρέας της είπε: "Είμαστε εξαρτημένοι οικονομικά από την οικογένεια, ο πατέρας είναι παλαιών αρχών, συντηρητικός, δεν παρακολουθεί τις εξελίξεις της γενιάς μας. Επιμένει να βλέπει την εμφάνιση, δεν στέκεται στον χαρακτήρα μας".

******
Ο Νικήτας, καθώς προχωρούσε στο βάθος του ορυχείου ξεχάστηκε, αφέθηκε να ακολουθεί το πέταγμα ενός πουλιού, "περίεργο το φτερούγισμά του", σκέφθηκε. Εκείνο, από το ένα μηχάνημα στο άλλο, άλλοτε πιο ψηλά άλλοτε χαμηλά. Το περίεργο ήταν ότι ποτέ δεν κάθισε στο έδαφος, δεν ήπιε νερό από τις γούβες, δεν περπάτησε. Ακόμη και ψηλά που πετούσε, το πέταγμά του φαινόταν νευρικό, θα ‘λεγε, χωρίς να ψάχνει κάτι. Πού να ‘βρισκε εξάλλου τροφή ή δένδρο να σταθεί, φυλλώματα να φυλαχτεί. Ίσως ξεχασμένο ψωμάκι ν’ αφέθηκε από κανέναν εργάτη, σε κάποιο μηχάνημα πάνω. Ναι, πράγματι, γι’ αυτό το ‘βλεπε μακριά στον εκσκαφέα, εκεί στο θάλαμο του χειριστή να ‘χει κάνει μεγαλύτερη στάση, αλλά δεν το καλοέβλεπε από μακριά. Μπροστά στο όγκο του θεόρατου μηχανήματος, του έμοιαζε με μικρή κουκκίδα, από το πέταγμά του το ξεχώριζε μόνο.
Πρόσφατα είδε φωτογραφίες από το άλμπουμ του φίλου του φωτογράφου, που τραβήχτηκαν πάνω από τον εκσκαφέα και δείχνουν τις ανθρώπινες φιγούρες στο έδαφος σαν μικρούς σβώλους. Χρειάστηκε να προσέξει καλύτερα για να τους ξεχωρίσει. Ιδιαίτερα στις ασπρόμαυρες, θα έπρεπε να τις παρατηρήσει καλύτερα.


Η φωνή της Αλεξάνδρας τον έβγαλε γρήγορα από το ταξίδι του, ένα διάλειμμα περίεργο, παράφωνο ήταν σε σχέση με το μουντό, το άψυχο, που κυριαρχούσε γύρω του. "Η φαντασία κάνει παιχνίδια", σκέφτηκε.





Τους καλούσε να μπουν στην αίθουσα. Η παρουσία της συμπλήρωνε το όνειρό του. Όταν χανόταν εδώ μέσα, τον επανέφερε στην πραγματικότητα κάνοντας παιχνίδι μαζί του στη μαγεία των φαντασιώσεών του.
Τους ανακοινώθηκε ότι από την επομένη θα χρειαζόταν να παρουσιαστούν ο καθένας στον τομέα του. Είχε αναρτηθεί πίνακας στη γραμματεία για τη διευκόλυνσή τους. Θα είχαν καθοδήγηση από την Αλεξάνδρα, από την οποία θα μάθαιναν και το πρόγραμμά τους. Όλοι τους θα απασχολούνταν σε βάρδιες, τους επέστησαν την προσοχή σχετικά με τα θέματα ασφαλείας που είχαν διδαχθεί τις μέρες αυτές.
Δεν άργησε να πληροφορηθεί ότι θα πήγαινε την επομένη στους ταινιόδρομους και θα έπιανε βάρδια στις 7 το πρωί.
Ο πατέρας του είχε πει άθε δουλειά έχει τις ευθύνες της και αυξημένους τους κινδύνους για ατυχήματα. Δεν έχει ίσως σημασία σε ποιον τομέα θα πας, εφόσον θα είσαι βάρδια όλα είναι το ίδιο, την ίδια σκόνη θα εισπνέεις, τις ίδιες λάσπες θα πατάς. Κι όταν χρειαστεί να δώσεις βοήθεια, να μη διστάσεις να το κάνεις και να θυμάσαι ότι κι εσύ ίσως ζητήσεις βοήθεια κάποια στιγμή. Η συναδελφική αλληλεγγύη είναι ο βασικός ανθρώπινος παράγοντας επιβίωσης στο ορυχείο... "
Από τότε που γύρισε από την Καστοριά ο Κωνσταντής, πέρασε από πολλά πόστα στο ορυχείο. Έκανε αρχικά στο κύριο πεδίο, που είχε τον Βόρειο τομέα , το πεδίο Κομάνου και το ορυχείο Καρδιάς. Εκεί έμεινε πέντε χρόνια περίπου. Ήταν στον πύργο ελέγχου με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου. Συνολικά στο πεδίο μπορεί να εργάζονταν κοντά χίλια διακόσια άτομα κάθε ειδικότητας. Στον πύργο ελέγχου ήταν πενήντα άτομα περίπου, χειριστές πύργου, ηλεκτρολόγοι, μηχανολόγοι, εργάτες, οδηγοί μηχανικός βάρδιας. Στους ταινιόδρομους, εργάτες σε βάρδιες. Χειρίζονταν βαρέα μηχανήματα, όπως μπουλντόζες, τορναντόζες, γκρέϊντερ, τσάπες, βαντάμ, φορτωτές, κεφαλές που συνέδεαν τους ταινιόδρομους. Επίσης τους μικρούς και μεγάλους εκσκαφείς, απολήπτες και αποθέτες, όπου απασχολούνταν τεχνίτες, χειριστές, κουμανταδόροι. Τα μεγάλα φορτηγά, τα λεγόμενα τέρεκς, ήταν θηρία, η ρόδα τους διπλάσια στο ύψος από έναν άνθρωπο.



Η επόμενη μετακίνησή του ήταν στο ορυχείο της Μαυροπηγής, με την ειδικότητα και πάλι του ηλεκτρολόγου, αλλά σε βάρδιες, στη συντήρηση και επισκευή μηχανημάτων και ταινιόδρομων. Εκεί έμεινε για ένδεκα χρόνια.





"Χειρότερη εργασία για τον ηλεκτρολόγο, έλεγε, είναι να σου τύχει επισκευή καλωδίου υψηλής τάσης μηχανήματος σε θερμοκρασία μείον 25 βαθμών. Να φανταστείτε, ενώ κόπηκα στο δάχτυλο, δεν έτρεχε το αίμα. Για τους μηχανολόγους το χειρότερο είναι οι ερπύστριες, να πολεμάνε με τις σκύλες, να βαράνε και να μην περνάει ο πίρος, τότε ο ένας κτύπαγε το λοστάρι και ο άλλος τον πίρο, μετά από πέντε ώρες το κατάφερναν. Αμέσως μετά σπάει και η άλλη ερπύστρια. Το ξέρετε ότι, το ελαφρύτερο κλειδί είναι το λοστάρι και η βαριοπούλα; Ομοψυχία και συνεργασία ήταν στη σκέψη μας. Μετά όταν τελείωνε η αβαρία, ας έβριζε ο ένας τον άλλον, γινόμασταν ανέκδοτο, τσακώναμε στα κλέφτικα και κανένα τσιπουράκι με λίγο μεζέ που φέρναμε απ' το σπίτι, για να ζεσταθούμε. Είχε μεγάλη πλάκα με ένα συνάδελφο, καλή του η ώρα, ήταν τσιγκούνης και τρακαδόρος, ποτέ δεν έφερνε φαγητό να το μοιραστεί με τους συναδέλφους. Μια μέρα, όταν η προσοχή του ήταν στραμμένη αλλού, είχαμε βάλει μέσα στο άδειο μπολάκι του φαγητού σημείωμα προς τη γυναίκα του, με το οποίο ζητούσαμε να βάλει κάτι παραπάνω για τους συναδέλφους. Όταν το έμαθε, δεν μας μιλούσε ένα μήνα!"

Στην συνέχεια, τον πήγαν στο κοντρόλ του εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος και της μπρικέτας. Εκεί έμεινε δέκα χρόνια, απ' όπου και συνταξιοδοτήθηκε με πρόβλημα υγείας. Πήρε το διαβατήριο, για να αποχαιρετήσει την πηγή που του ‘δινε τα απαραίτητα για τη διαβίωση της οικογένειας, αλλά ήταν και το κολαστήριο που τον έστειλε στο Νοσοκομείο με την ταυτότητα του καρκινοπαθούς.

Παλαιότερα, όταν ο Νικήτας ήταν παιδί, μαζεύονταν τα αδέλφια γύρω από τον πατέρα, όποτε τον έβρισκαν διαθέσιμο, τον ζάλιζαν στις ερωτήσεις. Ο ίδιος από μικρός τα μπέρδευε, τόσα μηχανήματα, τι είναι το ένα, ποιο είναι το άλλο, τι κάνει το καθένα. Τι ακριβώς έκανε ο πατέρας, ήταν επικίνδυνο;

Πάντα τους έλεγε: "Η δουλειά μου είναι μέσα στην βρώμα, εγώ τη φτύνω κι αυτή με προσέχει. Τον χειμώνα λάσπη, το καλοκαίρι σκόνη, κλείνουν οι πόροι στο σώμα, φυσάς τα ρουθούνια για ν' απαλλαγείς, αλλά το καταραμένο χτικιό έχει βρει θέση εκεί μέσα, φώλιασε οριστικά".



Πάντοτε ήταν συμφιλιωμένος με τον κίνδυνο, του άρεσε να αυτοσαρκάζεται. 








Τώρα πλέον ο Νικήτας, έχει συνειδητοποιήσει τη διαδικασία του ορυχείου, βοήθησε και το σεμινάριο που παρακολούθησε αυτές τις μέρες. Σ' ένα ορυχείο μπαίνουν πρώτα οι τσάπες και τα μεγάλα φορτηγά, τα τέρεκς, παίρνουν το επιφανειακό χώμα, βράχια και ότι άλλο βρουν, μετά σκάβουν σε βάθος μικροί εκσκαφείς και οι απολήπτες. Στη συνέχεια οι μεγάλοι εκσκαφείς με αποθέτες, για την ολοκλήρωση της εξόρυξης κάρβουνου, που μεταφέρεται με ταινιόδρομους και φορτηγά στο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Αυτή είναι λοιπόν η διαδικασία λειτουργίας του ορυχείου, προκειμένου να φθάσει το κάρβουνο στο εργοστάσιο, για την παραγωγή του ρεύματος και από ‘κει στα αστικά και βιομηχανικά κέντρα σ' όλη την χώρα.

Στη διαδικασία αυτή υπήρχε σοβαρός κίνδυνος κατάρρευσης του πρανούς του ορυχείου, λόγω της σαθρότητας των φυσικών επιχώσεων. Θυμήθηκε ένα ατύχημα που έγινε τον προηγούμενο μήνα, όπου ένας εργαζόμενος χειριστής του αποθέτη Α3 έπεσε από τα δύο μέτρα. Έσπασαν οι μπουκάλες που συγκρατούσαν τον αναδιπλωτή. Μεταφέρθηκε με δύο κατάγματα και νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο.

Ο πατέρας ήταν επηρεασμένος ψυχολογικά από τους θορύβους, φοβούμενος τα ατυχήματα. Πολλές φορές, όταν γύριζε στο σπίτι αναστατωμένος από κάποιο ατύχημα, έλεγε η μάνα: "Σαν ανοίγει η πόρτα, μυρίζει του ορυχείου ο τάφος». Κι ο πατέρας απαντούσε: «Την ίδια στιγμή που απολάμβανα τον μισθό μου, εισέπραττα θάνατο". Βέβαια πάντα φρόντιζαν να μην εκφράζονται όταν βρισκόταν μπροστά τους κάποιο από τα παιδιά, κάτι που ήταν φυσιολογικά αδύνατο.

Από αυτά και από άλλες σκέψεις τον έβγαλε πάλι η φωνή της Αλεξάνδρας, η οποία προθυμοποιήθηκε να του δείξει μέρος του ορυχείου με το αυτοκίνητό της. Της ζήτησε να τραβήξει κάποιες φωτογραφίες. Είχαν σχολάσει και οι δύο. Είχε ακόμη το φως της μέρας να τους οδηγεί. Η συμπάθεια αμοιβαία, τα μπλεξίματα όμως που μπορούν να έρθουν αργότερα επικίνδυνα, σκέφθηκε αυθόρμητα ο Νικήτας, ταξιδεύοντας ταυτόχρονα με τη σκέψη του στην Έλενα. Άστα να πάνε περίπατο, ούτε να το συζητάμε, αναλογίστηκε.


******




******
Ο Ηλίας με τη Λίνα βρέθηκαν στις 11 το πρωί, για να ταξιδέψουν προς την περιοχή της λίμνης. Απείχε περίπου μισή ώρα από την πόλη και το ταξίδι, παίρνοντας την Εγνατία Οδό, είναι μια ευθεία με εξαιρετική θέα στη γύρω περιοχή.  Ο Ηλίας αγκάλιασε και φίλησε τρυφερά τη Λίνα, η οποία ανταποκρίθηκε με θέρμη.
Είχαν και οι δυο τους όμορφη διάθεση για την εκδρομή και ο καιρός τους ευνοούσε. Ο ήλιος προδιέθετε να τους κάνει τα κέφια αρχίζοντας τα παιχνίδια του από νωρίς. Το χιονισμένο τοπίο κρατούσε ακόμη τον λευκό του χειμώνα και άφηνε το μουντό να ξεπροβάλλει άψυχα σαν παραφωνία, που δεν μπορούσε όμως να τους χαλάσει τη διάθεση. Το αυτοκίνητο του πατέρα δεν θα το χρειαζόταν κανείς για σήμερα. Είχε την κρυφή ελπίδα να μη συμβεί κάτι και η μητέρα να μη του κρατήσει κακία για την απουσία του σήμερα, εξάλλου θα πήγαινε από εκεί το απόγευμα. Ήταν βέβαιος ότι θα καταλάβαινε.
Άνοιξε την πόρτα, για να περάσει στο αυτοκίνητο η Λίνα. Φορούσε ακόμη το μπουφάν της, που με μια αστραπιαία κίνηση το έβγαλε να απαλλαγεί απ' αυτό, όπως είπε. Το ντύσιμο της, ένα τζιν πανταλόνι με φλις από πάνω, ταίριαζε γάντι με την περίσταση. Βολεύτηκε καλά στη θέση της, έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο με χάρη, ζήτησε την άδεια να επιλέξει μουσική και ακούμπησε την τσάντα στα πόδια της. Ο Ηλίας μπαίνοντας με τη σειρά του στο αυτοκίνητο, τακτοποίησε τους εξωτερικούς καθρέφτες και τον κεντρικό παράλληλα, ενώ ταυτόχρονα γύριζε το κλειδί για να ξεκινήσει. Καθώς έλεγχε τον δρόμο αριστερά, έριχνε κλεφτές ματιές δεξιά στη Λίνα, που έδειχνε να ασχολείται με την επιλογή της μουσικής. Κάποια στιγμή, ικανοποιημένη από την επιλογή της αναφώνησε με ενθουσιασμό και κοίταξε με νόημα τον Ηλία.
 -Το λατρεμένο μου, του λέει, σου το αφιερώνω!
Από τα ηχεία ακούστηκε η φωνή του Χαρούλη να ερμηνεύει το "Έλα, πάρε με". Του άρεσε αυτό το τραγούδι, το έπαιζε κι αυτός με το βιολί του, όταν χάνονταν σε μαγικές σκέψεις και όνειρα. Της χαμογέλασε γλυκά και της έπιασε το χέρι χαϊδεύοντάς το, αυτή του το ανταπέδωσε με θέρμη. Το αίμα που κυκλοφορούσε εκείνη τη στιγμή στις φλέβες τους κόχλαζε σαν να ήθελε να εκραγεί. Ένοιωσε τα δάχτυλά του να παίζουν έντονα με τα δικά της, σαν να εκτελούσε μια αυθόρμητη σύνθεση στο πιάνο. Η Λίνα δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω του, ήθελε πολλά να πει, αλλά δεν έβρισκε τις λέξεις, προτίμησε να μείνει μέσα σ' αυτή την έκσταση, ενώ τον άκουγε να μιλάει μπερδεύοντας πολλές φορές τα νοήματα. Είχε την ίδια αμηχανία κι αυτός.
Έχασε φαίνεται την αυτοπεποίθηση που συνήθως τον κατείχε, λες και ένα μαγικό ραβδί του αφαίρεσε όλα τα στοιχεία που τον χαρακτήριζαν, το βλέμμα του πλημμύρισε από αγάπη και γλύκα. Πόσο ήθελε να σταματήσει αυτή τη στιγμή, να τη σφίξει στην αγκαλιά του σαν θεόσταλτο δώρο, να κυλιστούν στα χιόνια, παίζοντας με τα όνειρα που μπέρδεψαν τα αισθήματα και τους έδωσαν χρώμα. Τα πήρε από τα μάτια της και δεν ήθελε να της τα δώσει πίσω, να τα σφαλίσει να μην του φύγουν και ξεχαστεί. Δεν ήθελε να ταξιδέψει αλλού μόνος, μαζί της ένιωθε να κάνει αυτό το ταξίδι, να το ανταποδώσει σαν χάρη από εκεί που του το στέρησαν, όταν έχασε τον εαυτόν του.
Λες να ήταν αυτός ο κεραυνοβόλος έρωτας για τον οποίο άκουγε κι αυτός  χλεύαζε ειρωνικά τους φίλους του; Όταν άκουγε τον Νικήτα να του μιλά για τα αισθήματά του για την Έλενα και τον μικρό για το "Χαμογελάκι" του, δεν έλεγε τίποτε, γιατί θα τον κορόιδευαν που δεν μπορούσε να τους καταλάβει. Τώρα όμως ήξερε, αυτό ήταν, τους καταλάβαινε, τους ένιωθε. Ό,τι ένιωθε ο ίδιος έβγαινε από μέσα του και ήθελε να το μοιράσει, να το χαρίσει, όπως του χαρίστηκε αυθόρμητα από την όμορφη Λίνα. Δεν μπορούσε αυτή τη στιγμή να της πει κάτι, αλλά το ήξερε, το μοιραζόταν μαζί της, ό,τι αυτός ένιωθε και αυτή το γνώριζε, εφόσον βρισκόταν στο ίδιο όνειρο. Αμήχανος, νευρικός, αλλά ερωτευμένος άρχισε να μιλά ασταμάτητα. Φοβόταν ό,τι ζούσε και αισθανόταν, ήθελε να ταξιδέψουν μαζί και να βρουν σταθμό για να μη γυρίσουν.
-Η λίμνη που πάμε να δούμε, προφανώς θα ξέρεις, είναι η Βεγορίτιδα, τον άκουσε να λέει με κάποια αμηχανία. Είναι φανερό ότι προσπαθούσε να γλιστρήσει από το κενό, σκεφτόταν η Λίνα, κι όμως τον ένιωθε δίπλα της διαφορετικά, δεν θα τον διέκοπτε, θα τον άφηνε, της άρεσε να τον ακούει.
Εκείνος συνέχισε διστακτικά, έχασε όμως τον ρυθμό του. Συνέχισε να μιλά σαν να διάβαζε κάποιο ενημερωτικό φυλλάδιο. Μετά όμως η φωνή του βρήκε τον ρυθμό της, της φάνηκε γνώριμη, τα λόγια ένιωθε ότι ήταν δικά του, δεν ήταν ξένα, όπως λίγο πριν.

-Τη λίμνη την αγκαλιάζουν διάφοροι οικισμοί, αλλά θα πάμε στον Άγιο Παντελεήμονα που μ' αρέσει ξεχωριστά. Από εκεί κατάγεται ένας φίλος μου που πηγαίναμε μαζί στο σχολείο κι έχω φιλοξενηθεί αρκετές φορές στο σπίτι του. Είναι ένα πέτρινο παλιό, αλλά το έχουν αναπαλαιώσει με μεράκι. Η Λίμνη Βεγορίτιδα είναι η δεύτερη σε μέγεθος λίμνη της Ελλάδας, μετά τη Μεγάλη Πρέσπα. Είναι ενταγμένη στη ζώνη προστασίας της NATURA 2000. Αυτό που με πονά είναι η σταδιακή πτώση της στάθμης της από τις συνεχόμενες αντλήσεις της ΔEH, τις αρδεύσεις για τις καλλιέργειες δίπλα στη λίμνη και από άλλες φυσικές αιτίες. Στα βράχια των βουνών που θα συναντήσουμε, Βέρνο, Βόρρα, και Βέρμιο βρίσκεις φωλιάσματα για τα αρπακτικά πουλιά, όπως γερακίνες και χρυσαετούς, αλλά και άλλα πουλιά. Παρ’ ότι θεωρούμε ότι τα πουλιά αυτά είναι των ψηλών βουνών, αντίθετα προτιμούν τα μέρη αυτά, γιατί έχουν ασφαλείς θέσεις φωλιάσματος, αλλά βρίσκουν εύκολα τροφή, αρκεί εμείς να προστατεύουμε το περιβάλλον. Ξέρεις ότι τα νερά της λίμνης θεωρούνται καθαρά, εφόσον ζει στα νερά της η βίδρα, που είναι σημαντικός δείκτης καθαρότητας;

 Η Λίνα τον άκουγε με προσοχή και ενδιαφέρον, αλλά τα αισθήματά της είχαν κυριαρχήσει και ουσιαστικά δεν άκουγε τίποτα, παρά μόνο την χροιά της φωνής του να κυλά μελωδικά και να την αγγίζει παντού. Να περιφέρεται σ' όλο της το σώμα, ανιχνεύοντας κάθε σημείο της, που θ' άγγιζαν τα χείλη και τα δάχτυλά του. Ένοιωσε το σφίξιμο του χεριού της μέσα στο δικό του, ενώ οι παλμοί της καρδιάς της αυξήθηκαν και οι χτύποι έγιναν δυνατοί. Φοβήθηκε μήπως τους ακούσει και τρομάξει. Δεν ήθελε να χάσει το όνειρο, αλλά μόνο να χαθεί μέσα σ' αυτό.
-Στον Άγιο Παντελεήμονα, συνέχισε διστακτικά ο Ηλίας, έχουν πολλά αμπέλια με σπάνιες ποικιλίες, όπως το ξινόμαυρο. Εκεί οι χωριανοί είναι ψαράδες, θα δεις τις χαρακτηριστικές λιμναίες βάρκες τους που τις λένε πλάβες. Λέγονται έτσι, επειδή δεν έχουν καρίνα. Έχει και ο πατέρας μια, του αρέσει το ψάρεμα, αλλά δείχνει σεβασμό στην κυρά λίμνη. Πολλές φορές έρχεται με το καλάθι γεμάτο από τσιρόνια, γριβάδια και άλλα ψάρια. Αν θέλεις, μπορούμε να επισκεφθούμε τον μοναδικό ιστορικό ανεμόμυλο ή να επισκεφθούμε κάποιο από τα οινοποιεία. Θα μπορούσαμε, εναλλακτικά, να ακολουθήσουμε τη μαγευτική παραλίμνια διαδρομή, από τον Αγ. Παντελεήμονα προς τον Αγ. Αθανάσιο ή την Άρνισσα.

Γνωρίζω μια ταβερνούλα για να φάμε παραδοσιακά μαγειρεμένα. Νομίζω θα σου αρέσει το χωριό, είναι χτισμένο πιο ψηλά από τη λίμνη, θα μπορέσουμε ν' αγναντέψουμε και ν’ απολαύσουμε τη θέα.

Η Λίνα τον κοίταξε ζεστά χαμογελώντας, ενώ του ζήτησε φθάνοντας να περπατήσουν δίπλα στην λίμνη. Ο Ηλίας έδειξε ότι το χάρηκε, ενώ της ανακοίνωνε ότι φθάνανε σε πέντε λεπτά. Στη διασταύρωση βγήκαν από την Εγνατία και πήραν τον δρόμο για το χωριό δεξιά. Το χωριό είναι όμορφο με αρκετά ιστορικά και διατηρητέα πέτρινα κτίσματα. Άφησαν το αυτοκίνητο ψηλά και προχώρησαν κατευθείαν προς την όχθη της λίμνης. Ο Ηλίας άπλωσε το χέρι του κι έπιασε το δικό της. Αυτή το άφησε μέσα στο δικό του και περπάτησαν μαζί, να βρουν το όνειρό τους.

*****
Η κατάσταση της Ντίνας φαινόταν σοβαρή. Ο Νίκος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Ηλία, αλλά δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Γνώριζε ότι θα πήγαιναν στη λίμνη με την αδελφή του, πραγματικά δεν ήθελε να του την σπάσει, αλλά τα πράγματα ήταν σοβαρά και θα ‘θελε να το μάθει από τον ίδιο. Θα περίμενε το απόγευμα που θα γυρνούσαν, να το συζητήσουν ήρεμα. Απέφυγε να επικοινωνήσει με τους υπόλοιπους, όχι γιατί είχε πρόβλημα μαζί τους, αλλά με τον Ηλία είχαν άλλον κώδικα επικοινωνίας. Τους θεωρούσε δικούς του ανθρώπους και ήθελε να το διαχειριστεί με διακριτικότητα.

Πέρασε από το δωμάτιο της Ντίνας, αλλά δεν αναφέρθηκε σε τίποτα. Αντί να τον ρωτήσει για τον εαυτό της, τον πλησίασε και άρχισε να του κάνει διερευνητικές ερωτήσεις για να καταλάβει την κατάσταση του Κωνσταντή. Αν είχε ζωή, αν θα μπορούσε να ελπίζει, αν η χημειοθεραπεία θα έφερνε αποτελέσματα και άλλα πολλά που περνούσαν από το μυαλό της. Τον αντιμετώπιζε σαν γιο της, που θα μπορούσε να δώσει φως και ελπίδα στο σκοτάδι της. "Αλίμονο", σκέφτηκε ο Νίκος.

Το μυαλό του ταξίδεψε στους δικούς του, που είχαν την υγεία τους και οι δύο, αγαπιούνταν και δεν επιβάρυναν ακόμη κανέναν για τη φροντίδα τους. Ήταν κοντά στα 70 και οι δύο. Κρατιούνταν καλά, είχαν πάρει τη σύνταξή τους και πορεύονταν. Τα χτήματα στο χωριό συνέχιζαν να τα καλλιεργούν για να συμπληρώνουν το εισόδημα, ενώ το καλοκαίρι νοίκιαζαν και το σπίτι που ήταν κοντά στη θάλασσα, αυτό τους άφηνε καλά λεφτά. Παλαιότερα ήταν καλύτερα, την προηγούμενη χρονιά με κάποια ξένα τουριστικά γραφεία που έριξαν φαλιμέντο δεν πήρανε τα χρήματά τους. Αυτό τους στενοχώρησε, ο πατέρας του ανέβασε ζάχαρο, αλλά ευτυχώς ρυθμίστηκε.

Η φωνή της νοσοκόμας που τον ζητούσε του διέκοψε το ταξίδι των αναμνήσεων και τον προσγείωσε απότομα στην πραγματικότητα. Έκτακτο περιστατικό από ατύχημα, διακομίσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία και εισήχθη στην εντατική. Ενώ δεν απομακρύνθηκε καθόλου από το τμήμα, η διαδρομή των σκέψεων και η θύμηση των γονιών του του φάνηκε ότι τον είχαν απασχολήσει πολλή ώρα.

******
Η ώρα είχε προχωρήσει κι ένιωσαν το πούσι να περονιάζει το σώμα τους. Ο Ηλίας την έσφιξε στην αγκαλιά του, αυτή κουλουριάστηκε κι αυτός σφράγισε τα χείλη της με τα δικά του. Καθώς είχαν αγκαλιάσει με το βλέμμα τους τα νερά της λίμνης που παιχνίδιζαν με τα χρώματα της φύσης γύρω τους απ' το ηλιοβασίλεμα, ήρθαν στο μυαλό του οι πρώτοι στίχοι απ’ το τραγούδι του Νίκου Παπάζογλου "Φύσηξε ο Βαρδάρης".

Φύσηξε ο Βαρδάρης και καθάρισε
Ήλιος λες και τελείωσε ο χειμώνας
Βγήκα μια βόλτα και μπροστά της βρέθηκα
Στάθηκα κι απόμεινα κοιτώντας
Φλόγες ζωηρές που τρεμοπαίζουνε
τα ρούχα, τα μαλλιά της στον αέρα…

Η Λίνα έμεινε να τον κοιτά χαμογελώντας, έγειρε πάνω του και τον κοίταξε σιωπηλά σαν να του ‘λεγε όλα αυτά που εννοούσε με τη ματιά της: "Ας μη τέλειωνε αυτή η μέρα".
Το μόνο που άκουσε ο Ηλίας ήταν "Ήρθε η ώρα να φύγουμε, χάθηκε ο ήλιος, θα μας περιμένει ο Νίκος για φαγητό. Πόσο θα ‘θελα να μείνουμε όλη μέρα, αλλά του το υποσχέθηκα", τα άλλα τα αισθάνθηκε μόνο.
Η επιστροφή ήταν όμορφη, γεμάτη από αρώματα της μέρας, της δικής τους μέρας, που δεν επέτρεψε να την μπουκώσουν τα προβλήματα της οικογένειας του Ηλία και η σκόνη από το ορυχείο. Γέμισε με τα χρώματα της λίμνης, πλημμύρισε απ' τα αισθήματά τους και βάθυνε να βρει τα γλυκολούλουδα που έκρυβαν οι καρδιές τους.

Ο Νίκος τους υποδέχθηκε με έκδηλη ανησυχία.
Αργήσατε, ρε παιδιά, δεν είναι τίποτε αλλά, μ' έκοψε λόρδα, αν τηλεφωνούσατε δεν θα υπήρχε θέμα, θα βολευόμουν με κάτι πρόχειρο.
Ο Ηλίας και η Λίνα κοιτάχτηκαν με νόημα, αλλά δεν είπαν κάτι. Από τα βλέμματά τους ο Νίκος κατάλαβε την εξέλιξη της μέρας τους και δεν χρειάστηκε να δώσει συνέχεια στο θέμα. Εξάλλου ήταν αναμενόμενο σχετικά με τους δύο, τους ήξερε σαν κάλπικες δεκάρες.
Είχε φροντίσει να κλείσει τραπέζι σε ένα Ιταλικό εστιατόριο, για να έχει ησυχία και καλή ατμόσφαιρα. Στην περίσταση δεν χωρούσε ταβερνούλα, θα είχε περισσότερη φασαρία. Αργότερα ίσως πηγαίνανε για κανένα ποτό, γνώριζε ένα μπαράκι με τζαζ μουσική που την ακούνε όλοι τους. Θα έδειχνε όμως η συνέχεια, σκέφτηκε.
Το τραπέζι που κάθισαν έβλεπε στον δρόμο, αλλά είχε ησυχία. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, που γνώριζε καλά τον Νίκο όταν νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο, τους επιφύλασσε έκπληξη με την αστακομα­καρονάδα στο κέντρο του τραπεζιού, κρασί λευκό τοπικής προέλευσης κάποιου συνεταιρισμού και διάφορους μεζέδες ως πρώτο πιάτο.
Οι αντιρρήσεις και οι ευγένειες δεν χωρούσαν, το είχε υποχρέωση από παλιά, αλλά ο Νίκος δεν το θυμόταν, διαφορετικά δεν θα επέλεγε να πάνε εκεί, ήταν προσεκτικός σε τέτοια ζητήματα.
Παρόλα αυτά το φαγητό ήταν υπέροχο και το κρασί έδενε. Όση ώρα έτρωγαν, περιέγραψαν στον Νίκο το ταξίδι τους και τις εμπειρίες τους, αλλά ο Νίκος ήταν διακριτικός σε ό,τι αφορούσε τις λεπτομέρειες. Ήταν νωρίς ακόμη και προτιμούσε να παραμείνει στο περιθώριο, λόγω της στενής σχέσης του και με τους δύο. Εξάλλου προς το παρόν δεν του έπεφτε λόγος, η Λίνα δεν ήταν μικρή και για τον Ηλία ήταν βέβαιος ότι δεν θα έκανε μαλακίες.

Έπρεπε να στρέψει τη συζήτηση στην υγεία της μάνας του φίλου του, αλλά όσο το σκεφτόταν, τόσο πιο δύσκολο του φαινόταν. Κάποια στιγμή εκείνος του έκανε σχετική ερώτηση και από εκεί πιάστηκε για να αναφερθεί στο θέμα που τον απασχολούσε. Άρχισε πρώτα ν' αναφέρεται στα αποτελέσματα των εξετάσεων και το συμβούλιο που έκαναν οι γιατροί, για να φθάσει στο τέλος να του πει:
-Η μάνα σου, Ηλία, χρειάζεται να μεταφερθεί στη Θεσσαλονίκη. Η κατάστασή της δεν αντιμετωπίζεται από το Νοσοκομείο μας, επειδή χρειάζεται εξειδικευμένους επιστήμονες και νοσηλεία...
Του εξήγησε ότι είχαν ήδη έρθει σε επαφή με το Νοσοκομείο Παπανικολάου κι είχαν προγραμματίσει να μεταφερθεί την επομένη, μόλις είχαν τη συγκατάθεση της οικογένειας. Δεν το συζήτησε με τη μάνα του, γιατί ήθελε να το αναφέρει πρώτα σε αυτόν.
Ο Ηλίας, όσο μιλούσε ο Νίκος, δεν έλεγε κουβέντα, τον κοιτούσε στα μάτια λες και ήθελε να μαντέψει όσα πιθανά του έκρυβε. Ο Νίκος όμως δεν είχε καμία τέτοια πρόθεση και γι' αυτό τον λόγο επέλεξε να το συζητήσει πρώτα μαζί του. Αναφέρθηκε ότι ο Διευθυντής της Νευροχειρουργικής Κλινικής είχε μεγάλη εμπειρία παρά το νεαρόν της ηλικίας του και τα αποτελέσματά του μέχρι στιγμής ήταν σημαντικά. Ο ίδιος προσωπικά, τον εμπιστευόταν και μάλιστα του τόνισε ότι, θεωρούσε πως ήταν τυχεροί που δέχθηκε να χειρουργήσει τη μάνα του. Νέος και προσεγγίσιμος άνθρωπος, επικοινωνιακός και καθόλου απόμακρος. Θα τους εξηγούσε με λεπτομέρειες τη χειρουργική επέμβαση που θα χρειαζόταν να κάνει για ν' αποκλείσουν κάθε πιθανότητα παράλυσης. Η επέμβαση θα ήταν λεπτή και χρειαζόταν προσοχή. Τον παρακάλεσε να προετοιμάσει τη μάνα του και την οικογένεια για τη νέα εξέλιξη των πραγμάτων. Αν το έκρινε όμως, να ενημερωνόταν αρχικά από τον Νίκο, δεν θα είχε αντίρρηση. Η ψυχολογία του ασθενούς και του οικογενειακού περιβάλλοντος είχε μεγάλη βαρύτητα. Τυπικά θα ενημερωνόταν από τους γιατρούς την επομένη, την ώρα του επισκεπτηρίου.
Ο Ηλίας ένιωσε να μπουκώνει, σε λίγο δεν θα μπορούσε να ελέγξει τα δάκρυά του, ζήτησε συγγνώμη και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Εκεί έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπό του, θέλοντας να ξεπλύνει το νέο που έπεσε πάνω του σαν κεραυνός. Άργησε να επιστρέψει στο τραπέζι αλλά ένιωθε καλύτερα.
Ζήτησε από τον Νίκο να ενημερώσει εκείνος τη μάνα του, ενώ αυτός θα αναλάμβανε να το μεταφέρει στην υπόλοιπη οικογένεια. Οι ανησυχίες του συγκεντρώθηκαν στον πατέρα του, από φόβο μήπως επιβαρυνθεί η κατάσταση του τελευταίου, αλλά ήταν αδύνατο να του το κρύψουν. Ο Στέφανος θα δυσκολευόταν πολύ που δεν θα μπορούσε να είναι μαζί με τη μάνα, ήταν κολλημένος μαζί της. Με τον Ανδρέα και τον Νικήτα δεν θα υπήρχε θέμα, είχαν αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες μέχρι τότε, ήταν προετοιμασμένοι έτσι και αλλιώς από την κατάσταση του πατέρα τους για τα χειρότερα. Αυτό βέβαια ήταν άλλο, προσέθετε και νέο πρόβλημα.
Δεν το διέλυσαν αμέσως, ήταν αργά, δεν θα μπορούσε να ενημερώσει σήμερα τους υπόλοιπους. Καλύτερα να το έκανε την επομένη, που θα καθόταν καλύτερα και στον ίδιον. Δύσκολο να συμφιλιωθείς με τόσα προβλήματα που αφορούν την υγεία αγαπημένων προσώπων.
Η νύχτα κύλησε σ' ένα μπλουζ-τζαζ μπαρ, με εξαιρετικά επιλεγμένη μουσική. Συμπτωματικά έπαιζαν εκείνο το βράδυ οι Blues Wire. Με τον Ηλία Ζάικο είχαν γνωριμία από Θεσσαλονίκη και χάρηκαν πολύ για τη συνάντηση, αν και σε δύσκολη συναισθηματικά μέρα γι’ αυτόν.
Η Λίνα αγκάλιασε τα χέρια του Ηλία και τα έφερε στο πρόσωπό της. Είχε κολλήσει πάνω του και δεν τον άφηνε να κάνει ρούπι. Επηρεασμένη από τα νέα για τη μητέρα του και τα συναισθήματά της για τον ίδιο είχε φορτωθεί πολύ και δεν μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο παρά να είναι κοντά του, να βρίσκεται δίπλα του. Εκείνος χαλάρωνε από την παρουσία της, ενώ η μουσική της βραδιάς ήταν η καλύτερη αποφόρτιση της μέρας, για όλη την παρέα.
*****



IV. "Μια κούπα νερό"


Ο Ηλίας είχε στον νου του να προλάβει τους άλλους πριν φύγουν για τη δουλειά. Έπρεπε να τους ενημερώσει για τη νέα εξέλιξη των πραγμάτων που αφορούσαν στην υγεία της μάνας. Η ώρα είχε πάει στις 3 τα ξημερώματα, ενώ ο Νικήτας και ο Στέφανος σηκώνονταν από τις 5 το πρωί. Με τον Ανδρέα δεν υπήρχε θέμα, ήταν έτσι και αλλιώς στο σπίτι, από τότε που είχε αναλάβει τη φροντίδα του πατέρα, μετά το ατύχημα της μάνας.
Αποφάσισε να το τραβήξει μέχρι το πρωί. Αποχαιρέτησε τον φίλο του και τον ευχαρίστησε, για τη συμπαράστασή του αυτές τις ώρες. Αγκάλιασε τη Λίνα και την καληνύχτισε με ένα τρυφερό φιλί. Πέρασε από ένα μαγαζί πήρε έναν καφέ και τράβηξε προς το πάρκο. Ήθελε να ταξινομήσει τις σκέψεις του, ενώ τα συναισθήματά του μπερδεύονταν μεταξύ χαράς και λύπης, ευτυχίας και πόνου.
Είχε όμως πολύ υγρασία και το κρύο περόνιαζε. Προτίμησε να πάει στο αυτοκίνητο ν' αράξει εκεί και να χαθεί στις σκέψεις του. Δεν ήθελε να πάει για ύπνο, ίσως να τους ξυπνούσε και το απέφυγε. Βολεύτηκε νωχελικά στη θέση του συνοδηγού για ν' απλωθεί καλύτερα, έκλεισε τα μάτια και χάθηκε προς στιγμή σε εικόνες που ούτε θα τις φανταζόταν για τέτοια ώρα.
*****
Από τα άγρια χαράματα, ο παππούς με τη γιαγιά, σηκώνονταν για να πάνε στο χωράφι, δεν έπρεπε να τους βρει ο ήλιος. Τα καπνά ήταν δύσκολη υπόθεση. Φορούσαν ό,τι παλιό είχαν, ετοίμαζαν τα ζώα και τραβούσαν αργά σε γνώριμα μέρη. Έκαναν μεγάλη προσπάθεια να μην τους ξυπνήσουν, αλλά ο Ηλίας πάντα τους έπαιρνε είδηση. Κοιμούνταν στο ίδιο δωμάτιο, στρωματσάδα. Ένιωθε τη γιαγιά να περνά από πάνω τους με προσοχή και να τακτοποιεί τα σκεπάσματά τους. Πήγαινε στην κουζίνα για να ετοιμάσει σε μια πετσέτα φαγώσιμα: ψωμί, ελιές, χαλβά αν είχαν στο φανάρι, όπου φύλασσαν τα τρόφιμα. Περνούσε πάντα από τον μπαξέ, έκοβε κάνα δυο ντομάτες και αγγουράκια, αλλά της άρεσαν και τα κρεμμυδάκια. Πηγαίνανε πολύ με το ψωμί, τις ελιές και την ντομάτα. Κατόπιν, με γρήγορες κινήσεις, έκοβε από τα δένδρα της αυλής μερικά φρούτα. Της άρεσε πάντα να τα μαζεύει εκείνη τη στιγμή, ούτε καν τα έπλενε. Κάποτε, όταν τη ρώτησε με απορία εκείνη του εξήγησε ότι δεν είχαν φάρμακα κι αν έβρισκαν κανένα σκουληκάκι το καθάριζαν. Κάτω στο ρυάκι που περνούσε δίπλα από το χωράφι τα έπλενε με κρύο καθαρό νερό για να διατηρούν τη φρεσκάδα τους. Εκεί άφηνε το καρπούζι και το πεπόνι για να τα βρουν δροσερά.
Ο παππούς ετοίμαζε τα ζώα, φώναζε τους θείους από δίπλα που έκαναν την εμφάνισή τους αγουροξυπνημένοι, ανέβαιναν όλοι στο κάρο κι έφευγαν για το χωράφι. Η μάνα σηκωνόταν κι αυτή μαζί τους για να αρχίσει τις ετοιμασίες του σπιτιού. Το μαγείρεμα του φαγητού της μέρας, το καθάρισμα της αυλής που συνήθως άστραφτε. Την άνοιξη οι τοίχοι έπαιρναν το χρώμα τους για την προετοιμασία του Πάσχα. Τους εξωτερικούς τοίχους στον αυλόγυρο τους περνούσαν με ασβέστη, άστραφταν κάτασπροι. Εκείνες τις μέρες δεν τολμούσαν να παίξουν μπάλα μέσα στην αυλή, τα σημάδια της άφηναν το αποτύπωμά τους στους τοίχους. Φεύγανε στις αλάνες, αλλά εκεί η κατηφόρα τους έκανε καψόνια, τρέχανε πάντα να μαζεύουν την μπάλα. Συνήθως αφήνανε τους πιτσιρικάδες από την πλευρά της κατηφόρας να την πετούν γρήγορα πίσω να μη χαλάει το παιχνίδι.
Το χειρότερό τους ήταν όταν επέστρεφαν οι παππούδες με τα κοφίνια γεμάτα καπνό, τα μάζευαν στην αποθήκη κι έπρεπε να τα βελονιάσουν και μετά να τ' αρμαθιάσουν. Στο βελόνιασμα συμμετείχαν όλοι, μικροί και μεγάλοι. Ο καθένας είχε το μέρος του, θυμάται που μάλωναν μεταξύ τους όταν κάποιος καθότανε στη θέση του άλλου. Τα χέρια τους γίνονταν μαύρα. Όταν η γιαγιά τους δρόσιζε με καρπούζια ή πεπόνια τα τρώγανε με μεγάλα κουτάλια, για να μη πικραθούν από τα χέρια τους. Ο παππούς έφερνε το καρότσι γεμάτο καρπούζια από το μποστάνι. Η νύστα ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός, ρίχνανε νερό στο πρόσωπο ή τσιμπούσαν τα δάχτυλά τους με τις βελόνες για να ξυπνήσουν.
Το απόγευμα τους περίμενε πάλι το χωράφι, για να σπάσουν τον καπνό χέρια- χέρια, όπως τα λέγανε. Ήταν δουλειά των μεγάλων αυτή. Το κάθε φυτό είχε πέντε χέρια, το πρώτο στα κάτω φύλλα, αφού ωρίμαζε στο φυτό. Στη συνέχεια το δεύτερο, το τρίτο, το ούτσαλντι το τέταρτο και το ούτς, το τελευταίο. Ποτέ δεν έμαθε γιατί το τέταρτο και το τελευταίο είχαν διαφορετικά ονόματα.
*****
Το χτύπημα στο τζάμι τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Ήταν κάποιος που ήθελε να πάρει το αυτοκίνητό του, τον έκλεινε και δεν το κατάλαβε. Κοίταξε το ρολόι του, πλησίαζε τις τεσσεράμισι. Καλά θα έκανε να πάει προς το σπίτι. Όταν έφθασε, είδε τα φώτα αναμμένα. Απόρησε, αλλά δεν έδωσε περισσότερη σημασία. Βρήκε θέση για το αυτοκίνητο, πήρε το μπουφάν του και βγήκε. Φτάνοντας στο σπίτι, είδε την ίδια στιγμή ν' ανοίγει η πόρτα και να βγαίνει ο Ανδρέας. Του πέταξε στα γρήγορα ότι θα πήγαινε για φάρμακα σε διανυκτερεύον φαρμακείο, ο πατέρας είχε κάποια κρίση. Του ζήτησε τα κλειδιά από το αυτοκίνητο, ενώ αυτός δεν πρόλαβε ν' αντιδράσει. Ο Ανδρέας εξαφανίσθηκε μέσα στο σκοτάδι. Ο Ηλίας έβαλε το κλειδί στην πόρτα και άνοιξε. Όταν μπήκε μέσα τους βρήκε όλους στο πόδι. Του εξήγησαν ότι κάλεσαν γιατρό το βράδυ για τον πατέρα. Πόσες ενοχές για τον ίδιο που είχε εξαφανισθεί και με τι κουράγιο θα επιβάρυνε το κλίμα με τα νέα για τη μάνα; Προτίμησε να περιμένει για λίγο να ηρεμούσαν τα πράγματα.
Ο Ανδρέας δεν άργησε, μπήκε μέσα φουριόζικα, ενώ τον συνόδευε η Ειρήνη. Την κάλεσε για την ένεση του πατέρα. Είχε μάθει δίπλα στη μητέρα του και αυτό τους ήταν χρήσιμο. Εκείνη τους χαιρέτισε στα γρήγορα με ένα νεύμα κι ετοίμασε τη σύριγγα για την ένεση. Ο γιατρός τους προετοίμασε ότι η κατάσταση του πατέρα τους θα επιδεινωνόταν καθημερινά. Ήθελε υπομονή και φροντίδα. Δεν είχαν άλλη επιλογή.
Όταν ησύχασε ο πατέρας στο δωμάτιό του, ο Ηλίας θεώρησε πλέον κατάλληλη τη στιγμή για να τους ενημέρωνε. Το περίεργο ήταν η αντίδραση όλων. Δέχθηκαν τα νέα ήρεμα, λες και είχαν αρχίσει να προπονούνται για τα χειρότερα. Η Ειρήνη ένιωσε άσχημα που βρέθηκε ανάμεσά τους και θέλησε ν' αποχωρήσει, αλλά όλοι μ’ ένα στόμα της ζήτησαν να μείνει, τη θεωρούσαν μέλος της οικογένειας. Ο Ανδρέας άπλωσε το χέρι του, πήρε το δικό της και κάθισε δίπλα της.
Αποφάσισαν να μην πουν τίποτε στον πατέρα τους για να μην επιδεινωνόταν η κατάστασή του. Θεωρούσαν, σύμφωνα με όσα τους είχε μεταφέρει ο Ηλίας από τον Νίκο, ότι όλα θα γίνονταν γρήγορα. Καλύτερα θα ήταν να τον ενημέρωναν όταν θα είχε τελειώσει η επέμβαση της μάνα τους. Αν ήθελε να την επισκεφθεί σε λίγες μέρες που θα ένιωθε καλύτερα θα το εκτιμούσαν τότε, αναλόγως. Ο Ανδρέας παρακάλεσε την Ειρήνη να μείνει δίπλα στον πατέρα, αυτός θα πήγαινε στο Νοσοκομείο. Ο Νικήτας και ο Στέφανος στη δουλειά, ενώ ο Ηλίας χρειαζόταν να γείρει για λίγη ώρα, το ξενύχτι με τόση συναισθηματική φόρτιση, έμεινε βαρύ στο σώμα του, τον γονάτισε.
Γονάτισα μπροστά σου,
να πάρω μια κούπα νερό
αλλά χάθηκες,
με τον ίδιο τρόπο που σ΄ είδα.
Το πρωινό λεωφορείο για το Νοσοκομείο περνούσε γύρω στις 7, το προλάβαινε. Η μάνα θα είχε ήδη ξυπνήσει. Τον Νίκο θα τον έβρισκε κάποια στιγμή να τον ενημερώσει για την απόφασή τους. Η μάνα προφανώς θα ανησυχούσε που θα έβλεπε τον Ανδρέα από νωρίς, αλλά θα την καθησύχαζε λέγοντάς την ότι, ξέκλεψε λίγο χρόνο την ώρα που αναπαυόταν ο πατέρας. Ήθελε να ανιχνεύσει τις σκέψεις της και να οδηγήσει την κουβέντα στο επίμαχο θέμα της άμεσης χειρουργικής της επέμβασης στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Ο Νίκος τους μίλησε για κάκωση στην σπονδυλική στήλη που έπρεπε ν΄ αντιμετωπισθεί με χειρουργική επέμβαση. Υπήρξε σαφής στις εκφράσεις του όταν μετέφερε το πρόβλημα στον Ηλία:
"Η διάγνωση είναι αυχενική δισκοκήλη. Είναι μια σχετικά συνήθης πάθηση που προκαλεί πόνο στον αυχένα και το χέρι σε ανθρώπους ηλικίας άνω των τριάντα ετών. Το πιθανότερο είναι ο τραυματισμός της να προκάλεσε τα συμπτώματα. Η δισκοκήλη πιέζει ένα αυχενικό νεύρο και η πίεση αυτή προκαλεί τον πόνο στο χέρι. Μπορεί επίσης να προκαλέσει μούδιασμα και παράλυση του χεριού. Η πίεση δεν είναι κεντρική, δηλαδή φαίνεται από τη μαγνητική ότι δεν έχουμε αυχενική μυελοπάθεια. Σε αυτή την περίπτωση θα είχαμε δυσκολία στο περπάτημα ίσως και στην ούρηση. Έγιναν όλες οι σχετικές και απαραίτητες εξετάσεις που κατά πάσα πιθανότητα θα επαναληφθούν και στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Η μαγνητική επιβεβαίωσε τους αρχικούς μας φόβους. Ευτυχώς είναι ελεγχόμενη η κατάσταση. Σε άλλες περιπτώσεις θα ακολουθούσαμε συντηρητική αγωγή με ξεκούραση, κολάρο, φάρμακα και φυσιοθεραπεία. Στην περίπτωση της μητέρας σας, όμως, κρίναμε ότι έπρεπε να ενεργήσουμε άμεσα. Γι' αυτόν το λόγο επικοινωνήσαμε με τη Θεσσαλονίκη και καταλήξαμε, από κοινού, στην απόφαση να τη μεταφέρουμε εκεί".

Η μάνα τον υποδέχτηκε με χαρά αλλά και ανησυχία που φάνηκε έντονα στο πρόσωπό της. Την καθησύχασε, όσο μπορούσε. Το κολάρο την ενοχλούσε. Δεν το είχε συνηθίσει ακόμη και του έβγαλε μια παράξενη γκρίνια.
Η μάνα ήταν δυνατός άνθρωπος ποτέ δεν την είχε ακούσει να παραπονιέται για ο,τιδήποτε. Πάντοτε έβρισκε τον τρόπο να υποβαθμίζει τις δυσκολίες και να μεταφέρει ένα κλίμα θετικό. Ποτέ δεν έβγαζε άρνηση. Σε όλα στεκόταν μπροστάρισσα, δεν υπήρχε εμπόδιο γι' αυτήν, τουλάχιστον αυτό μετέφερε στα παιδιά της. Τον ίδιο χαρακτήρα είχε και ο Ανδρέας, υπομονετικός. Κάνανε πάντα συμμαχία οι δυο τους. Δεν χρειαζότανε να του πει κάτι προηγουμένως, εκείνος έβρισκε τον τρόπο να συντονιστεί μαζί της. Πόσο τη χαλάρωνε που τον είδε εκείνη τη μέρα μπροστά της! 
Κάθισε με προσοχή στην άκρη του κρεβατιού, της χάιδεψε τα άσπρα της μαλλιά, δεν θέλησε ποτέ να τα βάψει, με τον πατέρα ταιριάζανε πολύ, ήταν όμορφο ζευγάρι. Της πήρε τα δυο χέρια και χαϊδεύοντάς τα τη ρώτησε αν ήθελε κάτι. Απέφυγε την κλασική ερώτηση "πώς κοιμήθηκες"; Το ήξερε, το έβλεπε στα μάτια της που είχαν γεμίσει μαύρους κύκλους από την αϋπνία. Ακούμπησε τα χείλη του με συγκίνηση στα χέρια της και τα πήρε στο στήθος του. Άκουσε τη φωνή του να της λέει αυθόρμητα μέσα στη συγκίνηση της στιγμής:
"Μάνα, θα πρέπει σήμερα να πάμε στη Θεσσαλονίκη. Ο Νίκος το φρόντισε. Η μαγνητική έδειξε ένα μικρό πρόβλημα, που δεν μπορεί ν' αντιμετωπιστεί εδώ. Θα γίνει μια μικρή νευροχειρουργική επέμβαση. Όλα θα πάνε καλά! "
Ποντάρισε στη δύναμή της, ήξερε ότι δεν της αρέσουν τα μισόλογα, ήθελε πάντα καθαρές κουβέντες, το πάλευε όσο δύσκολο κι αν ήταν. Με την ίδια δύναμη είχε παλέψει την απώλεια της αδελφής τους. Είχε σταθεί δίπλα τους σαν να μην πέρασε αυτό το βάρος από πάνω της. Αυτή το 'ξερε! Όταν την άκουγε να κλαίει, κάθε φορά που έπιανε στα χέρια τη φωτογραφία της. Αυτή νόμιζε ότι ήταν μόνη, αλλά αυτό ήταν δύσκολο. Ποτέ δεν ήταν μόνη. Η ψυχή της βρήκε ηρεμία όταν γέννησε τον Στέφανο. Ήταν ευλογία για όλους μας, γι’ αυτόν το λόγο αυτό το παιδί είχε την ξεχωριστή αγάπη τους.
Δεν του απάντησε. Τον αγκάλιασε σφιχτά, τον ευχαρίστησε με συγκίνηση κι έγειρε στο προσκέφαλό της. Δεν της επέτρεπε άλλο ο πόνος. Πέρασε αρκετή ώρα στην απόλυτη ησυχία. Κάποια στιγμή γύρισε και του είπε:

-Θα γίνουν όλα, όπως πρέπει.

Δεν τον ρώτησε καν πώς ήταν ο πατέρας, ένιωθε ότι ήξερε, αλλά της ήταν αδύνατο να κάνει κάτι από τη θέση που βρισκόταν, γι' αυτόν το λόγο προτιμούσε να μην το συζητά και να επιβαρύνει άλλο τον Ανδρέα.
Ανακοινώθηκε ότι θα γινόταν το επισκεπτήριο των γιατρών σε λίγο. Ο Ανδρέας σηκώθηκε για να φύγει. Έσκυψε, τη φίλησε και βγήκε από το δωμάτιο. Προχώρησε προς το γραφείο των γιατρών, επιδιώκοντας να βρει τον Νίκο. Ήταν τυχερός, τον βρήκε. Τον ενημέρωσε για τη συζήτηση με τη μητέρα του, τον ευχαρίστησε κι έφυγε γρήγορα για το σπίτι, πριν σηκωθεί ο πατέρας.
Είναι από εκείνες τις μέρες,
που άλλοι δεν θέλουν να θυμούνται.
Είναι από εκείνες που λαβώθηκαν στο πέρασμα,
και τώρα δεν αρνούνται..
*****
Όταν πήγε ο Στέφανος στο μαραγκάδικο ήταν πολύ νωρίς, το αφεντικό δεν είχε έρθει ακόμη. Όταν έφθασε, τον κοίταξε με απορία, αλλά δεν είπε τίποτε. Έβγαλε τον συναγερμό, ξεκλείδωσε την πόρτα και κατέβηκαν στο εργαστήριο. Τα ρούχα της δουλειάς τα φύλαγαν σε μια σιδερένια ντουλάπα, εκεί δίπλα άλλαζαν κιόλας.
-Φτιάξε κανένα καφέ Στέφανε, να στανιάρουμε. Πάρε τη σκούπα να καθαρίσεις εδώ μέσα, πνιγήκαμε από το πριονίδι. Μετά τον καφέ θα πεταχτώ μέχρι την τράπεζα για τα δέοντα. Εσύ φρόντισε να συγυρίσεις καλά εδώ μέσα. Ξεχώρισε τα κουφώματα της παραγγελίας και βάλε κοντά στην είσοδο τα ντουλάπια της κουζίνας για να πάμε να τα τοποθετήσουμε με την πρώτη ευκαιρία. Τα άλλα άφησέ τα στο βάθος, για να τα μοντάρουμε.
Όσο ετοίμαζε τον καφέ, με ολίγη του αφεντικού και ο δικός του φραπέ νεσκαφέ, το μυαλό του στριφογυρνούσε γύρω από τα πρωινά λεγόμενα. Δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει.
Ξαφνικά η μάνα στο μαχαίρι, στα καλά καθούμενα. Πήγε για το μεροκάματο και βρέθηκε στο Νοσοκομείο. Άραγε έφταιγε το ατύχημα; Απ' ότι είπε ο Ηλίας, δεν ήταν σπουδαίο το πέσιμο. Μήπως όμως είπε μισές αλήθειες; Η μάνα δούλευε ανασφάλιστη, πρώτη μέρα στη δουλειά, μαύρο μεροκάματο, φίλη η ιδιοκτήτρια. "Τι να πεις; Δεν λες τίποτε, όταν έχεις ανάγκη, την τρως και κάθεσαι", σκέφτηκε. Ευτυχώς είχε την ασφαλιστική κάλυψη του πατέρα. Εξάλλου απ' ότι φαινόταν έφταιγε η μάνα με την απροσεξία ή την επιπολαιότητά της. Ενώ δεν μπορούσε να κουνηθεί, πήγε για δουλειά. Μα πώς την άφησε ο πατέρας να το κάνει αυτό;
Από τότε που πήγε στο μαραγκάδικο, κάθε φορά που τον έβλεπε το αφεντικό με το φραπέ στο χέρι του ‘λεγε:
-Πώς το πίνεις μωρέ αυτό το νεροζούμι, πρωί-πρωί; Θα φας το στομάχι σου, έβαλες κάτι στο στόμα σου;
Με την ίδια κουβέντα διέκοψε τις σκέψεις του και σήμερα.
-Έτοιμος ο καφές, του απάντησε και με καϊμάκι. Τον πέτυχα σήμερα!

Δεν θυμάται ποτέ να έλειψε η μάνα από το σπίτι. Από τότε που ένιωσε τον εαυτό του, η μάνα δίπλα του, πανταχού παρούσα. Ίσως ήταν η πρώτη φορά, που είχε αυτό το συναίσθημα της απώλειας, έστω και προσωρινής. Η μάνα ήταν το στήριγμά του κι αυτή μοίραζε την αγάπη της σε όλους, με το ίδιο μέτρο. Έδειχνε μια αδυναμία στον ίδιο, αλλά έδωσε απάντηση στον εαυτόν του, όταν μεγαλώνοντας έμαθε για την απώλεια της αδελφής του. Τώρα όμως ο χρόνος τα ‘φερε έτσι, ώστε να μετράμε τις πιθανότητες και αυτές γέρνουν προς την κακή εκδοχή. Πρώτα ο πατέρας, που η κατάστασή του πήγαινε στο χειρότερο και μετά η μάνα, με άγνωστες τις πιθανότητες επιτυχίας της εγχείρησης. Μακάρι να τους είχαν πει όλη την αλήθεια, εξάλλου γιατί να τους την έκρυβαν; Μπα, μάλλον θα γινόταν όπως το είχε πει ο Νίκος. Θα πήγαιναν καλά τα πράγματα. Δεν τα ερμήνευε όπως τα ήθελε, η λογική τους εξήγηση ήταν αυτή.
Όταν η απώλεια μ’ επισκέφθηκε
ένιωσα να με αμφισβητώ
και τότε συγκρούστηκα με τον εαυτόν μου.
Ήπιε τον καφέ στα γρήγορα, έπρεπε να μην αργήσει να τελειώσει τις δουλειές, που του είχε αναθέσει το αφεντικό. Σκεφτόταν να του ζητήσει άδεια, για να πεταγόταν στα γρήγορα να έβλεπε τη μάνα, πριν φύγει. Θα το ‘θελε πολύ, δεν ήξερε τις επόμενες μέρες αν θα τα κατάφερνε να πάει Θεσσαλονίκη, αλλά θα το προσπαθούσε.
******
Οι εικόνες της μάνας, από παλιά, ήρθαν μπροστά του. Με το μαντίλι στα μαλλιά, ένα κοφίνι στον ώμο και τον Στέφανο που τον έσερνε στα πόδια της. Ήταν στο αμπέλι του παππού και μάζευαν τα σταφύλια. Τσαμπιά ολόκληρα, αυτός δεν έφθανε το κοφίνι καλά και τα μισά τα έριχνε κάτω. Τα μάζευε η μάνα, μέχρι που αγανακτούσε. Έβγαζε την ποδιά της, την άπλωνε στην γη για να ακουμπάει τα δικά του. Ποτέ δεν θύμωνε, η ηρεμία και η γαλήνη της ήταν το γιατρικό όλων. Η γλυκιά φωνή της, χωρίς ένταση, το γαλήνιο βλέμμα της ήταν σταθερά χαρακτηριστικά της παρουσίας της, σε κάθε καλή ή κακή περίσταση.
Όταν τέλειωναν, το κάρο του παππού γέμιζε. Δεν έλειπε κανείς τις μέρες του τρύγου, τ' αδέλφια του παππού και της γιαγιάς, όλα τα παιδιά και οι γείτονες, μια παρέα, βοηθούσαν ο ένας τον άλλον. Πρώτα τα δικά σου, μετά τα δικά μου, λέγανε και ήταν όλοι τους ευτυχισμένοι.
Πανηγύρι στηνόταν στα πατητήρια για το κρασί. Τα υπολείμματα πηγαίνανε στο καζάνι του διπλανού χωριού για το τσίπουρο, μετά από επεξεργασία, ύστερα από πολλές μέρες ζύμωσης. Οι ετοιμασίες σε φαγητά και γλέντια στα πατητήρια και αργότερα στο καζάνι έδιναν και έπαιρναν. Όλοι είχαν την τιμητική τους, νοικοκυραίοι, γείτονες, επισκέπτες. Με τα όργανα συντροφιά, τους μεζέδες από ψητά και άλλα να γεμίζουν το τραπέζι ήταν το έλα να δεις, μπάρμπα. Μια πανδαισία!
Καμιά φορά έπαιρνε το γαϊδουράκι του παππού, δεν έφθανε να βάλει σαμάρι και του φορούσε κουρελού. Τραβούσε κατ' ευθείαν στ' αμπέλια, ανάμεσα σε φουντουκιές και ροδιές. Τότε ήταν που τον είχε πάρει χαμπάρι, ο δασοφύλακας ο Γιαννακός. Αυτός, μόλις τον πήρε είδηση, κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους. Ο δασοφύλακας φώναξε δυνατά να μάθει ποιος κρυβόταν. Ο Στέφανος τρόμαξε και σιγομουρμούρισε απ' τον φόβο του. Ο Γιαννακός κατάλαβε ότι ήταν κάποιο παιδί και πλησίασε σιγά, για να μη το τρομάξει παραπάνω.
-Α μωρέ Στέφανε, εσύ είσαι, με κατατρόμαξες! Άντε, σύρε τώρα στη μάνα σου, τέτοια ώρα μη τριγυρνάς εδώ μόνος. Το ξέρει ο παππούς ότι πήρες το γαϊδούρι του;
Ο Στέφανος κατουρημένος πάνω του, τι να έλεγε; Ότι δεν το ήξερε; Δεν μίλησε κι έφυγε γρήγορα. Μπρος αυτός, πίσω το γαϊδούρι.
*****
-Πρόλαβες βλέπω, τα τακτοποίησες όλα, μπράβο Στέφανε. Σήμερα θα πάμε τα κουφώματα της παραγγελίας, ν' αδειάζει το μέρος εδώ. Χρειάζεται να μιλήσω μαζί τους να δούμε αν τέλειωσαν με τους εργάτες, για να μπορέσουμε να μπούμε.
Λέγοντας αυτά διέκρινε ένα δισταγμό στο βλέμμα του Στέφανου, έμαθε να διαβάζει τις αντιδράσεις του.
-Τι συμβαίνει αγόρι μου, υπάρχει κάποιο πρόβλημα;
-Ναι αφεντικό, θα μεταφέρουν σήμερα τη μάνα στη Θεσσαλονίκη. Σκέφτομαι μήπως θα μπορούσα να λείψω για λίγη ώρα;

Συνήθως έξυνε το κεφάλι του για να πάρει απόφαση για κάτι. Κι όμως, αυτήν τη φορά απάντησε αυθόρμητα.
-Μην το συζητάς καθόλου. Πήγαινε, δεν πειράζει θα το κανονίσω γι άλλη μέρα, να μην πιεζόμαστε. Τώρα που τα τακτοποίησες σε μια γωνία, δεν μας εμποδίζουν πολύ. Ακόμη μια μέρα δεν χάθηκε ο κόσμος.

Ποτέ δεν απαντούσε μονολεκτικά, του άρεσε να ερμηνεύει τις αποφάσεις του και ν' αναλύει τις σκέψεις του.

"Μ’ αρέσει ν’ αναπολώ τα χρόνια τ’ άλλα, γιατί είναι η ζωή τρανή, στα λόγια τα μεγάλα".

Το λεωφορείο ήρθε στην ώρα του. Ο Νικήτας συνοφρυωμένος, επηρεασμένος από τη σκέψη των γονιών του, δεν κατάλαβε καν πότε έφθασε στον ορυχείο. Οι ταινιόδρομοι έτρεχαν μπροστά του γεμάτοι σκόνη, γινόταν πανικός. Φορτωμένος με το κάρβουνο που έβγαζε από τη γη ο εκσκαφέας, το μετέφερε σε μεγάλες διαδρομές, για να καταλήξει στο εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος.
Εντυπωσιασμένος από τις εικόνες των θεόρατων μηχανημάτων μπροστά του, δεν κίνησε και καθόταν να κοιτά. Παρουσιάστηκε σε λίγο στο προϊστάμενό του. Αυτός του εξήγησε ακριβώς τη διαδικασία και του έδωσε οδηγίες για το πόστο του. Θα δούλευε βάρδιες. Η προσοχή τους ήταν να καθαρίζουν τις ταινίες από εμπόδια ή να εντοπίζουν εγκαίρως ενδεχόμενα προβλήματα στην κίνηση του ταινιόδρομου. Όπως του εξήγησαν, συχνά μπλόκαρε η κίνηση και θα έπρεπε ν’ αντιδράσουν αμέσως τα συνεργεία.


Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική, αναρωτιόταν αν θα άντεχε. Αρχικά έβρισε για την ατυχία του, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησε ότι το ορυχείο ήταν παντού το ίδιο. Καταβόθρες, χώματα, σκόνη, βράχια, λάσπες, καπνός, μηχανήματα, δυσκολία στην αναπνοή. Αυτό ήταν το περιβάλλον εργασίας του. Όσο για την αμοιβή, δεν συζητιόταν. Ήταν επηρεασμένη από την κρίση κι αυτή. Δεν τον έπαιρνε πλέον να μετανιώσει, οι εξελίξεις στο σπίτι τον έσπρωχναν να συνεχίσει.




Δεν ήξερε μέχρι πού θα τραβούσε η ιστορία της υγείας της μάνας, μήπως χρειάζονταν χρήματα. Καλά θα έκανε να καθίσει στ’ αυγά του για κάποιο χρονικό διάστημα. Το πρώτο και κυριότερο ήταν να προσαρμοζόταν, να συνήθιζε, να έκανε υπομονή και να παρακαλούσε, ώστε η κατάσταση της μάνας να είχε αίσιο τέλος. Σαφώς δεν θα μπορούσε να τη δει για την ημέρα εκείνη. Θα προσπαθούσε ν’ αλλάξει βάρδια τη μέρα του χειρουργείου, αν δεν βόλευε το πρόγραμμά του, για να παραβρισκόταν στο Νοσοκομείο.
Ένας συνάδελφός του τον έβγαλε από τις σκέψεις του, φωνάζοντάς τον δυνατά, να προσέχει. Στο σημείο που στεκόταν ήταν επικίνδυνα.
Τον πλησίασε χαμογελώντας ένας πελώριος γίγαντας που του έτεινε το χέρι για χειραψία. Η παλάμη του χάθηκε μέσα στο χέρι του συναδέλφου του, ενώ εκείνος τον καλωσόριζε, λέγοντάς του ότι θα δούλευαν μαζί.
Τα αστεία και τα ανέκδοτα, το ένα πίσω από το άλλο, έρχονταν με την πρώτη αφορμή. Μπροστά στη μαυρίλα της ατμόσφαιρας ήταν η αναλαμπή της μέρας. Ο συνάδελφος δεν σταματούσε να μιλά, να εξηγεί ό,τι συνέβαινε, αλλά ήθελε να μάθαινε και τα πάντα. Μίλησε για τον εαυτόν του, την οικογένειά του, για το χωριό του και τις συνήθειές τους, αναφέρθηκε σε γεγονότα που του έκαναν εντύπωση και στάθηκε στην ερώτηση, αν ο Νικήτας έχει οικογένεια. Όταν εκείνος του απάντησε αρνητικά, τον παρότρυνε να το έκανε χωρίς καθυστέρηση, λέγοντας ότι η οικογένεια ήταν το παν. Αναφέρθηκε με καμάρι στη δική του επταμελή οικογένεια, τονίζοντας ότι τα παιδιά ήταν πηγή ζωής. Διευκρίνισε ότι δεν έκανε σπουδές: "Δεν μορφώθηκα, έβγαλα τρεις τάξεις στο γυμνάσιο μόνο, αλλά με βοήθησαν να γίνω ψάλτης στο χωριό μου".
Ο Νικήτας έμαθε σύντομα ότι ήταν από το διπλανό χωριό του παππού του. Το αξιοπερίεργο δεν ήταν μόνο τα 7 παιδιά του, αλλά ότι ήταν παπάς. Ο καλοσυνάτος συνάδελφος του εξήγησε ότι παλαιότερα δούλευε οδηγός σε μεταφορική εταιρία, αλλά τα έβγαζε πέρα δύσκολα, είχαν λιγοστέψει τα δρομολόγια. Γι' αυτό είχε αποφασίσει, μιας και ήταν ο ψάλτης της εκκλησίας, και χειροτονήθηκε παπάς. Το μεροκάματο όμως στα ορυχεία ήταν καλύτερο. Έτσι, είχε επιλέξει τη δουλειά εκεί, ενώ φρόντιζε να ήταν συνεπής και στα ιερουργικά του καθήκοντα στο χωριό. Τα έβγαζαν πέρα πλέον με τις υποχρεώσεις, βοηθούσαν και τα χωράφια, όταν απέδιδαν καλή σοδειά.

"Κάθε σπυρί πηγή ζωής, κάθε μορφή ανάσα".

Ο Νικήτας δεν ήθελε να του μιλήσει για τον εαυτόν του και την οικογένειά του. Δεν ήταν θέμα εμπιστοσύνης, αλλά δεν είχε τη διάθεση ν' ανοιγόταν σε κουβέντες γύρω απ' αυτό το θέμα.

Η μάνα λογικά θα έπρεπε να είχε πάει Θεσσαλονίκη. Ίσως μπορούσε να μιλήσει με κάποιον από τους δίδυμους αργότερα. Η Ειρήνη θα έμενε δίπλα στον πατέρα και ο Ανδρέας θα πήγαινε μαζί με τη μάνα. Στον πατέρα θα δικαιολογούσαν την απουσία του λέγοντάς του ότι είχε κάποια ιδιαίτερα μαθήματα να έκανε εκείνη τη μέρα. Ο Ηλίας είχε ήδη σχετική υποχρέωση και δεν ήθελε να την αναβάλει, εφόσον είχε λυθεί το θέμα με τον Ανδρέα. Είχε υποσχεθεί και ο Νίκος να εξετάσει τη δυνατότητα να πήγαινε μαζί της. Αυτή η εκδοχή θα ήταν η καλύτερη.

Στο Νοσοκομείο Παπανικολάου έφθασαν σε μιάμιση ώρα, ο δρόμος δεν είχε δυσκολίες. Στη διαδρομή η μάνα είχε πόνους, αλλά ο Νίκος έκανε νόημα στον Ανδρέα, για να μη ανησυχεί. Η ιδιότητά του, βοήθησε ιδιαίτερα στην άμεση τακτοποίησή της σε θάλαμο, δεδομένου ότι υπήρχε προσυνεννόηση σχετικά, ανάμεσα στα δύο νοσοκομεία.
Ήταν ημέρα εφημερίας και ο κόσμος στα εξωτερικά ιατρεία συγκεντρωνόταν στα γκισέ για πληροφορίες ή περίμενε στο σαλόνι, μέχρι να ερχόταν η ώρα εξέτασης από τους γιατρούς. Το μόνο που άκουγες ήταν αγκομαχητά από πόνους και έβλεπες την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα συγγενών και ασθενών. Για όσο διάστημα χρειάστηκε να περιμένουν μέχρι να γίνονταν τα τυπικά, αρκετές φορές έπεσαν στην αντίληψή τους φασαρίες και αγανάκτηση από τους συνοδούς των ασθενών, που περίμεναν για πολύ ώρα τη σειρά τους. Σε ποιον να έδινες δίκαιο; Στους νοσηλευτές που δεν έφθαναν ή στους ασθενείς που πονούσαν και υπέφεραν; Η υποβάθμιση της δημόσιας υγείας με τα μέτρα που είχαν ληφθεί εκείνη την περίοδο από την πολιτεία προσέκρουε στο φιλότιμο των εργαζομένων και την υπομονή τους. Η υγεία ήταν ευαίσθητος τομέας και δεν αντιμετωπιζόταν με οικονομικά κριτήρια μνημονίων.
Για τα επείγοντα περιστατικά, ειδικά αυτά που έρχονταν με ασθενοφόρο, υπήρχε άλλη διαδικασία με άμεσες ενέργειες. Ο συνοδός τραυματιοφορέας του ασθενοφόρου, κατά τη μεταφορά του ασθενούς επικοινωνούσε, μέσω ασυρμάτου, με τον ιατρό του εφημερεύοντος Νοσοκομείου και τον ενημέρωνε για την κατάσταση του ασθενούς, η οποία αξιολογούνταν. Εάν κρινόταν επείγουσα, τότε περίμενε την άφιξή του ομάδα τραυματιοφορέων στην είσοδο των εξωτερικών ιατρείων και παραλάμβανε τον ασθενή για άμεση εξέταση από τους γιατρούς. Γινόταν εκτίμηση της κατάστασής του και προωθούνταν αναλόγως, είτε για εξετάσεις είτε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.
Ο Νίκος είχε φροντίσει να έρθει σε τηλεφωνική επαφή με τον Διευθυντή της κλινικής, ο οποίος τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα εξέταζαν την επομένη όλα τα δεδομένα για να έμπαινε στο χειρουργείο. Παρέμειναν για λίγη ώρα μαζί της μέχρι να τακτοποιηθεί καλά για να αναπαυθεί. Την επόμενη μέρα θα επέστρεφαν στη Θεσσαλονίκη, μόλις επιβεβαίωναν την ώρα του χειρουργείου. Η μάνα ήταν ήρεμη, αλλά είχε ανάγκη ξεκούρασης. Επιβαρύνθηκε αρκετά από το ταξίδι.
Μετρούσα τα χρόνια
για να βρω τις αντοχές μου.
Κουράστηκα πάλι, έγιναν πολλά
και το μπαστούνι δεν αντέχει.
Ας είναι τα ζόρια,
ας είναι το μαράζι
να ‘ναι κι αυτή η μοίρα η βαριά.
*****


V. "Εκεί που φυσά ο άνεμος"


Ο Ανδρέας είχε την ανάγκη να μιλήσει με κάποιον, να βγάλει όλα τα συναισθήματα που τον έπνιγαν τόσο καιρό, κάτω από την πίεση της κατάστασης του πατέρα. Με την Ειρήνη έσμιξαν πρόσφατα ως ζευγάρι, αλλά ούτε μπόρεσαν να βρεθούν. Οι εξελίξεις τους είχαν προλάβει κι αυτό σε συνδυασμό με την ανησυχία του γενικά για την κατάσταση των γονιών του, τον έπνιγε. Είχε την ανάγκη ν' απελευθερωθεί απ' τα δεσμά των υποχρεώσεών του, αλλά του ήταν δύσκολο. Πώς να έλεγε στον πατέρα ότι θα έφευγε, πώς να έλεγε στη μάνα να μην υπολόγιζε στη βοήθειά του. Έτσι όπως είχαν γίνει τα πράγματα, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα…

Με την Ειρήνη είχε πάθει το ίδιο, ήταν ερωτευμένος μαζί της από παιδιά κι όμως δίσταζε, ποτέ δεν της είχε δείξει ή της είχε πει κάτι. Τώρα, με την κατάσταση του πατέρα που χρειάστηκε τη βοήθειά της, είχαν έρθει κοντά και χωρίς να πουν σχεδόν τίποτα, βρέθηκαν μαζί. Ήταν τόσο απλό και γινόταν δύσκολο. Ήταν μόνος του αλλά γέμισε. Για όσο καιρό ταλαντευόταν, αποζημιώθηκε μέσα σε δύο λεπτά, σε μια ώρα, σε μια μέρα.

Δεν χρειάστηκε να πει κάτι όταν τέλειωσαν με την τακτοποίηση του πατέρα, τη μέρα που γύρισαν από τη Θεσσαλονίκη. Καθώς έβγαιναν από το δωμάτιο έπεσε ο ένας στον άλλον. Αυτό ήταν, την έπιασε από τη μέση και προχώρησαν στο σαλόνι. Αυτή χάθηκε στα μάτια του κι εκείνος τη φίλησε απαλά αρχικά και μετά παθιασμένα. Η Ειρήνη αφέθηκε στα χέρια του. Ό,τι ονειρευόταν όλα αυτά τα χαμένα χρόνια, ήρθε απρόσμενα. Πόσο το ήθελε, με τι πάθος το ζήτησε κι αυτός άδειασε μαζί της σε στιγμές που δεν τις φαντάζονταν, σε σκηνές που ονειρεύτηκαν και με πάθος που λησμόνησαν.

Ο Νίκος οδηγούσε το αυτοκίνητό του χωρίς να μιλά, τον άφησε στις σκέψεις του κι αυτός ταξίδευε στις δικές του. Σε μια απότομη στροφή, ένα φορτηγό που προπορευόταν, έκανε γκέλα. Ήταν αρκετό, για να επανέλθουν στην πραγματικότητα και να μιλήσουν για το ταξίδι τους και το πρόγραμμά τους. Δεν έφθανε όμως, ίσως δεν ήθελαν να κουβεντιάσουν πλέον γι αυτά, θα τ' αντιμετώπιζαν αύριο. Ο Νίκος γρήγορα άλλαξε θέμα.

-Ανδρέα τι γίνεται; ακούστηκε η φωνή του Νίκου, έχεις κάτι που σε κρατά στην πόλη αυτή;
-Έχω τους γονείς μου, ορκίστηκα να φύγω όταν θα αποκατασταθεί η υγεία του πατέρα, αλλά όπως βλέπεις προέκυψε και η μάνα.
-Τα ξέρα αυτά, δεν εννοώ τέτοια εμπόδια, άσε τα μασάλια.
-Τι θέλεις να μάθεις ρε Νίκο;
-Αν έχεις καμιά ιστορία, κανένας δεν κάθεται σ' αυτόν τον τόπο, αν δεν τον κρατά κάτι σοβαρό.
-Τι να σου πω τώρα. Ναι, έχω και το θέλω πολύ, το ήθελα πολύ και συνεχίζω να το θέλω. Ξέρεις δεν σκοπεύω να κάνω τις μαλακίες του Ηλία, από εδώ κι από εκεί…
-Το ξέρω, αλλά νομίζω τον έχουμε παρεξηγήσει όλοι. Το ελπίζω γιατί απ' ότι φαίνεται ξεκίνησε κάτι με τη Λίνα και δεν σκοπεύω να την αφήσω στα νύχια του επιπόλαια. Έχω όμως ένα προαίσθημα, ότι με τη Λίνα παίζει κάτι άλλο. Έλα, πες μου για σένα, το ξέρεις είμαι τάφος.
-Λοιπόν φίλε, με την Ειρήνη μεγαλώσαμε μαζί, αλλά δεν έπαιξε ποτέ κάτι. Ζούσαμε στον κόσμο μας. Έφυγα Θεσσαλονίκη για σπουδές και τώρα που γύρισα πίσω, φούντωσε πάλι η ιστορία και καλά έκανε, τη γουστάρω. Όχι μόνο αυτό, αν βρω κάτι σοβαρό εδώ να κάνω από δουλειά, το προτιμώ να νοικοκυρευτώ μαζί της. Είναι και οι γονείς που δεν μπορώ να τους αφήσω, δεν γίνεται βρε αδελφέ, γαμώτο μου, μας μεγάλωσαν, δεν μου πάει να τους φορτώσω αλλού. Η Ειρήνη είναι δασκάλα σε σχολείο σ' ένα χωριό εδώ κοντά, ίσως θα βόλευε η κατάσταση. Πάντως τη θέλω, είμαι βέβαιος και για τα δικά της αισθήματα. Σκέφτομαι, αν πάει καλά η κατάσταση της υγείας  της μάνας και γυρίσει με το καλό σπίτι, να τη βγάλω την ιστορία, γιατί δεν πάει, μια γειτονία είμαστε. Πώς να το κάνουμε, μικρή πόλη είναι, ένα μεγάλο χωριό.
-Καλά θα κάνεις, αν το θέλεις και το νιώθεις, προχώρα, είμαι βέβαιος ότι κάτι θα σκεφθείς να κάνεις για δουλειά, ίσως μέσα στο ορυχείο.
-Κανείς μας δεν το θέλει το ρημάδι, αλλά είναι αναγκαίο κακό. Το φαντάζεσαι ότι αν πήγαινε καλά η ιστορία με τη Σουηδέζα, τώρα θα ήμουν στη χώρα των κοινωνικών παροχών; Αυτό που δεν θα μπορούσα να αντέξω, είναι οι πολικές νύχτες της, για έξι μήνες νομίζω, αυτό με τίποτα. Βέβαια, θα μου πεις, αντέχω την τέφρα του ορυχείου και δεν θα άντεχα εκεί; Κι όμως, χωρίς ήλιο, φίλε, δεν μπορώ να κάνω. Θα το παλέψω!
-Με σένα τι γίνεται, ρε Νίκο; Πώς θα τη βγάλεις εδώ ;
-Μπα, δεν το βλέπω να μένω. Σκοπεύω να φύγω με τους "Γιατρούς Χωρίς Σύνορα". Αργότερα ίσως καταλήξω στον τόπο μου, αν δεν με δέσει κάτι κάπου αλλού.
-Από γυναίκα, τι γίνεται;
-Αυτήν τη στιγμή, τίποτα. Έπαιξε κάτι καλό στη Θεσσαλονίκη, αλλά τέλειωσε τώρα. Έχετε ωραία κορίτσια εδώ, αλλά προς το παρόν το πράγμα πάει ανάποδα. Κάτι μου βγαίνει στραβά. Ίσως κουβαλάω ακόμη τ' απομεινάρια της προηγούμενης ιστορίας. Να όμως που φθάσαμε, σ' αφήνω σπίτι και πάω να πέσω.
 -Ευχαριστώ Νίκο, να ‘σαι καλά. Τα λέμε αύριο.

Μόλις μπήκε στο σπίτι τον περίμεναν ο Στέφανος με τον Νικήτα. Ο Στέφανος τον ενημέρωσε σχετικά:
-Η Ειρήνη πήγε στο δικό της να κάνει μπάνιο, ζήτησε να την ειδοποιήσουμε όταν θα έφτανες. Ο πατέρας, μετά την παυσίπονη που του ‘βαλε, κοιμάται ήρεμα. Ας ελπίσουμε να βγάλει το βράδυ. Ο Ηλίας έφυγε από ώρα για το ιδιαίτερο και μετά θα βρισκόταν με τη Λίνα.
-Μπράβο ρε παιδιά, πώς αφήσατε εσείς τα κορίτσια σας μόνα τους σήμερα, ειρωνεύτηκε για τον Ηλία που την κοπάνησε πάλι.
-Άσε ρε τα σάπια και λέγε για τη μάνα, μας έσκασες, πετάχτηκε ο Νικήτας.
-Όλα καλά, τακτοποιήθηκε σε τρίκλινο δωμάτιο, αύριο θα μάθουμε πότε θα γίνει η επέμβαση.

Δεν χρειαζόντουσαν περισσότερες πληροφορίες, άφησαν τον Ανδρέα στο σπίτι με τον πατέρα τους να περιμένει την Ειρήνη και αυτοί την έκαναν για τα κορίτσια τους.

Η Ειρήνη δεν άργησε να φανεί, μετά το τηλεφώνημα του Ανδρέα. Φορούσε το κοτλέ μαύρο παντελόνι της και μια μπλούζα κατάλευκη που άφηνε τα στήθη της προκλητικά στα μάτια του, μ' ένα φουλάρι στον λαιμό και τα μαλλιά λυμένα στους ώμους της, ενώ το μπουφάν της το είχε υπό μάλης. Μόλις μπήκε ρώτησε για τους άλλους. Όταν έμαθε ότι ήταν μόνοι στο δωμάτιο, τον αγκάλιασε δίνοντάς του ένα φιλί. Τον άφησε για λίγο να δει τι έκανε ο πατέρας του. Εκείνος κοιμόταν του καλού καιρού. Πιο χαλαρή πλέον γύρισε στον Ανδρέα με ένα χαμόγελο που γέμιζε το πρόσωπό της. Της έλειψε πολύ, οι ώρες της φάνηκαν αιώνας και αυτή ήθελε να τον χαρεί. Ο Ανδρέας κάθισε για λίγο μαζί της, της είπε τα καθέκαστα, αλλά την άφησε για να πάει να κάνει ένα ζεστό μπάνιο, το είχε ανάγκη. Είχαν μπροστά τους όλο το βράδυ και η νύχτα αυτή του ‘κανε όμορφα παιχνίδια. Θα της έκανε το χατίρι να έπαιζε μαζί της.

Ήθελα να φύγω προς εκεί που φυσά ο άνεμος,
ανεμοστρόβιλος να με ταξιδέψει.
Κι αν τύχει να σκαλώσω σε κλαδιά δένδρων,
με τα πουλιά θα κάνω παρέα.
Κι αν τύχει σε λίμνες στα νερά τους βυθιστώ
ή σε κύματα της θάλασσας τσακιστώ,
τότε τις σκέψεις μου θ’ αφήσω λόγια να γίνουν
κι εγώ να ελευθερωθώ.

*****

Φεύγοντας από το σπίτι, ο Νικήτας με τον Στέφανο σκόνταψαν ο ένας πάνω στον άλλον.
-Πρόσεχε, βρε ζωντόβολο! του πετάει ο Νικήτας, πηδώντας πάνω- κάτω που του σακάτεψε το νύχι.
-Τι έγινε, ρε Νικήτα, μυγιάγγιχτος έγινες, δεν νομίζεις; Εντάξει το καταλαβαίνω να έχεις νεύρα με την κατάσταση των δικών μας. Ρε συ μεγάλε, μήπως τα βρήκες σκούρα στη δουλειά; Τι γίνεται, δεν τραβάει;
-Άκου να σου πω μικρέ, δεν θα μου πεις εμένα μυγιάγγιχτο, αν σου δώσω μια κλωτσιά στον κώλο, θα σου πω εγώ μαλακισμένο.
-Αμάν ρε Νικήτα, δεν πιάνεσαι πουθενά, άσε με. Φεύγω…
-Έλα εδώ πού πας, θέλω να σου πω.
-Τι θέλεις, λέγε, βιάζομαι.
-Πότε πληρώνεσαι;
-Αύριο, θα πάρω το βδομαδιάτικο.
-Καλά, τότε φρόντισε να γεμίσεις το ψυγείο και να πληρώσεις το λογαριασμό της τηλεθέρμανσης, που λήγει τη Δευτέρα.
-Τι μου λες ρε Νικήτα, δεν φθάνουν για τίποτα, μόνο τον λογαριασμό της τηλεθέρμανσης θα πληρώσω. Για τις προμήθειες κανόνισε με τον πατέρα. Φεύγω, άργησα, τα λέμε αύριο.
-Την κάνεις γυριστή μικρέ, άντε γεια.

Τον Νικήτα τον περίμενε η Έλενα στο στέκι τους. Τη βρήκε ανήσυχη αλλά το προσπέρασε. Είχε τις δικές του σκοτούρες αυτός. Δεν του ‘φτανε η κατάσταση των γονιών του, αλλά δεν τραβούσε και η δουλειά στο ορυχείο, δεν την ήθελε. Ήταν προβληματισμένος, ήθελε να το συζητήσει με κάποιον, προτιμούσε να τα πει μαζί της.

Τον ρώτησε για την κατάσταση της μάνας, πότε θα γινόταν η επέμβαση, αν είχε γυρίσει ο Ανδρέας και τι του είχαν πει. Παρόλα αυτά, διέκρινε συνεχώς στο πρόσωπο της μια ανησυχία. Δεν έδωσε πάλι συνέχεια, τον απασχολούσε το δικό του ερώτημα. Ήταν αποφασισμένος να τα παρατήσει, δεν ήταν κατάσταση αυτή, το κολασμένο μεροκάματο. Καλά που γνώρισε τον παπά και πέρασε η μέρα καλύτερα. Πώς όμως θα της το έλεγε; Δεν ήθελε να τον απορρίψει. Μπορεί να τον έκρινε επιπόλαιο. Αλλά επιπόλαια ήταν η απόφαση του να πάει εξαρχής, εφόσον δεν το ήθελε. "Γαμώτο μου, η ανάγκη για δουλειά", σκέφτηκε.
Τον πρόλαβε η Έλενα, τον πλησίασε έγειρε στην αγκαλιά του και τον κοίταξε τρυφερά.
-Τι είναι;, της λέει απορημένος.
-Έχω κάτι να σου πω!
-Κι εγώ, της λέει εκείνος, αλλά καλύτερα να σ' ακούσω.
-Πήγα στον γιατρό σήμερα…
-Τι γιατρό, για ποιο λόγο;
-Είχα καθυστέρηση… Έκανα το τεστ, έδειξε θετικό…
-Τι εννοείς, της λέει εκείνος προσπαθώντας να ελέγξει τα αισθήματά του.
-Είμαι έγκυος! Γι αυτό πήγα στον γιατρό, για να σιγουρευτώ.

Εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του, την έσφιξε δυνατά και τη φίλησε με ένα φιλί που δεν είχε σταματημό, λες και ήθελε να κόψει την αναπνοή του.
Όταν ο Νικήτας πήρε το πρόσωπό του από το δικό της είδε τα μάτια της βουρκωμένα κι αυτός δεν μπορούσε ν' αρθρώσει λέξη. Στη σκέψη του άρχισαν να τρέχουν εικόνες οικογένειας, δεν ήξερε αν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο. Τι θα γινόταν με τη δουλειά; Θα τα κατάφερναν; Οι δυο τους πάλευαν με την ανεργία. Την Έλενα την είχαν πάρει στον Δήμο στην Υπηρεσία "Βοήθεια στο Σπίτι".
-Τι λες, Νικήτα μου, τι θα κάνουμε; διέκοψε τις σκέψεις του η Έλενα, κάτι ήθελες να μου πεις…
-Τίποτα, τίποτα, απάντησε αυτός τρομαγμένος με τις προηγούμενες σκέψεις του.

Ούτε κατά διάνοια μπορούσε να σκεφθεί πλέον να το συζητήσει μαζί της. Κίνησε το κεφάλι, λες και θα μπορούσε να διώξει τις σκέψεις μακριά. Δεν χωρούσε άλλη σκέψη, θα συνέχιζε στο ορυχείο. Είχαν χρόνο μπροστά τους. Να γύριζε η μάνα για να τους ανακοίνωνε τα ευχάριστα νέα. Πήρε την Έλενα στην αγκαλιά του.
-Πάμε! της λέει, μη σκιάζεσαι όλα θα πάνε καλά!
Εκείνη τον κοίταξε με λατρεία, το πρόσωπο της φέγγισε μες τη νύχτα, έλαμψε από αγάπη για τον Νικήτα. Το ήξερε ότι όλα θα πήγαιναν καλά!
Μια ζεστή αγκαλιά έφερε το δάκρυ
και συ τη ζεστασιά που περίμενα.
Πέρασαν μπροστά μου σαν αστραπή
όλα όσα μου έδωσες,
όλα όσα μου χάρισες, αυτόν τον καιρό. 

Η Χριστίνα άργησε να έρθει στο ραντεβού. Τον Στέφανο τον πιάσανε τα διαβόλια.  Όλη μέρα στη δουλειά τον έτρωγε η ιστορία της μάνας. Ήθελε να βρεθεί με το "Χαμογελάκι" του να χαλαρώσει. Είχε τον τρόπο της να του παίρνει κάθε στενοχώρια. Την περίμενε στριφογυρνώντας πέρα δώθε, η ώρα περνούσε, ενώ το τηλέφωνο είχε απόλυτη σιγή. Της τηλεφώνησε αρκετές φορές, αλλά δεν πήρε απάντηση. Έσκασε από τσατίλα, από αγωνία, δεν ήξερε κι ο ίδιος. Είδε από είδε, σηκώθηκε κι έφυγε. Η πρώτη του σκέψη ήταν να περάσει από το σπίτι της, αλλά την απέρριψε αμέσως, δεν ήθελε σχέσεις με τους δικούς της. Κατευθύνθηκε στο μπαράκι που σύχναζαν με την παρέα. Είχαν τη λόξα τους με τις εντούρο μηχανές, σκαρφάλωναν στα βουνά. Για την Κυριακή είχαν να κανονίσουν να πάνε για προπόνηση. Μόλις τον είδαν να έρχεται μόνος, άρχισαν τα πειράγματα. Αυτός δεν είχε όρεξη για πλάκες, πήρε μια μπύρα από το μπαρ και άραξε στη γωνία. Προτιμούσε να μείνει με τις σκέψεις του, προς το παρόν, και να παλέψει με τα αισθήματά του. Τον πλησίασε ο κολλητός του από το σχολείο, αλλά όταν είδε ότι δεν τον έπαιρνε, εξαφανίσθηκε γρήγορα.
Χάθηκε στις σκέψεις του, είδε το κορίτσι του να του χαμογελά κι αυτός να πετά στα σύννεφα. Ήταν τότε που πρωτογνωρίστηκαν. Την ήξερε από το σχολείο, αλλά δεν την πλησίασε ποτέ. Του άρεσε στα διαλείμματα να την αράζει στο προαύλιο και να χάνεται στις σκέψεις του. Οι άλλοι έπαιζαν μπάσκετ ή κάνανε παρέες. Αυτός μόνο με τον κολλητό του τον Σπύρο τα λέγανε. Δεν ήταν μονόχνοτος, αλλά τι να πεις στο διάλειμμα; Παρατηρούσε τους πάντες κι έφτιαχνε εικόνες. Είχε μια αδυναμία να ζωγραφίζει στη μνήμη του ό,τι έβλεπε, του άρεσε να κάνει σκηνικά, να στήνει θέατρο στο μυαλό του. Πολλές φορές όταν χανότανε στις εικόνες του, ούτε το κουδούνι άκουγε. Κι όταν έμπαινε καθυστερημένα στην αίθουσα, ήταν θέμα προς συζήτηση. Όπως εκείνη τη στιγμή που καθόταν μόνος στο μπαρ μακριά από τους άλλους της παρέας. Αυτός σχημάτιζε εικόνες, έστηνε τα σκηνικά με τους τρελαμένους φίλους του κι αυτοί ασχολούνταν μαζί του. Εκείνοι τον είχαν συνηθίσει, ενώ αυτός τους αποδεχόταν με τα καμώματά τους.

Στο βουνό γίνονταν πολλές πλάκες είτε στις κόντρες τους είτε όταν είχαν τα κορίτσια τους μαζί. Παράβγαιναν μεταξύ τους, κάνοντας τη φιγούρα τους. Πολλές φορές ήταν που σακατεύτηκε κάποιος, γιατί του τη βγήκε από εκεί που δεν το περίμενε κάποιος άλλος. Ευτυχώς φορούσαν τις στολές τους και προστατεύονταν από τα περισσότερα πεσίματα. Το γούσταρε το άθλημα, έβγαζε τα εσώψυχά του, ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Ήταν αλήθεια ότι αρκετές φορές κόντευε να φάει τα μούτρα του, από δική του μαλακία, αλλά την είχε πηδήξει. Η μάνα πάντα γκρίνιαζε, αλλά τι να της έλεγε, πώς να καταλάβαινε; Αυτή μόνο τον φόβο είχε μέσα της κι αυτός ζούσε την ένταση της στιγμής, έχει συμφιλιωθεί με τον κίνδυνο!
*****
Την πλησίασε κάποια στιγμή με τη μηχανή, καθώς έφευγε από το σχολείο. Της πρότεινε να την πάει στο σπίτι. Εκείνη χωρίς καμία σκέψη καβάλησε από πίσω και εξαφανίσθηκαν. Γι’ αυτό την έβγαλε "Χαμογελάκι", ήταν αυτό το χαμόγελο της πρώτης στιγμής.

Πόσο θα ‘θελα να ‘μουν
ο αλλοδαπός επισκέπτης της αγκαλιάς σου.
Με φαντασία στάθηκα, αποκρίθηκες με ύφος.
Αυτό το είδα στο βλέμμα σου και στο χαμόγελό σου.

Χαμένος στις σκέψεις του, δεν πρόσεξε ότι δίπλα του βρισκόταν η Χριστίνα. Στεκόταν όρθια με τα ρούχα της λερωμένα, το πρόσωπο της γεμάτο γρατζουνιές και μελανιές. Αναστατωμένος σηκώθηκε να την υποδεχθεί, ενώ τα νεύρα και οι μαύρες του πέρασαν στο λεπτό. Καθώς κάθισε κι έκανε την κίνηση να βγάλει το μπουφάν που φορούσε, ακούστηκε μια κραυγή πόνου και του ζήτησε να τη βοηθήσει. Αυτό έκανε, αλλά τα ερωτήματα πολλά. Την άφησε όμως να ηρεμήσει για να του τα έλεγε μόνη της, όταν θα ήταν έτοιμη. Από την αγωνία τον έπιασε κρύος ιδρώτας. Της παράγγειλε το ποτό της, την αγκάλιασε σφιχτά, τη φίλησε τρυφερά και δεν μίλησε. Άντεξε να μην πει τίποτε.

-Καθώς ερχόμουν, άρχισε η Χριστίνα να εξιστορεί τα συμβάντα, περπατούσα στο πεζοδρόμιο, στο στενό που βγάζει στην πλατεία. Χωρίς να το καταλάβω, πέρασε ξυστά από δίπλα μου ένα μηχανάκι με δύο νεαρούς πάνω. Μου άρπαξαν την τσάντα και με έσυραν, μέχρι να την αφήσω. Δεν πρόλαβα να κάνω κάτι. Περαστικοί τρέξανε δίπλα μου, ειδοποίησαν την αστυνομία και ρώτησαν αν χρειαζόμουν πρώτες βοήθειες. Ένιωθα ότι δεν χρειάζομαι. Πονούσα βέβαια παντού, κάθε σημείο στο σώμα μου ήταν πληγωμένο, τα πόδια μου, τα χέρια μου, το πρόσωπό μου. Μπόρεσα να σηκωθώ. Με πήγαν σε ένα μαγαζί για να πλυθώ, μου πρόσφεραν ένα κάθισμα για να συνέλθω από τον τρόμο, μέχρι να έρθει η αστυνομία. Όταν ήρθαν οι αστυνομικοί, θέλησαν να διαπιστώσουν αν χρειαζόμουν νοσοκομειακή φροντίδα, κατέγραψαν το περιστατικό και με συνόδευσαν οι ίδιοι στο Νοσοκομείο για να περιποιηθούν τα εξωτερικά τραύματα. Ευτυχώς με προστάτεψαν τα χοντρά ρούχα που φορούσα. Άφησα την τσάντα αμέσως σχεδόν και δεν χρειάστηκε να με σύρουν πολλά μέτρα. Ειδοποίησα για την απώλεια της πιστωτικής κάρτας, έκανα φραγή σ' αυτήν και στο κινητό, δήλωσα απώλεια για την ταυτότητα, το δίπλωμα οδήγησης απ' το μηχανάκι και για ό,τι άλλα έγγραφα ή αντικείμενα αξίας είχα στην τσάντα. Κατέθεσα μήνυση κατ' αγνώστων, αλλά πού θα πάνε θα τους βρούμε! Είχε κολλήσει το μυαλό μου, δεν θυμόμουν το νούμερό σου, το πιστεύεις. Ήθελα να σε ειδοποιήσω και δεν μπορούσα. Δεν είχα κινητό, εφόσον μου το έκλεψαν. Πήρα τέτοια τρομάρα! Δεν ειδοποίησα τους δικούς μου, για να μη τους αναστατώσω.

Ο Στέφανος δεν είπε τίποτε, την πήρε ξανά στην αγκαλιά του και δεν την άφησε όλο το βράδυ. Μέσα του έβραζε, θα μάθαινε ποια ήταν τα κωλόπαιδα από το κύκλωμα των μηχανόβιων φίλων του. Από αύριο κιόλας θα τους την έστηνε, για να τους πηδήξει κανονικά. Χάιδεψε τα μαλλιά από το "Χαμογελάκι" του που πονούσε πολύ σε κάθε επαφή του.

…"ήθελα να γυρίσω το πρόσωπο απ' την άλλη μεριά, αλλά δεν έφθανε".
*****
Ο Ηλίας όταν ξύπνησε ήταν πλέον πολύ αργά. Κι όμως, η κούραση ήταν ακόμη φορτωμένη πάνω του. Κοίταξε το ρολόι του. Με τρόμο, διαπίστωσε ότι πλησίαζε η ώρα για το ιδιαίτερο μάθημα που είχε βάλει για σήμερα. Δεν γινόταν να το αναβάλει, ήδη το πήγε πίσω άλλες δύο φορές. Φόρεσε κάτι στα γρήγορα, χαιρέτησε την Ειρήνη που έμεινε να φροντίζει τον πατέρα. Ρώτησε στα γρήγορα για τους άλλους, αλλά δεν είχε να μάθει κάτι καινούργιο, ο πατέρας κοιμόταν. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο, πήρε το βιολί και την τσάντα του και βγήκε έξω γρήγορα. Το αμάξι το είχε ο Ανδρέας, ευτυχώς δεν πήραν το μηχανάκι. Το καβάλησε στα γρήγορα κι εξαφανίσθηκε. Στην πόρτα τον υποδέχθηκε η μητέρα της κοπέλας, με έκδηλη την ευγένεια στο πρόσωπό της, τον συνόδεψε στο δωμάτιο της κόρης της. Ευτυχώς είχε βάλει μόνο μια ώρα για σήμερα, οπότε θα βρισκόταν σύντομα στο σπίτι με τη Λίνα. Τον ενδιέφερε να προλάβει, πριν γυρίσει ο Νίκος. Δεν ήξερε ότι ο Νίκος έφυγε για Θεσσαλονίκη με τον Ανδρέα. Το πληροφορήθηκε, με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, αργότερα από τη Λίνα. "Θα είχαν αρκετή ώρα μπροστά τους", σκέφθηκε.
Η Λίνα τον περίμενε ανυπόμονα στο σπίτι. Είχαν την ευκαιρία να μείνουν μόνοι αρκετή ώρα οι δυο τους, αλλά ο Ηλίας αργούσε. Την έπιασε αγωνία μήπως συνέβη κάτι που δεν το ήξερε, αλλά δεν μπορούσε να του τηλεφωνήσει. Δεν είχε αυτή την άνεση. Τελικά διαπίστωσε αργότερα ότι, καλύτερα να μη είχε αυτή την επιφύλαξη. Πήρε ο ύπνος τον Ηλία, ενώ θα μπορούσε να είχε περάσει από το σπίτι, πριν από το μάθημα. Οι ανησυχίες των δυο τους, σε συνδυασμό με την έντονη επιθυμία τους να είναι μαζί, εκδηλώθηκαν αργότερα όταν βρέθηκαν μόνοι στο σπίτι, χωρίς να έχουν την πίεση του χρόνου. Η Λίνα φρόντισε να επικοινωνήσει με τον Νίκο, για να πληροφορηθεί ότι βρίσκονταν ακόμη στη Θεσσαλονίκη. Ο Ηλίας πριν πάει στο σπίτι της, πέρασε από ένα ανθοπωλείο ν' αγοράσει μια ορχιδέα σε όμορφη συσκευασία, για να της την πρόσφερε. Με το βιολί και την τσάντα στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο κρατούσε την ορχιδέα, τον υποδέχθηκε στην πόρτα η αγκαλιά της Λίνας κι ένα φιλί διαρκείας. Του κόπηκε η αναπνοή από το κρύο, από το φιλί, από την επιθυμία. Στην προσπάθειά του να την αγκαλιάσει κι αυτός, του 'φυγε η τσάντα στο πάτωμα με ένα δυνατό θόρυβο. Αυτός αδιάφορα προσπέρασε από πάνω της. Καθώς τη μάζευε σιγομουρμούρισε "ευτυχώς που δεν ήταν το βιολί". Πέρασαν στο σαλόνι που ήταν φροντισμένο, με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Η Λίνα είχε γεμίσει τα πιο απίθανα σημεία με ρεσώ, ενώ ακουγόταν ωραία μουσική από τα ηχεία. Από το αναμμένο τζάκι τα ξύλα έβγαζαν τους δικούς τους ήχους, καθώς καίγονταν κι έβγαζαν την υγρασία τους. Η Λίνα ακούμπησε με χάρη τις ορχιδέες στο τραπεζάκι του σαλονιού, του πήρε το μπουφάν και τον παρέσυρε να καθίσουν κοντά στο τζάκι, προσφέροντάς του ένα ποτήρι κρασί. Είχαν να ρωτήσουν πολλά και να μάθουν ο ένας για τον άλλον, ενώ η ώρα περνούσε χωρίς να το καταλάβουν. Εκείνος την άφησε απαλά ν' ακουμπά πίσω στην κουνιστή πολυθρόνα και πήρε το βιολί στα χέρια του, ήθελε να της χαρίσει ένα δικό του τραγούδι. Το ονόμασε "Ας γινόταν" σε μουσική και στίχους δικούς του.
Ας γινόταν,
να ‘χα στο προσκέφαλο την ομορφιά σου,
να 'κανα έρωτα με τ’ άρωμά σου
κι ας μ’ έπαιρναν σερνάμενο,
να με περάσουν σ’ άλλα μέρη.

Με πανοπλία τ' άρωμά σου
και φορεσιά τ’ ανθολούλουδά σου,
να μη σκιάζομαι.
Θα ‘χω για ξιφολόγχη την ομορφιά σου,
στ' άλλο χέρι.
Θα ‘μαι σε γνώριμα μέρη.

Από την μια οι μελωδίες του βιολιού που γέμιζαν το δωμάτιο και από την άλλη το κόκκινο κρασί με τη φωτιά στο τζάκι ζέσταναν την ατμόσφαιρα σε σημείο ν’ αφήσουν τα περιττά και να βρεθούν για πολλές ώρες στο δωμάτιο, να απολαμβάνουν ο ένας το κορμί του άλλου, ενώ τα συναισθήματά τους γίνονταν στολίδι στον έρωτά τους.

Ο Νίκος όταν επέστρεψε στο σπίτι, τους βρήκε να πίνουν το κρασί τους, με τους νόστιμους μεζέδες που ετοίμασε η Λίνα. Φρόντισαν να κρατήσουν και για τον ίδιο. Κάθισε για λίγο στην παρέα τους, η κούραση βάραινε τα βλέφαρα του. Η βραδιά συνεχιζόταν απλόχερα για τους δύο. Αν ήταν έρωτας αυτό που τους συνέβαινε έμοιαζε πρωτόγνωρο, δεν θα ‘θελαν να το προσπερνούσε ο χρόνος.

Μου αρέσει να ταξιδεύω στα μάτια της,
η αύρα της να γεμίζει τα πανιά μου.


******




VI. "Δύο χέρια, δύο κουπιά"


Από πολύ νωρίς της ζήτησαν τα πρωινά ούρα και της πήραν αίμα για τις ουρολογικές και αιματολογικές εξετάσεις. Οι νοσοκόμες ήταν ευγενικές, το δωμάτιο παλιό αλλά καθαρό. Είχαν περάσει πρωί οι καθαρίστριες, ενώ οι νοσοκόμες τακτοποίησαν τα σεντόνια των ασθενών στο δωμάτιο. Ήταν άλλες δύο ασθενείς, αλλά δεν έμαθε για την πάθησή τους, οι ασθενείς συνήθως μιλάνε μόνοι τους, χωρίς καν να τους ρωτήσεις. Το κατωσέντονό της ήταν μπαλωμένο, αλλά καθαρό. Τα σκεπάσματα το ίδιο, θα έτυχε φαίνεται, γιατί της διπλανής της έδειχναν για καινούργια.
Η πρωινή πάχνη έξω ήταν βαριά και η καταχνιά δεν άφηνε το μάτι να διεισδύσει παραπέρα. Διακρίνονταν από το παράθυρο τα ψηλά δένδρα ντυμένα με την ομίχλη, ενώ οι σπουργίτες και οι δεκαοχτούρες τεμπέλιαζαν ακόμη στο περβάζι του παράθυρου. Το Νοσοκομείο αυτό, λόγω του καλού κλίματος της περιοχής, είχε χρησιμοποιηθεί, κατά το παρελθόν την εποχή της φυματίωσης, ως σανατόριο.
Η επίσκεψη των γιατρών θα γινόταν σε μια ώρα. Η προϊσταμένη ενημέρωσε από το μεγάφωνο τους ασθενείς και τους συνοδούς. Οι πόνοι με τη βοήθεια των παυσίπονων όλο το βράδυ ήταν υποφερτοί. Η κίνηση στο χέρι γινόταν δύσκολα, φαινόταν να εξελίσσεται η ζημιά, θα περίμενε με αγωνία την ενημέρωση. Πάντα ήταν ψύχραιμη, ιδιαίτερα με τις δυσκολίες των άλλων. Αυτήν την φορά όμως, αφορούσε τον εαυτόν της κι είχε κάποια ανησυχία και νευρικότητα. Το ενδεχόμενο παραλυσίας του χεριού της την τρόμαζε.
Το επισκεπτήριο των γιατρών καθυστέρησε αρκετά και ενημερώθηκαν για την οριστική ακύρωσή του, λόγω σοβαρού περιστατικού που προέκυψε. Κοντά στο μεσημέρι, πληροφορήθηκε από ένα γιατρό που την επισκέφθηκε στο δωμάτιο ότι ήταν προγραμματισμένο το χειρουργείο της για την επομένη. Εκ των υστέρων έμαθε ότι ήταν ο αναισθησιολόγος που της έκανε διάφορες σχετικές ερωτήσεις. Έπρεπε να επικοινωνήσει με τα παιδιά, να τους ενημερώσει. Το τηλέφωνο όμως χτύπησε, την πρόλαβαν οι ίδιοι. Είχε ενημερωθεί ο Νίκος για το αυριανό πρόγραμμα και τους το μετέφερε. Της υποσχέθηκαν ότι θα βρίσκονταν από το πρωί εκεί.
Έκλεισε το τηλέφωνο συγκινημένη. Θα ‘θελε να είχε κάποιον δίπλα της τη μέρα αυτή κι αυτός ήταν ο Κωνσταντής. Δεν γινόταν όμως λόγω της κατάστασής του. Τα παιδιά της είπαν ότι του έκρυψαν την εξέλιξη της υγείας της και την άμεση μεταφορά της στη Θεσσαλονίκη. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της με ένα λυγμό. Αν δεν είχε δίπλα της άλλους, θα άφηνε τον εαυτόν της να εκραγεί, χρειαζόταν να ξεσπάσει, μάλλον το είχε ανάγκη.
Δύο χέρια δύο κουπιά
βρεχόντουσαν στα δροσερά νερά
κι έσκυψα να δω το πρόσωπό μου
να καθρεφτίζεται.

Δεν το είδα, δεν το βρήκα,
χάθηκε μαζί με τη βάρκα
που κίνησε προς το πέλαγος
μόνη της, με δύο χέρια δύο κουπιά.

Λησμόνησα ότι με αφορά.

Ο Κωνσταντής σηκώθηκε πολύ νωρίς, είχε χορτάσει τον ύπνο του, κοιμήθηκε πολλές ώρες. Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο, ήταν 6 το πρωί. "Τα παιδιά θα έχουν σηκωθεί αυτή την ώρα", σκέφτηκε. Στη σκέψη του καρφώθηκε η εικόνα της γυναίκας του. "Τι κάνει, πώς είναι"; αναρωτήθηκε. Δεν είχε ενημέρωση, τα φάρμακα του κρατούσαν το μυαλό σε νάρκωση. Προσπάθησε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι, αλλά ένιωσε τα πόδια του αδύναμα και το σώμα του σε εξάντληση. Αποφάσισε να περιμένει κάποιον από τα παιδιά να εμφανιστεί. Άραγε η κατάστασή της είναι τόσο σοβαρή, για να μείνει στο Νοσοκομείο μέρες; Η αμφιβολία για τις αλήθειες που του έκρυβαν τα παιδιά άρχισαν να τον ζώνουν. Ήταν αποφασισμένος να μάθει τι συνέβαινε. Τουλάχιστον ένιωθε να επικοινωνεί με το περιβάλλον, ίσως αν έπαιρνε κάποιο δυναμωτικό να ήταν ακόμη καλύτερα. Η Ειρήνη έκανε την εμφάνισή της στην πόρτα κι αυτός απορώντας για την παρουσία της, δεν έχασε ευκαιρία να ρωτήσει για να μάθει.
-Είχαν υποχρεώσεις τα παιδιά, χρειάστηκε να μείνω στο σπίτι για να έχω την προσοχή μου σ’ εσάς, του είπε.
Η Ειρήνη έμεινε το βράδυ στο δωμάτιο του Ανδρέα. Με αφορμή τον πατέρα του της ζήτησε να μείνει. Άλλο που δεν ήθελε κι εκείνη. Τα παιδιά άργησαν να επιστρέψουν, οπότε ο χρόνος ήταν διαθέσιμος γι αυτούς.
Σε λίγο που μπήκε στο δωμάτιο ο Ανδρέας, δεν άργησαν οι ερωτήσεις για την κατάσταση της μάνας. Αρχικά προσπάθησε να το κρύψει, αλλά οι ερωτήσεις ήταν αμείλικτες δεν άφηναν περιθώρια και ο πατέρας τον διάβαζε σαν ανοιχτό βιβλίο.
-Λοιπόν Ανδρέα θα μου πεις επιτέλους την αλήθεια; Τι συμβαίνει με την μάνα σου; Μη με αναγκάσεις να σας μαζέψω όλους εδώ.
-Εντάξει πατέρα, σήμερα σε βλέπω καλύτερα. Η μάνα μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη για να κάνει νευροχειρουργική επέμβαση. Κινδύνευε το χέρι της με παράλυση και ο Νίκος φρόντισε για να γίνει η επέμβαση στο Νοσοκομείο Παπανικολάου.

Ο πατέρας δεν μίλησε, το πρόσωπο του σκλήρυνε. Το γνώριζε πολύ καλά αυτό το ύφος ο Ανδρέας. Δεν σήκωνε άλλη κουβέντα, καλύτερα να τον άφηνε μόνο. Βγήκε έξω και πήγε κατευθείαν στην κουζίνα που ήταν μαζεμένοι οι άλλοι. Ο Ηλίας έλειπε. Τους ενημέρωσε για τα καθέκαστα. Ήταν αλήθεια ότι δεν άρεσε σε κανέναν αυτή η εξέλιξη. Ήξεραν ότι, με κάθε τρόπο ο πατέρας τους θα ‘θελε να πάει κοντά της. Έπρεπε όμως να τον μεταπείσουν. Το άφησαν γι' αργότερα. Θα αναλάμβανε αυτόν το ρόλο ο Νίκος. Θα ζητούσαν από τον Ηλία να του τηλεφωνήσει.

Όταν έμεινε μόνος στο δωμάτιο, προσπάθησε να ηρεμήσει, τα νεύρα του έγιναν τσατάλια. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει αυτή την εξέλιξη, "πώς του ξέφυγαν τα πράγματα από τα χέρια του;", αναρωτιόταν. Δεν μπορούσε να ρίξει βέβαια ευθύνες σε κανέναν και ιδιαίτερα στη γυναίκα του. Περισσότερο θεωρούσε το εαυτόν του υπεύθυνο που εκείνη αναγκάσθηκε να αναζητήσει δουλειά κι αυτός το επέτρεψε. Ήξερε την κατάστασή της τελευταία, την έβλεπε, δεν ήταν καλά. Απ' ό,τι όμως του εξήγησαν δεν ήταν η πτώση η αιτία για την εξέλιξη της υγείας της, μάλλον ήταν μόνο η αφορμή για να εντοπίσουν το πρόβλημα.

"Γιατί ήταν έτσι η οικονομική κατάσταση, πώς έφθασαν σ' αυτή την θέση; Όταν ήταν ακόμη μικρότερα τα παιδιά, με ένα κάρο έξοδα δεν μπορούσε να διανοηθεί τη γυναίκα του παραδουλεύτρα. Πώς το επέτρεψε; Μήπως έχασαν τον έλεγχο; Τα παιδιά έδειχναν κατανόηση για την κατάσταση στην οποία οδηγήθηκαν εξαιτίας της κρίσης, παρόλο που τους αφορούσε περισσότερο από τον καθένα. Πώς τα φέρανε έτσι, πώς τους είχαν φέρει σ' εκείνο το επίπεδο, να έχουν γίνει ζητιάνοι της ζωής τους; Επιστήμονες τα παιδιά και να ψάχνουν τη δουλειά με το κουτάλι; Τους είπε πολλές φορές να σηκωθούν να φύγουν, να ξενιτευτούν, σ' άλλη πόλη σ' άλλη χώρα, αλλά αυτοί εκεί, επέμεναν να μείνουν κοντά τους. Ποιος ξέρει γιατί;"



Έχω κουραστεί κι εγώ, με εκείνα και με τ’ άλλα. 

Ο Νικήτας καθυστέρησε εκείνη τη μέρα, λόγω της αντίδρασης του πατέρα, κι έχασε το λεωφορείο. Ζήτησε από τον αδελφό του, να τον πάει στη δουλειά με το αυτοκίνητο. Ο Ανδρέας, για πρώτη φορά θα πήγαινε μέσα στο ορυχείο. Ο πατέρας δούλευε τόσα χρόνια εκεί, αλλά ποτέ δεν παρουσιάστηκε ανάλογη ευκαιρία. Ήθελε κι αυτός να δει από μέσα πώς ήταν το ορυχείο. Ίσως να ήθελε στο μέλλον να εργαστεί εκεί, δεν θα του ήταν άχρηστη μια πρώτη επαφή με την τέφρα και την λάσπη, όπως έλεγε πάντα ο πατέρας.

Οι δρόμοι, από τα Τάμπερ τα θεόρατα φορτηγά που μεταφέρουν τα υλικά για απόθεση, ήταν δύσκολοι για την κυκλοφορία ενός επιβατηγού αυτοκίνητου. Παντού σκόνη και το περιβάλλον επιβαρυμένο, με περιορισμένη ορατότητα. Δεν ήταν ασφαλής η κίνηση επισκεπτών στο ορυχείο, αν δεν συνοδεύονταν από άτομα που γνώριζαν τους δρόμους. "Κινδυνεύεις να χαθείς και να βρεθείς μπροστά σε κανένα μηχάνημα να σε λιώσει", σκέφτηκε τρομαγμένος. Ο Νικήτας συνήθως κοιμόταν, όσες φορές ήρθε με το λεωφορείο, και δεν ήταν σίγουρος για τη σωστή διαδρομή. Ευτυχώς γι αυτούς, είχε καλό προσανατολισμό και μπόρεσαν, με στίγμα το σημείο της δουλειάς του, να πλησιάσουν με κάποια ασφάλεια. Η ανησυχία ήταν αν θα κατάφερνε ο Ανδρέας να βρει τον δρόμο της επιστροφής. Για καλή του τύχη, λόγω αλλαγής βάρδιας, ένας συνάδελφος του Νικήτα προθυμοποιήθηκε να πάει μαζί του στην πόλη, αντί να πάρει το λεωφορείο.



Ο Ανδρέας είχε πολλά να ρωτήσει κι εκείνος πολλά να του πει. Ήταν ευδιάθετο άτομο, περίπου συνομήλικός του, εργαζόταν στα οκτάμηνα. Είχε οικογένεια, ήταν πλέον χωρίς περιθώρια για εναλλακτικές αναζητήσεις, σε σχέση με τις σπουδές που έκανε του τεχνολόγου τροφίμων. Πατέρας μιας κόρης, με γυναίκα εργαζόμενη με βάρδιες στο στρατιωτικό Νοσοκομείο της Κοζάνης. Ευτυχώς είχαν τη συμπαράσταση της μάνας του. Αυτός με πολλές ενοχές για το παιδί του, λόγω της ζωής του σ' αυτό το επιβαρυμένο περιβάλλον. Ήταν ανοιχτός σε συζήτηση, αν και ξενύχτης, λόγω νυχτερινής βάρδιας. Η γυναίκα του ήταν από άλλη πόλη και οι γονείς της δεν μπορούσαν να συνδράμουν στη φροντίδα του παιδιού, γι’ αυτόν το λόγο ο κλήρος έπεσε στη μάνα του. Οι βάρδιες έδιναν περισσότερα λεφτά, αλλά για οικογένεια ήταν δύσκολα, όπως στη δική του περίπτωση, που η γυναίκα του ήταν και αυτή σε βάρδια. Βοηθός στο μικροβιολογικό του Νοσοκομείου δεν είχε πολλά περιθώρια ν' αλλάξει. Αυτός, λόγω σύμβασης, δεν μπορούσε να είναι ημερήσιος. Χαριτολογώντας, σχολίασε ότι έδιναν ραντεβού με τη γυναίκα του για να συναντηθούν.



Μέχρι να φθάσουν στην πόλη έμαθε για το χωριό του, για τις ανάγκες που δημιουργήθηκαν όταν τους πήραν τα χωράφια, για τα ρημαγμένα σπίτια τους που τους ανάγκασαν μ’ αυτό τον τρόπο να αναζητήσουν κατοικία στην πόλη, λόγω μελλοντικής εξαφάνισης του χωριού από το ορυχείο. Η αποζημίωση που πήραν για τα χωράφια πήγε στην αγορά του σπιτιού στην πόλη, ενώ ο πατέρας του αναγκάστηκε να πάρει πρόσθετο δάνειο, για συμπλήρωμα. Χωρίς χωράφια, με δόση δανείου, σύνταξη του ΟΓΑ οι γονείς κι αυτός ερωτευμένος. Τέλειος συνδυασμός βλακείας για να στήσεις οικογένεια, απολογήθηκε. Ο πατέρας του χάθηκε μετά από λίγο καιρό, ίσως επιβαρύνθηκε η υγεία του από την στενοχώρια του που έφυγε από το χωριό . Άφησε τα ζώα του που ήταν η ζωή του. Τα αγελάδια του αναγκάστηκε να τα δώσει νωρίς, αλλά τα γουρούνια, τις κατσίκες του και τα άλλα ζωντανά που είχε στο σπίτι για κανένα αυγό, αυτά τον πόνεσαν πολύ. Κάθε μέρα πήγαινε τη διαδρομή του με τις κατσίκες τους, γραφικός, αλλά ζωντανός, γεμάτος ζωή. Μόνη του στενοχώρια η προοπτική που μάθαινε ότι θα ακολουθήσει, δηλαδή το χάσιμο των χωραφιών του. Ίσως η επιλογή να πάνε σε άλλο χωριό να του έδινε άλλη ανάσα, αλλά ο ίδιος ήδη είχε στήσει την οικογένειά του και δεν εξυπηρετούσε το νεαρό ζευγάρι άλλη επιλογή. Άλλη μια ενοχή που βάραινε τον ίδιο για τον πατέρα του. Πάντως δήλωσε αποφασισμένος να φύγει από την πόλη για να διορθώσει το λάθος, αναζητώντας την τύχη του στη Θεσσαλονίκη ή αν αυτό ήταν αδύνατο σε ένα πλησιέστερο χωριό αγοράζοντας χωράφια για σπορά, ίσως και μια κτηνοτροφική μονάδα. Βέβαια είχε μεγάλη τρέλα με το κυνήγι, ήταν η αδυναμία του και τάιζε αρκετά σκυλιά γι’ αυτό τον σκοπό. Ομολόγησε ότι του κόστιζαν μια περιουσία τον χρόνο, προς το παρόν τα έβγαζε πέρα. Τα φύλαγε στο παλιό χωριό. Μέρα παρά μέρα περνούσε από ‘κει για τροφή και νερό, είχε εύκολη πρόσβαση από το ορυχείο.

Οι αποθέσεις του ορυχείου σκέπασαν το νεκροταφείο τους και αυτό ήταν μεγάλη πληγή για τους παλιούς κατοίκους του χωριού. Χάθηκαν τα μνήματα των αγαπημένων τους, εξαφάνισαν ότι ιερό υπήρχε στον τόπο τους. Αυτό δεν μπόρεσε να το συγχωρέσει ούτε στον εαυτόν του ούτε σε κανέναν άλλο. Υπήρχαν νομικές διεκδικήσεις αποζημίωσης, αλλά αυτό δεν έφερνε ηθική ικανοποίηση.

Πόσα στοιχεία του έδωσε μέσα σε λίγο χρόνο, πολύ καθοριστικά για τις μελλοντικές του αποφάσεις. Ο Ανδρέας γύρισε πίσω στο σπίτι σοβαρά προβληματισμένος απ' όσα έμαθε και προσπαθούσε να βρει τον δικό του ορίζοντα μέσα σ’ όλα αυτά. Είχε ανάγκη να προσδιορίσει τη δική του θέση στο μέλλον. Χρειαζόταν χρόνο για να τα δουλέψει στο μυαλό του και να πάρει τις αποφάσεις του.

Σήμερα μου κλείδωσαν την πόρτα,
μα το κλειδί το ‘χω εγώ,
φαίνεται ότι θα μου είναι χρήσιμο πλέον.

Το πόστο του Νικήτα ήταν στη συντήρηση κεφαλής του ταινιόδρομου. Τα άτομα που είχαν την ευθύνη αυτή μετακινούνταν με αυτοκίνητο και έλεγχαν τα σημεία των κεφαλών του ταινιόδρομου. Παλαιότερα υπήρχε σταθερό πόστο εργαζόμενου σε κάθε κεφαλή. Η κεφαλή ήταν το σημείο σύνδεσης ταινιόδρομων. Οι ταινιόδρομοι μετέφεραν το χώμα ή τη μάργα που βρισκόταν ανάμεσα στο χώμα και το κάρβουνο για να καταλήξουν στην απόθεση. Όταν παρουσιαζόταν βλάβη στις κεφαλές, μέχρι να γίνει η επισκευή, τα υλικά αυτά συγκεντρώνονταν σε ένα σημείο και μεταφέρονταν με φορτηγά στον χώρο που έχει ορισθεί να γίνεται η απόθεση. Επίσης, όταν αναλάμβανε ο μεγάλος εκσκαφέας και γινόταν πλέον η εξόρυξη του κάρβουνου, αυτό μεταφερόταν με τους ταινιόδρομους στο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος.

Είχε πολλά να μάθει εκείνη την ημέρα ο Νικήτας. Ήταν μια ξεχωριστή μέρα. Ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει το μεροκάματο στην τέφρα και στη λάσπη. Απέφευγε να το αποκαλεί πλέον" ο τόπος της κολάσεως" για να μην του ρίχνει την ψυχολογία. Η εξέλιξη με την Έλενα τον δέσμευε σε άλλες αποφάσεις και η προσαρμογή του στο ορυχείο επιβαλλόταν για να τα έχει καλά με τον εαυτόν του.

Ανάμεσα στους συναδέλφους του ήταν ο παπάς, ένας αγρότης από το διπλανό του χωριό στην ηλικία του θείου του, μικρότερου αδελφού του πατέρα του που του ‘ριχνε κάποια χρόνια του Νικήτα. Λιγομίλητος άνθρωπος, σκληρός, παιδεμένος, απ' ό,τι έμαθε. Παρ' όλα αυτά είχε τον τρόπο του να επικοινωνεί, το χάρισμα να κερδίζει την εμπιστοσύνη. Την εποχή της χούντας, έκανε κάποια χρόνια στις φυλακές Επταπυργίου στη Θεσσαλονίκη, λόγω πολιτικών φρονημάτων. Δεν έκανε δική του οικογένεια, δεν θέλησε να τους χρεώσει τα δικά του, όπως έλεγε. Ήταν καθεστώς σ' αυτή τη χώρα να στιγματίζεται όλη η οικογένεια. Μια μάνα είχε που ζούσε ακόμη. Έφθασε τα βαθιά γεράματα, τα βόλευαν. Το Επταπύργιο ήταν κολαστήριο. Είχαν τους ποινικούς με τους πολιτικούς κρατούμενους μαζί, σκόπιμα. "Δεν υπήρχε καμιά προστασία πολιτικών δικαιωμάτων, εξάλλου ποιοι θα την εφάρμοζαν, οι φασίστες;" αναρωτήθηκε. Πολλά ήταν τα περιστατικά που άρχισε να θυμάται λίγα-λίγα, καθώς η ώρα περνούσε και το οκτάωρο ήταν δύσκολο. Ήταν οι σκληρότερες φυλακές, έμαθε ότι έκλεισαν το 1989. Οι πλάκες του οδοστρώματος βάφτηκαν με αίμα. Τα δάκρυα που χύθηκαν εκεί συνόδεψαν πολλά τραγούδια που γράφηκαν την εποχή εκείνη. Το "Αντιλαλούν οι φυλακές" του Μάρκου Βαμβακάρη, "Τα κάστρα του Γεντί Κουλέ" του Γιώργου Μητσάκη και πόσα άλλα.

Ένας άλλος οκταμηνίτης συνομήλικός του συμπλήρωνε την ομάδα. Από τα νότια μέρη του Νομού, έδειχνε να μην αντέχει πολύ τα ζόρια. Απ' ό,τι φάνηκε είχε μεγάλη ανάγκη τη δουλειά, όπως όλοι τους φυσικά. Είχε να θρέψει στόματα, λόγω της ανεργίας στην οικογένεια. Η σοδειά στα χωράφια δεν απέδωσε φέτος και οι υποχρεώσεις ήταν αυξημένες. Είχε οικογένεια, με γυναίκα και ένα κοριτσάκι νεογέννητο. Η γυναίκα του δεν εργάζονταν, ενώ οι γονείς συμπλήρωναν το μεροκάματο. Ευτυχώς είχε σπίτι που του ‘δωσαν οι δικοί του και καλλιεργούσε τα χωράφια τους στο χωριό. Είχε προσπαθήσει να πάει έφεδρος υπαξιωματικός στον στρατό, αλλά δεν τα κατάφερε, την κοπάνησε στα δύο χρόνια πάνω. Το όφελός του ήταν ότι πήρε το πτυχίο οδηγού αυτοκινήτων μεγάλης κατηγορίας και οδικών μηχανημάτων. Παιδεύτηκε από ‘δω και από ‘κει σε διάφορες δουλειές, όσο υπήρχαν οδικά έργα. Η κρίση όμως έφερε την πτώχευση σε πολλές εταιρίες που φόρεσαν φέσια παντού ακόμη και σε εργαζόμενους. Αυτός είχε να παίρνει αρκετά απλήρωτα μεροκάματα. Διεκδικούσαν ομαδικά με άλλους εργαζόμενους τη δικαίωσή τους στα δικαστήρια. Ευτυχώς τον πήρανε στα οκτάμηνα στο ορυχείο. Ήταν η δεύτερη περίοδος που δούλευε εκεί μέσα. Ίσως τα κατάφερνε να μονιμοποιηθεί.

Εκεί που τα λέγανε, δέχθηκαν κλήση να ελέγξουν την κεφαλή, σε κάποιο σημείο του ταινιόδρομου που μπλόκαρε. Το πρόβλημα ανέλαβε να αντιμετωπίσει ο πιο έμπειρος από αυτούς. Τον άφησαν εκεί να ελέγξει τη βλάβη για να ειδοποιηθούν, αν χρειαζόταν, τα αρμόδια συνεργεία. Το περιστατικό που ακολούθησε τους αιφνιδίασε και τους συγκλόνισε όλους. Για κακή του τύχη, ο συνάδελφος χτυπήθηκε από ρεύμα. Οι υπόλοιποι αναστατωμένοι ειδοποίησαν αμέσως στο κέντρο για ασθενοφόρο. Τους έδωσαν οδηγίες σχετικά με τις πρώτες ενέργειες. Μπροστά ο παπάς, ως ο πιο έμπειρος, πίσω ο Νικήτας και ο συνάδελφός τους, φορώντας τα ειδικά προστατευτικά γάντια, πλησίασαν τον τραυματία. Έπρεπε, με προσοχή, να φροντίσουν να τον τυλίξουν με την ειδική κουβέρτα που χρησιμοποιούνταν γι' αυτές τις περιπτώσεις, σύμφωνα με τις οδηγίες. Είχε χάσει τις αισθήσεις του, αλλά βρισκόταν στη ζωή. Η μεγάλη τους προσοχή ήταν να μη γίνουν οι ίδιοι αγωγοί του ηλεκτρικού ρεύματος που είχε διαπεράσει τον άτυχο συνάδελφό τους. Μετά από επιτυχή διαδικασία τον έβαλαν στο αμάξι και κατευθύνθηκαν εσπευσμένα, προκειμένου να συναντήσουν το ασθενοφόρο που ερχόταν. Τα έκαναν πάνω τους, χωρίς εμπειρία και για πρώτη φορά. Έπρεπε να αντιδράσουν με αποτελεσματικότητα, χωρίς βέβαια να πάθουν κάτι οι ίδιοι.

Οι άμεσες ενέργειες τους, απ' ότι έμαθαν αργότερα, έσωσαν τη ζωή του συνάδελφου τους, που πρόσθετε ακόμη ένα δυσάρεστο περιστατικό στην ταλαίπωρη ζωή του. Για τους ίδιους ήταν ένα ακόμη μάθημα, ότι έπρεπε να είναι προσεκτικοί, ιδιαίτερα ο Νικήτας που ήταν "ο νέος". Το ορυχείο ήταν χώρος ατυχημάτων που οφείλονταν κυρίως σε ανθρώπινο παράγοντα. Λεπτομέρειες για το ατύχημα θα μάθαιναν την επομένη, αλλά σοκαρισμένοι από το περιστατικό δεν είχαν δυνάμεις για να συνεχίσουν. Ευτυχώς γι' αυτούς τέλειωνε η βάρδια τους και θα μπορούσαν να βρουν τη γαλήνη τους στο σπίτι.

Σήμερα μου μίλησαν σιγά στο αυτί,
δεν άκουσα,
η φωνή τους έκρυβε αγωνία.

******

Για τον Στέφανο η μέρα ήταν δύσκολη. Είχαν να τοποθετήσουν τα κουφώματα της παραγγελίας, ο ίδιος ήθελε με κάθε τρόπο να βρει τα τσογλάνια που έκλεψαν και σακάτεψαν την κοπέλα του, χρειαζόταν άδεια για να είναι κοντά στη μάνα τη μέρα της εγχείρησης, ο πατέρας στο σπίτι είχε συνέλθει αρκετά και ήθελε να δει τη μάνα. Δεν είχε περιθώρια για να φύγει από τη δουλειά, θα προσπαθούσε να δουλέψει εκείνη την ημέρα όσο τον έπαιρνε για να είχε το ελεύθερο τη μέρα του χειρουργείου.

Με τα κλεφτρόνια θα ασχολιόταν το σαββατοκύριακο. Το βραδάκι θα περνούσε απ’ το μπαράκι. Είχε ένα φιλαράκι που του υποσχέθηκε να του φέρει νέα. Υπήρχε περίπτωση να ήταν σταμπαρισμένοι αυτοί οι τύποι. Είχαν πάει με τη Χριστίνα στη γύρω περιοχή, μόλις συνήλθε από την ταραχή για να βρουν κανένα στοιχείο. Συνήθως τα κλοπιμαία τα πετούσαν σε κάδους ή σε σημεία κάτω από γέφυρες, γενικά σε σκουπιδότοπους. Κρατούσαν τα χρήσιμα: κάρτες, κινητά, λεφτά και άλλα πολύτιμα, ό,τι θα μπορούσαν να ρευστοποιήσουν. Απέφευγαν να κρατάνε ενοχοποιητικά στοιχεία πάνω τους.
Μετά από καλό ψάξιμο, με τη βοήθεια της παρέας των μηχανόβιων από το μπαρ, βρήκαν σε ένα μπλε κάδο την τσάντα με το πορτοφόλι, την ταυτότητα και διάφορα άλλα μικροαντικείμενα που είχε μέσα. Δυστυχώς, σε επικοινωνία τους με την Τράπεζα διαπίστωσαν ότι είχαν χρησιμοποιήσει την κάρτα στο ΑΤΜ, μέσα σε ελάχιστο χρόνο από το περιστατικό. Πήραν πεντακόσια ευρώ, το ανώτερο όριο που έδινε η Τράπεζα με τη χρήση της κάρτας. Η ταυτότητα έτσι και αλλιώς της ήταν πλέον άχρηστη, εφόσον είχε κάνει δήλωση απώλειας. Ίσως όμως ήταν καλύτερα που τη βρήκαν για να αποφύγουν την παράνομη χρήση της, σύμφωνα με την ενημέρωση που είχαν από την Αστυνομία, όταν πήγαν για να τους παραδώσουν τα στοιχεία που βρήκαν. Το κινητό της το έκλαψε κυριολεκτικά. Ήταν ένα Sony τελευταίας τεχνολογίας που το είχε αγοράσει τον προηγούμενο μήνα. Είχε μέσα όλα τα δεδομένα και δυστυχώς γι' αυτήν είχε και τα αρχείο των μυστικών κωδικών. Δεν της έφτανε ο πόνος της, είχε επιπλέον την ταλαιπωρία με την Τράπεζα και την Αστυνομία για την αναζήτηση συμπληρωματικών στοιχείων, προκειμένου να προχωρήσει το ανακριτικό έργο. Η Τράπεζα δεν συνεργαζόταν άμεσα, χρειαζόταν να γίνει τυπικά μια αίτηση παραποίησης στοιχείων, για να προωθηθεί αρμοδίως, όπως της είπαν, προκειμένου να της δώσουν αναλυτικά στοιχεία της κίνησης του λογαριασμού της. Ήταν αναγκαίο γι αυτήν να μη χρεωθεί το ποσό που πήραν οι κλέφτες από το μηχάνημα αναλήψεων έξω από την Τράπεζα. Με λίγα λόγια μπλέξιμο!

Το "Χαμογελάκι" του ήταν σε κακά χάλια, ψυχολογικά πεσμένη, τρομοκρατημένη και το σώμα της πονούσε παντού. Δεν είχαν μιλήσει ακόμη εκείνη την ημέρα, αλλά ήταν αμφίβολο για το πώς θα κατάφερνε να σερβίρει στους δικούς της τα καθέκαστα. Ευτυχώς που δεν είχε σπάσιμο σε πόδια ή χέρια. Στάθηκε πολύ τυχερή που δεν χτύπησε στο κεφάλι, έτσι όπως την πέταξαν κάτω με το τράβηγμα της τσάντας. Από το Νοσοκομείο της έκαναν γενικό έλεγχο για να αποφύγουν κρυφά συμπτώματα. Ίσως ήταν λάθος τους που δεν κάλεσαν ασθενοφόρο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τους είπαν, υπήρχε πάντα ο κίνδυνος εσωτερικής αιμορραγίας.

Το αφεντικό του θα αργούσε την ημέρα εκείνη να πάει στο εργαστήριο. Θα περνούσε πρώτα από το ξηραντήριο για να ελέγξει την ξυλεία που είχε δώσει για την απεντόμωση. Είχε πάρει νέα παραγγελία που θα την ξεκινούσε σ’ ένα μήνα. Πρόσεχε πάντα την ξυλεία του, προτιμούσε γενικώς την δρυ. Ήταν σκληρό ξύλο και ανθεκτικό, εκτός αν είχε άλλη προτίμηση ο πελάτης. Η καστανιά και η δρυς ήταν κορυφαία ξυλεία για κουφώματα που άντεχε σε κακουχίες και στον χρόνο. Υπήρχαν και άλλοι τύποι ξύλων, όπως η σουηδική ξυλεία που ήταν μαλακό ξύλο και ευαίσθητο, με μικρή διάρκεια ζωής. Υπήρχαν επίσης και τα επεξεργασμένα, ανθεκτικά και γερά. Αυτός όμως ήταν παραδοσιακός και είχε κλασικές προτιμήσεις. Σημειωτέον ότι την ξυλεία αυτή τη δούλευε όλα τα χρόνια κι είχε μάθει τα χούγια της. Αγόραζε από συγκεκριμένους εμπόρους, έλεγχε πάντα την υγρασία τους για να μην είχε πρόβλημα, παρόλο που τα ξύλα κατέληγαν πρώτα στο ξηραντήριο. Παλαιότερα χρησιμοποιούσε τη μέθοδο της αφύγρανσης, τοποθετώντας την ξυλεία σε πάγκους στην αποθήκη, ενώ από κάτω έβαζε σκάφες με νερό για να τραβήξουν την υγρασία. Τα παρακολουθούσε για κανένα εξάμηνο, μέχρι να έπιαναν την υγρασία που ήθελε. Ήταν τεχνική που χρησιμοποιούσαν παλιά οι μαραγκοί. Πρόσφατα το είχε εφαρμόσει στην τελευταία παραγγελία που ετοιμάζονταν να παραδώσουν, επειδή του το είχε ζητήσει ο πελάτης του. Ήταν παλιός δασολόγος της δασολογικής υπηρεσίας και γνώριζε πολύ καλά τη συμπεριφορά των ξύλων, σε σχέση με την υγρασία τους. Η μέθοδος του ξηραντηρίου ήταν αποτελεσματική μεν αλλά επιθετική, ενώ η παλιά μέθοδος εξελισσόταν φυσιολογικά. Τα τελευταία χρόνια βέβαια υπήρχε μια μεγάλη στροφή σε προτίμηση των κουφωμάτων αλουμινίου ή πλαστικών. Μπορεί να είχαν σύγχρονα συστήματα, αλλά το ξύλινο κούφωμα ήταν ζωντανός οργανισμός. Είχε βέβαια μεγάλη φροντίδα συντήρησης.

Όταν γύρισε το αφεντικό στο εργαστήριο, ο Στέφανος ήταν έτοιμος. Τον περίμενε να πάνε για την τοποθέτηση. Είχε φέρει όσα κουφώματα μπορούσε κοντά στην είσοδο. Τα είχε τυλίξει με χαρτί προστασίας για να μη χτυπηθούν στη διαδρομή, είχε ετοιμάσει τα απαραίτητα εργαλεία τους για να μην ξεχαστεί κάτι χρήσιμο. Τον βρήκε στην πόρτα να τον περιμένει με τον καφέ του έτοιμο, ενώ αυτός είχε πιει τον δικό του. Είχε ήδη ανοίξει χώρο μπροστά στο μαραγκάδικο για το φορτηγάκι που χρησιμοποιούσαν στις μεταφορές. Χρειαζόταν να πιάσουν μαζί τα βαριά κουφώματα με προσοχή, για να μη χτυπηθούν. Ακούμπησαν στον πάγκο το καθένα χωριστά και τα τύλιξαν με προσοχή με το ειδικό χαρτί. Περισσότερη προσοχή χρειάζονταν οι πόρτες και τα παράθυρα. Τα τζάμια θα τα έβαζε αργότερα ο τζαμτζής και αυτοί θα ακολουθούσαν στη συνέχεια να βάλουν τα πηχάκια.

Ο Αποστόλης εντυπωσιασμένος από τη συντονισμένη αυτή ετοιμασία του Στέφανου απέφυγε να του κάνει κάποιο σχόλιο, αλλά το πρόσθεσε στα θετικά. Πολύ γρήγορα ο μικρός ανταποκρινόταν στις δουλειές, λες και ήταν βοηθός καιρό. Ήταν έξυπνος και τα έπαιρνε γρήγορα. Το κυριότερο, δεν τον φόρτωνε με λάθη απροσεξίας. Είχε πληρώσει πολλά στο παρελθόν από άλλους βοηθούς. Συνήθως το μυαλό των νέων πετούσε, δεν ήταν συγκεντρωμένοι σ' αυτό που έκαναν. Να, όμως, που ο Στέφανος μέχρι τότε και σε σύντομο μάλιστα χρονικό διάστημα, διέψευδε τα συμπεράσματα. "Μακάρι", σκεφτόταν με ενδιαφέρον.

Η μάνα θα ήταν μόνη, δεν μπόρεσε να είναι κάποιος δίπλα της. Ο πατέρας θα ‘θελε να βρίσκεται δίπλα της και αυτή θα έμπαινε στο χειρουργείο ήρεμη. Είχαν ένα δικό τους τρόπο μεταξύ τους. Το έβλεπε καθημερινά στα μάτια τους. Δεν είχε ποτέ αμφιβολία για την αγάπη τους. Από την πρώτη στιγμή που κλέφτηκαν μέχρι εκείνη τη μέρα που ήταν χώρια, ο καθένας με τους πόνους του, δεν είχαν μείνει μόνοι, ήταν πάντα μαζί. Αυτό αγαπούσε πάνω τους και τους ζήλευε που το είχαν κατακτήσει για να το προσφέρουν μέσα από την καθημερινότητά τους στα παιδιά τους. "Α, ρε μάνα! Μας λείπεις"

*****
Ο Ηλίας είχε ζεστά σκεπάσματα, του ερχόταν δύσκολο να σηκωθεί και να φύγει. Έπρεπε όμως, τα γεγονότα έτρεχαν, είχε για σήμερα κάποιες ώρες μάθημα, ενώ την επομένη είχε βάλει κενό. Ό,τι του συνέβαινε με τη Λίνα ήταν φανταστικό, του έδινε δύναμη και τον γέμιζε ελπίδα. Ήταν θαυμάσιο πλάσμα. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, δεν το περίμενε αλλά δεν τον έπαιρνε να κάνει μαλακίες. Έπρεπε να σταθμίσει σοβαρά τα αισθήματα γιατί αφορούσε την αδελφή του κολλητού του για χρόνια. Δεν ήταν μόνο αυτό, αισθανόταν ότι ήταν θείο δώρο. "Τέτοια δώρα τα βάζεις περιτύλιγμα και τα κρατάς καλά φυλαγμένα, για να μη τα χάσεις", σκέφτηκε. Ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του να ένιωθε τόσο βέβαιος για τα αισθήματά του, όσο κι αν ο χρόνος του θύμιζε ότι ήταν πολύ νωρίς.

Σηκώθηκε ήσυχα για να μην ξυπνήσει τη Λίνα, αλλά αυτή τον πρόλαβε. Πριν καλά-καλά σηκωθεί απ' το κρεβάτι ήταν στο μπάνιο μαζί του.

-Το πρωινό είναι χαρούμενο και έτσι θέλω να συνεχίσει, του είπε.

Κι αυτός μπήκε στο ντουζ για να το νιώσει μαζί της.
Το πλούσιο πρωινό που ετοίμασαν με αυγά, τυριά, μέλι, βούτυρο και διαφόρων λογιών ψωμιά είχε να το δει χρόνια. Η Λίνα ήθελε να ετοιμάσει κρέπες, αλλά αυτός της ζήτησε να το κάνουν άλλη φορά. Συνήθως βαριόταν να ετοιμάσει κάτι για τον εαυτόν του, από τότε που η μάνα δυσκολευόταν από τους πόνους. Απόλαυσαν τον καφέ τους στο τζάκι, με απαλή μουσική, ήθελαν να κλέψουν όσο γίνεται περισσότερες στιγμές για τον εαυτόν τους. "Τελευταία γουλιά και φεύγω" της είπε και δεν παρέλειψε να την πάρει στην αγκαλιά του. Ευχαριστημένος, ερωτευμένος.

"Μια άλλη μέρα ξεκινά", σκέφτηκε και τράβηξε γρήγορα για το σπίτι.

Χρειάζομαι επειγόντως απαντήσεις,
μάλλον θα τις βρω κρυμμένες κάπου στο βάθος.

******


VII. "Η ανάγκη είχε την κορύφωσή της και επανήλθε"


O πατέρας ήταν αμετάπειστος, ενώ ο Νίκος κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για να τον πείσει. Αναφέρθηκε στη συναισθηματική της φόρτιση όταν θα τον αντίκριζε, αλλά αυτός αγύριστο κεφάλι. Θεωρούσε αδιανόητο να μη βρίσκεται δίπλα της σε μια τόσο σοβαρή δοκιμασία. Ήξερε ότι και η ίδια το ήθελε, ενώ αν τον αντίκριζε γερό δίπλα της θα έπαιρνε δύναμη για τον εαυτόν της. Την είχαν προγραμματίσει πρώτη στη σειρά για το χειρουργείο. Δεν θα προλάβαιναν, σηκώθηκαν από τις 5 τα ξημερώματα, για να ήταν νωρίς στο Νοσοκομείο. Ο πατέρας με τον Ανδρέα και τον Ηλία ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο, ενώ ο Στέφανος και ο Νικήτας θα πήγαιναν το απόγευμα μετά τη δουλειά.

Ο καιρός ήταν άσχημος και η διαδρομή δυσκόλευε τα πράγματα. Το χιόνι έκανε την παρουσία του πάλι όλο το βράδυ. Είχαν την αγωνία, αν τα εκχιονιστικά θα κρατούσαν τον δρόμο ανοικτό. Ίσως ο δρόμος από Έδεσσα να ήταν πιο εύκολα προσβάσιμος, αλλά η Εγνατία Οδός είχε οργανωμένο δίκτυο και είχαν την ελπίδα ότι δεν θ' αντιμετώπιζαν πρόβλημα.

Μετά τα διόδια στο ύψος του Πολύμυλου, στη γέφυρα που ήταν εκτεθειμένη στον καιρό, ιδιαίτερα με τα ανεμοσούρια, ήταν ο μεγάλος κίνδυνος. Έφθασαν πολύ γρήγορα εκεί, ενώ με ιδιαίτερη προσοχή και με χαμηλές ταχύτητες, συνέχισαν την πορεία τους μέχρι τη Βέροια. Οι φωτεινές πινακίδες έδιναν τον δρόμο ανοιχτό, αλλά επεσήμαναν την ολισθηρότητά του. Κάθε φόρα που έβγαιναν από ένα τούνελ, παρόλο που οι καιρικές συνθήκες δυσκόλευαν, η πορεία τους ήταν ελεγχόμενη, χάρη στις επεμβάσεις των μηχανημάτων. Με μεγάλη καθυστέρηση έφθασαν επιτέλους στη Βέροια. Από εκεί και πέρα ο δρόμος ήταν χιονισμένος, άλλα βατός. Η άλλη πιθανή δυσκολία τους θα ήταν μέχρι το Νοσοκομείο Παπανικολάου, που ήταν χτισμένο στους πρόποδες του Χορτιάτη, ανάμεσα στα χωριά Ασβεστοχώρι και Χορτιάτη. Ήταν εκτεθειμένο σε χιονοθύελλες, με αποτέλεσμα τη δύσκολη πρόσβαση σε άσχημες καιρικές συνθήκες. Ήταν βέβαιο ότι η περιοχή υποστηριζόταν, λόγω του Νοσοκομείου, και δεν αφηνόταν με τίποτε στην τύχη του. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα Νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας. Εξυπηρετούσε μεγάλο πληθυσμό, λόγω της πληθώρας των εξειδικευμένων κλινικών του. Γι αυτόν τον λόγο ο Νίκος φρόντισε να μεταφερθεί η μάνα στο Νοσοκομείο αυτό. Πολλοί ήταν οι ονομαστοί γιατροί που είχαν περάσει  από αυτό, όπως ο γνωστός σε όλο το πανελλήνιο καρδιοχειρουργός Σπύρου.

Όλοι οι φόβοι τους επιβεβαιώθηκαν, με αποτέλεσμα να φθάσουν στο Νοσοκομείο με καθυστέρηση. Η μάνα ανησύχησε που δεν είδε κανέναν, από το μυαλό της πέρασαν αστραπιαία φόβοι και εικόνες για πιθανότητα ατυχήματος. Αυτές οι σκέψεις δεν ήταν ό,τι καλύτερο για την ίδια, ενώ η βοηθός του αναισθησιολόγου που την επισκέφθηκε το πρωί κατάλαβε το άγχος της και της έδωσε μικρή δόση ηρεμιστικού. Παρακαλούσε από μέσα της να καθυστερούσαν για το χειρουργείο, αλλά όταν εμφανίσθηκαν οι νοσοκόμοι με το φορείο, οι ελπίδες της και οι προσευχές της διαψεύστηκαν. Έκανε τον σταυρό της, προσευχήθηκε για τους δικούς της και παρακάλεσε να μπορέσει να τους ξαναδεί. Μη έχοντας κάποιον δικό της να χαιρετήσει, γύρισε προς τους ασθενείς και συνοδούς που ήταν στο δωμάτιο, τους κοίταξε με παράπονο και τους ζήτησε να μεταφέρουν την καλημέρα της στους δικούς της.

Ο Ανδρέας είχε ανιχνεύσει από την προηγουμένη, τη θέση του χειρουργείου. Αυτό βοήθησε, καθώς κατέβηκαν από το αυτοκίνητο να τρέξει κατευθείαν εκεί, μήπως προλάβαινε τη μάνα στον προθάλαμο. Τον Ηλία τον ενημέρωσε πώς θα πήγαιναν με τον πατέρα, ενώ αυτός έφυγε τρέχοντας. Φθάνοντας κοντά στην είσοδο του χειρουργείου, έψαξε γρήγορα με τη ματιά του, μήπως βρει κάποια νοσοκόμα ή γιατρό να ρωτήσει ή μήπως κάποιος άλλος εκεί είχε προσέξει την κίνηση και μπορούσε να του πει κάτι. Τίποτα απ' όλα αυτά δεν έγινε και απογοητευμένος κίνησε να φύγει προς το δωμάτιο για να πάρει πληροφορίες από την προϊσταμένη. Κι όμως! Τότε είδε μπροστά του από τη στροφή που ερχόταν το φορείο. Οι παλμοί της καρδιάς του ανέβηκαν τρελά, έτρεξε προς τα εκεί και έπεσε πάνω στη μάνα. Εκείνη ήταν σχεδόν κοιμισμένη και τρόμαξε από την κίνηση του Ανδρέα.

Την σφιχταγκάλιασε ενώ παρακάλεσε τους νοσοκόμους να περιμένουν, καλώντας ταυτόχρονα τον Ηλία στο κινητό.

-Έλα Ηλία, τους πρόλαβα, μην καθυστερείτε, θα μας βρείτε στον προθάλαμο.
 -Ερχόμαστε, απάντησε ο Ηλίας.

Το ασανσέρ καθυστερούσε και η αγωνία μεγάλωνε. Είχε κολλήσει στον δεύτερο όροφο και δεν έλεγε να κινηθεί. Για καλή τους τύχη, ένας τραυματιοφορέας έπαιρνε το ειδικό ασανσέρ για πάνω και τον παρακάλεσε να πάνε μαζί εξηγώντας του γρήγορα τον λόγο. Εκείνος κοντοστάθηκε για την παραβίαση του κανονισμού, αλλά δεν χρειάστηκε πολύ, ήδη είχαν μπει στο ασανσέρ κι εκείνο βραδυκίνητο τους πήγε πάνω. Ανησυχούσε για τον πατέρα, αλλά δεν είχαν πλέον περιθώρια να κάνουν πίσω. Προτιμούσε να πήγαινε ομαλά το θέμα στη συνάντησή τους, αλλά έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα ίσως να ήταν καλύτερα. Φθάνοντας στην είσοδο τους περίμενε αναστατωμένος ο Ανδρέας, έσπρωξε την πόρτα και μπήκαν μέσα. Η μάνα βρισκόταν ξαπλωμένη στο φορείο, ενώ προσπαθούσε να συγκρατήσει τα μάτια της ανοιχτά και τα δάκρυα της που έτρεχαν ποτάμι στο πρόσωπό της. Ο Ηλίας τη χαιρέτησε πρώτος φιλώντας την και έκανε στο πλάι για τον πατέρα. Η στιγμή ήταν δική τους την δικαιούνταν, τους άφησαν για λίγο μόνους, να έχουν πέσει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου κλαίγοντας και ποιος ήξερε τι είπαν και τι ήθελαν να πουν ο ένας στον άλλον, μια ζωή, μια ολόκληρη ζωή μαζί. Σύντομα, σχεδόν αμέσως άνοιξε η πόρτα και εμφανίσθηκαν μέσα από το χειρουργείο για να την παραλάβουν. Η τελευταία εικόνα της ήταν οι γιατροί με τις νοσοκόμες πάνω από το κεφάλι της, πρόσωπα καλυμμένα με σκουφάκια και μάσκες, το σώμα τους με ειδικές ρόμπες, στα χέρια τους γάντια χειρουργικά, ενώ τα φώτα του χειρουργείου πολλά, φώτιζαν σαν μεγάλοι κρύσταλλοι που στόλιζαν το ιδιαίτερο σκηνικό. Ήσυχα ο πατέρας την είχε φιλήσει στο στόμα και κουρασμένος σηκώθηκε για να βγει από τον θάλαμο. Οι ώμοι του φορτώθηκαν μεγάλο βάρος, τα μάτια του κοκκίνισαν από το αθόρυβο κλάμα που μαρτυρούσε τα χρόνια της κοινής ζωής τους. Έκαναν τελικά πολύ καλά που ήρθαν. Έπρεπε να τη χαιρετήσει ο πατέρας και η μάνα το είχε ανάγκη. Ήσυχη πλέον και πιο δυνατή θα δεχόταν τη νέα της δοκιμασία. Θα την περίμενε όλη της η οικογένεια έξω για να γυρίσει. Το ήξερε.

Φύλαξα μπόλικη αγάπη αλλά δεν έφθασε,
η ανάγκη είχε την κορύφωση της και επανήλθε.

Ο χιονιάς επανήλθε δριμύτερος την ημέρα εκείνη, η δουλειά στο ορυχείο θα ήταν δύσκολη για τον Νικήτα και τους συναδέλφους του. Όλα ντύθηκαν στα λευκά, μηχανήματα, ταινιόδρομοι, τα λαγούμια, το χώμα, η λάσπη, οι άνθρωποι. Ακόμη κι ο αέρας με μείον 10 δεν παιζόταν με τίποτε.

-Τα λιοντάρια του Ορυχείου και του Συνεργείου Συγκολλητών Ιμάντων, ορμούν μπροστά και δεν κολλούν ούτε στο -10!, ακούστηκε η φωνή του παπά δυνατά να κραυγάζει συναγωνιζόμενος το μένος του αέρα.

-Μπράβο παλικάρια μου, με τις πιο αντίξοες συνθήκες δώσατε ταχύτατα το βέλτιστο αποτέλεσμα!, ακούγεται ένας άλλος.
-Ρε συ είδες την εκπομπή χθες στην τηλεόραση; πετάγεται ο τρίτος. Πήρε πλάνα από πολλά σημεία, αλλά σχολίασε ο δημοσιογράφος διάφορα. Εγώ κράτησα από την εκπομπή τον διάλογό του με έναν συνάδελφο.

"Δημήτρη πρέπει να γνωρίζετε ΟΛΟΙ που βρισκόσαστε στην Πρώτη Γραμμή, εδώ στο ορυχείο, ότι έχετε την αγάπη μας, την εκτίμησή μας και τον σεβασμό μας. Ξέρουμε το έργο και την προσφορά σας και υποκλινόμαστε στον αγώνα σας".

Κι εκείνος του απάντησε:
"Με οποιοδήποτε καιρό, χιόνι και παγωνιά, βροχή και λάσπη, ζέστη και σκόνη …….. όλοι οι εργαζόμενοι σε αυτήν την επιχείρηση, χωρίς καμία εξαίρεση, μόνιμοι, οκταμηνίτες, διμηνίτες, εργολαβικοί, 24 ώρες το 24ωρο, 365 μέρες το χρόνο παλεύουν κάτω από απίστευτες συνθήκες για να υπάρχει ρεύμα σε όλα τα νοικοκυριά.
Άλλο να τα βλέπεις σαν ντοκιμαντέρ και άλλο να τα ζεις......... δεν είναι μόνο τα χιόνια και το κρύο...... ας έρθουν με αέρα το καλοκαίρι να μην μπορείς να ανοίξεις τα μάτια σου από τη σκόνη........
Για να μπορούν πατώντας το διακόπτη να έχουν στο σπίτι τους, στο εργαστήριό τους, στο εμπορικό μαγαζί τους, στο εργοστάσιο, στα νοσοκομεία, παντού, φτηνό ηλεκτρικό ρεύμα."




Η φωνή του παπά επανέφερε την ομάδα στην πραγματικότητα της μέρας:
-Δεν αφήνετε τα σχόλια να πιάσετε τον ασύρματο, γιατί αυτό που βλέπω μπροστά μας δεν μου αρέσει καθόλου. Mε τέτοια παγωνιά μας περιμένουν δύσκολα!

Ο Νικήτας είχε χαθεί στις σκέψεις του για τη μάνα και τους άλλους. Η ανησυχία του, σε συνδυασμό με την αδυναμία του να βρεθεί κοντά της, είχαν εντείνει την αγωνία του για την έκβαση του όλου εγχειρήματος. Το ταξίδι των δίδυμων με τον πατέρα δεν θα ήταν εύκολο, λόγω του καιρού. Η μάνα τους φοβόταν ότι μόνη της θα πήγαινε στο μαχαίρι, δεν θα την προλάβαιναν. Ίσως ήταν καλύτερα για ν' απέφευγε τη συναισθηματική φόρτιση, αλλά μόνη της δεν γινόταν, δεν το χώραγε ο νους του. Ήταν λάθος τους, έπρεπε να πάνε από την προηγουμένη. Είχαν σπίτι για να μείνουν. Η μικρότερη αδελφή της μάνας έμενε χρόνια στη Θεσσαλονίκη, θα τους φιλοξενούσε, τους το πρότεινε, αλλά αυτοί δεν άκουσαν για να μην άλλαζε μέρος ο πατέρας και ταλαιπωριόταν. Τους είχε πει ότι δεν θα μπορούσε να βρίσκεται δίπλα στην αδελφή της, γιατί δούλευε από το πρωί κι εκείνη. Δεν τα είχε καταφέρει να πάρει άδεια. Ήταν κτηνίατρος και είχε προγραμματισμένο ταξίδι στην επαρχία σε κτηνοτροφικές μονάδες για έκτακτο έλεγχο. Είχαν πάρει πρόσφατη εντολή από το υπουργείο. Με την αλλαγή της κυβέρνησης εντάθηκαν οι έλεγχοι για να βάλουν τα πράγματα σε μια σειρά. Υπήρξε μια χαλάρωση στο παρελθόν, που δεν άφηνε πλέον περιθώρια για παρεκτροπές. Ο διευθυντής της είχε πάρει αυστηρές εντολές.

Με τον Στέφανο θα βρίσκονταν στο σπίτι, θα κάνανε ένα μπάνιο και θα προλάβαιναν το λεωφορείο των 7. Η επόμενη μέρα ήταν Σάββατο, δεν δούλευε κανείς τους. Ο Στέφανος το είχε κανονίσει με το αφεντικό. Θα απουσίαζε ενώ ο Νικήτας είχε βάλει ρεπό. Κανόνισαν να έμεναν στη θεία τους, είχαν άνεση. Θα άφηναν τον πατέρα μαζί της. Θα έπαιρναν τις ξαδέλφες τους για να πάνε στον σπίτι του ξαδέλφου τους που τους είχε φιλοξενήσει την περίοδο των φοιτητικών χρόνων. Είχε επιστρέψει από πρόσφατο ταξίδι του στη Συρία, θα είχε πολλά να τους διηγηθεί. Οι ξαδέλφες τους σπούδαζαν η μία αρχιτεκτονική και η άλλη ιατρική. Παράλληλες σπουδές μουσικής, ενώ ο αθλητισμός στο πετσί τους. Η μεγαλύτερη είχε διεθνείς νίκες στο ενεργητικό της που θεωρητικά θα τη διευκόλυναν στις εισαγωγικές εξετάσεις για τη γυμναστική ακαδημία. Η επιμονή και η αγάπη της για την αρχιτεκτονική στάθηκαν εμπόδιο να συνέχιζε τον αθλητισμό, λόγω των αυξημένων υποχρεώσεων της σχολής. Η μικρότερη είχε ιδιαίτερη κλήση στη μουσική, αλλά και την τάση να φροντίζει όλους γύρω της, το πήρε από την γιαγιά, της έλεγε κάθε τόσο η μάνα της. Η αδυναμία της αυτή κυριάρχησε στην επιλογή της για την ιατρική, παρά τις δυσκολίες στον κλάδο που τις βίωνε από τον πατέρα της. Εκείνος ψυχίατρος έλειπε πολλές ώρες από το σπίτι. Πολλές φορές της είχε τονίσει ότι αν ήθελε οικογένεια δεν θα έπρεπε να επιλέξει την ιατρική. Αυτή όμως αγύριστο κεφάλι, εφόσον είχε συμμετάσχει στις πανελλήνιες με την θεωρητική κατεύθυνση, αλλά όταν έκανε το μηχανογραφικό της δήλωσε ιατρική. Η βαθμολογία της ήταν πολύ υψηλή και θα μπορούσε να κάνει την αλλαγή, παρ' ότι της αφαιρούνταν μονάδες. Το είχε σκεφθεί πολύ, ήθελε να προσφέρει και να ακολουθήσει τη διαδρομή του ξαδέλφου με τους "Γιατρούς Χωρίς Σύνορα". Θα είχε να μάθει πολλά εκείνη τη μέρα στη συνάντηση μαζί του.

Η επέμβαση είχε επιτυχία, όπως τους ενημέρωσε ο γιατρός μόλις βγήκε από το χειρουργείο. Θα χρειαζόταν υπομονή μέχρι να διαπιστώσουν την αντίδρασή της. Η κατάστασή της ήταν καλή, προσδοκούσαν πολύ καλά αποτελέσματα. Η επόμενη μέρα θα τους έδειχνε πολλά, ενώ η μάνα θα ήταν σε θέση να επικοινωνήσει μαζί τους.

Την μετέφεραν αρχικά στην ανάνηψη, μέχρι να συνέλθει από τη νάρκωση. Οι δίδυμοι με τον πατέρα περίμεναν έξω από την αίθουσα, μέχρι που ο γιατρός τους ενημέρωσε σχετικά με την έκβαση της εγχείρησης. Ύστερα από λίγο βγήκε το φορείο με τη μάνα για να την πάνε στο δωμάτιο της. Μόλις τους είδε άφησε το χαμόγελό της να το συνοδέψει το δάκρυ της. Άπλωσε το χέρι της, ήθελε να τους αγγίξει όλους, να τους νιώσει πάλι κοντά της. Θα έμεναν μαζί της όσο τους επέτρεπαν, περιμένοντας να έρθει η θεία τους. Με τις αισθήσεις επηρεασμένες ακόμη από την νάρκωση, τα μάτια της μάνας έκλειναν, όσο κι αν προσπαθούσε να τα κρατήσει ανοιχτά. Το σωληνάκι του ορού που της χορηγούσαν ήταν συνδεδεμένο στο χέρι της, ενώ η νοσοκόμα ήρθε για να ελέγξει τη ρύθμιση. Ο πατέρας πήρε ένα κάθισμα και έμεινε δίπλα της να της κρατά το χέρι, φανερά καταβεβλημένος από την πολύωρη ταλαιπωρία. Είχε σαφέστατα την ανάγκη για ξεκούραση, αλλά όταν του το πρότειναν δεν ήθελε να φύγει, παρά την κούρασή του. Τη λύση έδωσε η άφιξη της θείας που του ζήτησε να πάει να ξεκουραστεί στο σπίτι, ενώ του υποσχέθηκε ότι θα τον έφερνε το απόγευμα πάλι η ίδια. Οι δίδυμοι θα έμεναν μαζί της για το διάστημα αυτό. Για το βράδυ προθυμοποιήθηκε να διανυκτερεύσει η ίδια. Την επομένη που ήταν Σάββατο δεν δούλευε κι αυτό διευκόλυνε. Η νοσηλεία στο Νοσοκομείο επέτρεπε συνοδό, λόγω περιορισμού του νοσηλευτικού προσωπικού. Το μεγάλο πρόβλημα στη χώρα, η υποβάθμιση της υγείας και της κοινωνικής πολιτικής. Το μνημόνιο βρήκε τους κατάλληλους εκτελεστές της, δυστυχώς.

Φουρτούνα με πήρε
και με πέταξε στα βράχια.
Χωρίς έλεος,
αλλά βρήκα τις αντοχές μου
και της αποκρίθηκα.

Η μουσική έπαιζε απαλά στο δωμάτιο και οι συζητήσεις είχαν μπερδευτεί ανάμεσα στην αγωνία για την έκβαση της κατάστασης της μάνας, την πρόοδο των κοριτσιών στις σπουδές τους, τα προβλήματα καθημερινότητας που τους απασχολούσαν, την κατάσταση της χώρας που επηρέαζε έντονα το θέμα της εργασίας, τις διεθνείς εξελίξεις και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι "Γιατροί Χωρίς Σύνορα" στις χώρες που επισκέπτονταν. Τους δίδυμους, τον Νικήτα και τον Στέφανο, τους απασχολούσαν πέραν της εξέλιξης της υγείας της μάνας, το ζωτικό θέμα επιβίωσης, το δικαίωμά τους για δουλειά και αξιοπρέπεια. Τα κορίτσια, την Αριάδνη και τη Δανάη, τα προβλήματα στο πανεπιστήμιο με τα μαθήματα και το μέλλον τους. Τον Γρηγόρη, τον ξάδελφο γιατρό, ταξιδευτή, ονειροπόλο εθελοντή και αλληλέγγυο στα προβλήματα τρίτων, το επόμενο ταξίδι του και η προετοιμασία του, ενώ οι εικόνες από τις άγριες συνθήκες του εμφύλιου στη Συρία ήταν ακόμη ζωντανές και παράλληλα τραγικές. Ανάλογα με το θέμα έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο κάποιος άλλος, ανάμεσά τους. Όλα τα θέματα γίνονταν κυρίαρχα στο ενδιαφέρον τους, με διαφορετική βαρύτητα βέβαια στον καθένα. Αυτά που φόρτισαν έντονα την ατμόσφαιρα ήταν η εξέλιξη της υγείας της μάνας και του πατέρα, ενώ η δράση των "Γιατρών Χωρίς Σύνορα" κράτησε το ενδιαφέρον μέχρι τέλους, για όσο άντεχαν.

Η Δανάη είχε πολλές ερωτήσεις σχετικά με τη δράση των "Γιατρών", ο δε Γρηγόρης ήταν πρόθυμος και έδινε απαντήσεις. Προσπάθησε να περιγράψει με λίγα, αλλά ουσιαστικά λόγια τη δράση τους, αντιλαμβανόμενος ότι η ευαισθητοποίηση των άλλων ήταν σημαντικός παράγοντας της προσπάθειάς τους και βασικός κρίκος της ανθρώπινης αλυσίδας.

"Οι "Γιατροί Χωρίς Σύνορα" είναι διεθνής ανθρωπιστική οργάνωση που κατορθώνει να απαλύνει τον πόνο και να δίνει καθημερινά ελπίδα για ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους. Παρέχουν επείγουσα ιατρική βοήθεια σε άτομα που έχουν πληγεί από ένοπλες συγκρούσεις, επιδημίες, φυσικές καταστροφές ή αποκλεισμό από την παροχή ιατρικής φροντίδας.
Αναζητούν τρόπο για να παρέχουν βοήθεια σε αυτούς που περισσότερο την έχουν ανάγκη, ανεξάρτητα από φυλή, θρησκεία, φύλο ή πολιτικούς δεσμούς. Δεν δέχονται χρηματοδότηση από κυβερνήσεις ή άλλα μέρη που εμπλέκονται. Παρέχουν βοήθεια σε θύματα επιδημιών, φυσικών καταστροφών και αποκλεισμού από την ιατρική περίθαλψη, με στόχο την επιβίωση. Φροντίζουν να βελτιώνουν την ποιότητα στην παροχή βοήθειας δίνοντας μεγάλη βαρύτητα στη σημασία της."

-Σχετικά με την Συρία, πώς είναι εκεί τα πράγματα; ρώτησε η Δανάη.

Ο Γρηγόρης χωρίς να χάσει χρόνο, άνοιξε την τσάντα του, έβγαλε ένα φύλλο από κάποιο περιοδικό και της έδωσε να το διαβάσει δυνατά για ν' ακούν και οι άλλοι.

-Διάβασε εδώ για να καταλάβεις. Είναι η δήλωση που έκανε η Δρ. Joanne Liu, Διεθνής Πρόεδρος των "Γιατρών Χωρίς Σύνορα".

"Τέσσερα χρόνια από την έναρξη της εμφύλιας σύγκρουσης στη Συρία ο πόλεμος εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από την ωμή βία, η οποία δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε αμάχους και ενόπλους, ενώ παρατηρείται διάχυτη έλλειψη σεβασμού του καθεστώτος προστασίας του ιατρικού προσωπικού και των δομών υγείας. Είναι απαράδεκτο η ανθρωπιστική βοήθεια να είναι τόσο περιορισμένη, με τον αριθμό των νεκρών και τα δεινά των πολιτών να έχουν φτάσει σε ανυπόφορα επίπεδα.
Η σταδιακή επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας και η απαγωγή των πέντε μελών της οργάνωσης από ομάδα του Ισλαμικού Κράτους (IS) τον Ιανουάριο 2014, ανάγκασαν τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα να μειώσουν τις δραστηριότητές τους.
Το σοβαρότατο αυτό περιστατικό όχι μόνο προκάλεσε το κλείσιμο των ιατρικών μας δομών στις περιοχές που ελέγχονται από το Ισλαμικό Κράτος (IS), αλλά επίσης σήμαινε ότι η πλειοψηφία του διεθνούς προσωπικού των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα» δεν μπορούσε πια να εργαστεί στη Συρία, καθώς δεν ήμασταν σίγουροι πως οι ομάδες μας θα ήταν ασφαλείς.
Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν σκοτωθεί, ενώ ο μισός πληθυσμός της Συρίας έχει καταφύγει είτε εντός της χώρας είτε σε γειτονικά κράτη. Οι πόλεις της Συρίας έχουν πολιορκηθεί και αποκοπεί από οποιαδήποτε εξωτερική βοήθεια. Οι άνθρωποι έχουν παγιδευτεί μεταξύ των διαρκώς μεταβαλλόμενων μετώπων, στα οποία συγκρούονται τα κυβερνητικά στρατεύματα με τις πολυάριθμες ένοπλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης.
Χιλιάδες γιατροί, νοσηλευτές, φαρμακοποιοί και παραϊατρικό προσωπικό έχουν σκοτωθεί, απαχθεί ή εκτοπιστεί εξαιτίας της βίας, αφήνοντας ένα τεράστιο κενό σε τεχνογνωσία και εμπειρία. Από τους εκτιμώμενους 2.500 γιατρούς που εργάζονταν στο
Χαλέπι, όταν ξέσπασαν οι συγκρούσεις, αυτή τη στιγμή παραμένουν λιγότεροι από 100 στα νοσοκομεία που εξακολουθούν να λειτουργούν στην πόλη.

Οι σπαρακτικές φωνές του λαού της Συρίας για βοήθεια κατακλύζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά όπως φαίνεται μετατρέπονται σε υπόκωφο μουρμούρισμα του συριακού πολέμου".

-Νομίζω ότι έχετε πάρει μια γεύση, συμπλήρωσε ο Γρηγόρης.

Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, δείχνοντας με νόημα τον αποτροπιασμό τους σ' αυτήν την αγριότητα μεταξύ των ανθρώπων. Ο εμφύλιος δεν είχε αφήσει όρθια καμία ανθρώπινη κοινωνία, σε καμιά χώρα, όπου είχε ξεσπάσει. Τα βιώματα των παππούδων τους ήταν πρόσφατα και τα είχαν ακούσει αρκετές φορές.

Η Δανάη γέμισε από συγκίνηση και συμπάθεια για τον ξάδελφο, ενώ τα συναισθήματα αλληλεγγύης στην προσπάθειά του άρχισαν να την κατακλύζουν.

Όταν έριξαν τελευταία ματιά στο ρολόι διαπίστωσαν ότι η ώρα είχε προχωρήσει αρκετά στα μεσάνυχτα, ενώ η επόμενη μέρα τους καλούσε σε πρωινό ξύπνημα. Ευτυχώς ήταν Σάββατο, δεν θα ήταν όλοι οι γιατροί παρά μόνο οι εφημερεύοντες εφόσον δεν έτρεχαν χειρουργεία, ούτε το Νοσοκομείο είχε εφημερία για να γίνεται χαμός. Το επισκεπτήριο θα ήταν χαλαρό. Αυτό τους έδινε αβάντα στο ξενύχτι τους, είχαν καιρό να τα πούνε, ενώ αυτά που τους απασχολούσαν πολλά και ανεξάντλητα.

******
Κάτι έγινε που έμαθα πολλά.
Έχασα τον δικό μου ορίζοντα.
Έψαξα τη δική μου θέση στο μέλλον.


Έχω να πάρω τις δικές μου αποφάσεις.


******



VIII. "Ο πόνος ταξίδευε πάνω μου"


Το βράδυ για την Αλίκη δεν ήταν εύκολο, η αδελφή της είχε ανησυχία όλη τη νύχτα, γυρνούσε από τη μια πλευρά ή από την άλλη. Θα έπρεπε να μένει ακίνητη, ενώ χρειάστηκε αρκετές φορές τουαλέτα. Για εκείνο το βράδυ τους συμβούλεψαν να χρησιμοποιήσουν την πάπια, να μη επιχειρούσαν να σηκωθεί. Κάθε φορά που άνοιγε τα μάτια της η Ντίνα κι έβλεπε την αδελφή της στο πλάι της ένιωθε άσχημα που την ταλαιπωρούσε και της ζητούσε συγγνώμη. Ιδιαίτερα όταν χρειαζόταν να της φέρει την πάπια, το σκεφτόταν και τα ξανασκεφτόταν μέχρι που δεν πήγαινε άλλο, δεν κρατιόταν. Η Αλίκη την ήξερε καλά την αδελφή της και προσπαθούσε να την κάνει να νιώσει βολικά. Πολλές φορές ήταν που κάλεσε τα παιδιά και τον Κωνσταντή στον ύπνο της. Άλλοτε έκλαιγε με λυγμούς και άλλοτε παραμιλούσε.

Την αγαπούσε πολύ την αδελφή της, της στάθηκε για να σπουδάσει, φρόντιζε να την ξεκουράζει για να μπορέσει να διαβάσει. Η μάνα τους ήταν αυστηρή, θεωρούσε ότι όλοι είχαν υποχρέωση στα χωράφια, αλλά εκείνη έπαιρνε το μερίδιό της στη δουλειά. Θυμάται όταν προετοιμαζόταν για τις πανελλήνιες, τα είχαν βρει πλέον η μάνα με την Ντίνα, από τότε που γέννησε τον Νικήτα. Ερχόταν πολύ τακτικά και τους βοηθούσε στο σπίτι. Η μάνα κουράστηκε πολύ όλα τα χρόνια του εμφύλιου και της εξορίας του πατέρα τους. Είχε και την μάνα του άντρα της να φροντίζει. Την περίοδο της εξορίας τους πατέρα τους ήταν γεννημένα τα τρία πρώτα, με την επιστροφή του γεννήθηκαν αργότερα τα άλλα τρία παιδιά. Δύο αγόρια και τέσσερα κορίτσια, δεμένη οικογένεια, ο καθένας στήριγμα του άλλου. Δεν ακούστηκαν ποτέ λόγια μεταξύ τους. Η μάνα τους κρατούσε καλές ισορροπίες, τους έμαθε να εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον και να σέβονται κάθε άνθρωπο, αλλά έτρεφαν μεγάλη αγάπη και σεβασμό για τον πατέρα τους. Δεν τους μίλησε ποτέ για τις δυσκολίες στην εξορία. Μόνο θυμάται κάτι για μια συκιά και για ένα τσουβάλι που τους έβαζαν μέσα στη θάλασσα, τα έχει μπερδεμένα στο μυαλό της και δεν τόλμησε ποτέ να ζητήσει εξηγήσεις. Όσες φορές γινόταν αναφορά για εκείνα τα μαρτυρικά χρόνια το πρόσωπό του σκλήραινε, μόνο τότε τον έβλεπε έτσι. Ήταν γαλήνιος άνθρωπος, είχε πολύ αγάπη και ηρεμία μέσα του. Πάντα με τον καλό λόγο, όλοι τον αγαπούσαν και τον ξέρανε με ένα παρατσούκλι "Ο Δημοκράτης", ακόμη και στην πόλη. Όλοι είχαν παρατσούκλια, αλλά εκείνου του το κόλλησαν όταν ήταν πιτσιρικάς που ανέβαινε σε ένα σκαμνί και φώναζε: "Είμαι ο Δημοκράτης" κι έβγαζε λόγο.

Είχε μπακάλικο, καφενείο και κουρείο. Όλοι περίμεναν τη σειρά τους, όλους τους εξυπηρετούσε. Την άνοιξη φόρτωνε τα ζωντανά με πραμάτεια, έπαιρνε ένα από τα παιδιά για βοηθό κι ανέβαινε στο Βέρμιο για τροφοδοσία των Βλάχων που έρχονταν από τη Θεσσαλία με τα ζώα τους να τα βοσκήσουν. Τον περίμεναν, ήξεραν το δρομολόγιό του και του έδιναν τις παραγγελίες τους από την προηγούμενη περίοδο. Πόσες φορές ήταν που κοιμήθηκε στο γαϊδούρι πάνω, καθώς πήγαιναν ή έρχονταν, μέσα στα άγρια χαράματα. Αυτό το ζωντανό δεν έχανε το μονοπάτι, ήξερε πού πήγαινε. Ο πατέρας μπροστά και τα ζώα πίσω τον ακολουθούσαν. Πώς άντεχε τόσες ώρες με τα πόδια να σκαρφαλώνει στα βουνά, τον θαύμαζε! Εκείνη την περίοδο έμενε στο μπακάλικο και στον καφενέ η μάνα τους με τον μεγάλο αδελφό. Το κουρείο έκλεινε, γι’ αυτό φρόντιζαν όλοι να έχουν κουρευτεί ή ξυριστεί από πριν. Αυτός πήγαινε είδη μπακαλικής, πάνω στους Βλάχους και γυρνούσε φέρνοντας ασκιά με τουλουμοτύρι, κότες, αυγά κρέας πρόβειο. Θυμόταν τον σκύλο τους τον Αζόρ που μπήκε στην καλύβα, όπου φύλαγαν οι Βλάχοι τα ασκιά με το τυρί, τα έσκισε και έφαγε το τυρί. Οι Βλάχοι είπαν στον πατέρα "Ε, Δημοκράτη, το σκυλί σου έφαγε το τυρί". "Μπα, το σκυλί μου δεν κάνει τέτοια", τους απάντησε εκείνος. Εκεί που τα έλεγε αυτά, εμφανίζεται ο Αζόρ με κάτασπρη τη μούρη από το τυρί. Δεν μπορούσε να ξεχάσει την πλάκα που έπαθε ένας απ' αυτούς όταν ο Αζόρ του πήρε το φάκελο της Τράπεζας με τα λεφτά που είχε μέσα. Μέχρι να τον πιάσουν, λαχτάρισαν.

Προκομμένος άνθρωπος ο πατέρας, δεν τους άφησε ποτέ νηστικούς ή τις μεγάλες γιορτές χωρίς τα καινούργια τους ρούχα και παπούτσια. Έπρεπε να τα φορέσουν μόνο τη μέρα του Πάσχα ή των Χριστουγέννων. Τους έβαζε η μάνα τους, από την προηγουμένη, στην αράδα τα παπούτσια όλων να τα καθαρίσουν και να τα βάψουν. Τα ρούχα έτοιμα στην κρεμάστρα για την Ανάσταση. "Προσοχή όμως στα κεριά να μη στάξουν και λερώσουν", τους έλεγε. Η τιμωρία ήταν μεγάλη, η μάνα πάντα αυστηρή, πού να τους κάνει κουμάντο τόσους νοματαίους. Θυμόταν τον αδελφό της, όταν είχε μάθει πού έκρυβε η μάνα το κλειδί από τη βιτρίνα με τα γλυκά του κουταλιού. Το ξέθαψε μια μέρα που η μάνα θα ήταν όλη μέρα στα ζώα, άνοιξε το πορτάκι, πήρε το βάζο και το καταβρόχθισε όλο. Πώς τα κατάφερε να το φάει όλο. Έβαλε το άδειο βάζο πίσω στη θέση του και το κλειδί στην κρυψώνα του. Όλη μέρα πονούσε η κοιλιά του, αλλά δεν τολμούσε να πει τίποτε. Όταν η μάνα θέλησε να κεράσει, βρήκε το βάζο άδειο και ο αδελφός βρέθηκε τιμωρημένος με το ένα πόδι, να αλλάζει το ένα με το άλλο, όλη μέρα.

"Δύσκολα, αλλά ωραία χρόνια", σκέφτηκε. Έπιασε το χέρι της αδελφής της και το χάιδεψε απαλά, θέλοντας να της μεταφέρει τη συγκίνηση και την ευγνωμοσύνη της, που της στάθηκε αυτά τα δύσκολα χρόνια με τον δικό της απλό τρόπο, που πλημμύριζε από φροντίδα και αγάπη.


Δεν κρύωνα πια.
Δεν είχα εφιάλτες.
Ο πόνος ταξίδευε πάνω μου
αλλά ένιωθα γαλήνια.
Κάποιος με φρόντισε σκέφτηκα.

Ο Κωνσταντής ήρθε με τον μπατζανάκη του τον Αργύρη νωρίς το πρωί. Είχε ξεκουραστεί αρκετά από την ταλαιπωρία της προηγούμενης μέρας. Ο Αργύρης είχε έρθει στο σπίτι το βράδυ της προηγουμένης αργά, τέτοια ώρα συνήθως τελείωνε με τις συνεδρίες του. Τον συμπαθούσε ο Κωνσταντής, ήταν ντόμπρος άνθρωπος, ήξερε να χειρίζεται τους ανθρώπους, δεν ερχόταν σε αντίθεση με κανέναν. Είχε σπουδάσει στη Γαλλία. Με την Αλίκη γνωρίστηκαν όταν εκείνη παρακολούθησε κάποιο πρόγραμμα σπουδών για ένα εξάμηνο στο Παρίσι. Εκείνος είχε ήδη τελειώσει και έκανε τις τελευταίες διακοπές του στο Παρίσι, για να επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα. Οι γονείς του, από την αρχή των σπουδών του, το έβαλαν σαν πρώτη παράκληση. Επειδή ήταν μόνοι τους, χωρίς άλλους συγγενείς με τις προσωπικές τραγωδίες οι δυο τους. Είχε οικονομική άνεση, για να ανοίξει το ιατρείο του στη Θεσσαλονίκη. Ιδιόκτητο γραφείο στο κέντρο της πόλης, με καλό οικογενειακό περίγυρο. Η ψυχιατρική απαγόρευε την παρακολούθηση ατόμων που ήταν στο στενό οικογενειακό του περιβάλλον. Στην αρχή, για ξεκίνημα οι γνωριμίες ήταν πολύτιμες. Όταν γύρισε στην Ελλάδα, οι συνεδρίες ψυχανάλυσης δεν ήταν στο φόρτε τους. Την εποχή εκείνη όμως το πρόγραμμά του είναι γεμάτο. Η κρίση στη χώρα είχε δημιουργήσει πολλά προβλήματα, ίσως λόγω ανεργίας και άλλων ψυχολογικών καταστάσεων. Οι κρίσεις πανικού και φοβίας ήταν οι πιο συνηθισμένες καταστάσεις, τις οποίες πλέον συναντούσε στους περισσότερους ανθρώπους. Η Αλίκη έμεινε στο Παρίσι ένα εξάμηνο. Για τον Αργύρη δεν ήταν δύσκολο να παρατείνει την παραμονή του για το διάστημα αυτό, ας καθυστερούσε για λίγο την επιστροφή του. Δεν μετάνιωσε ποτέ γι' αυτή την παράταση.

Όταν έφθασαν στον δωμάτιο, είχαν ήδη μοιράσει το πρωινό φαγητό, οι νοσοκόμες είχαν ελέγξει τον ορό κι έφεραν τα φάρμακα που έπρεπε να πάρει. Οι πόνοι είχαν περιοριστεί στο ελάχιστο με τη βοήθεια των φαρμάκων, ενώ οι γιατροί έδειχναν ικανοποιημένοι από τη συμπεριφορά του χεριού. Θα χρειαζόταν βέβαια φυσιοθεραπείες, όπως της είχαν ανακοινώσει από την πρώτη στιγμή, θα μπορούσε να τις κάνει στην πόλη της. Για να επανερχόταν το χέρι χρειαζόταν βοήθεια.

Τους υποδέχθηκε το χαμόγελο της Ντίνας, ενώ άπλωσε πρώτα το χέρι της στον Αργύρη, μη παραλείποντας να τον ευχαριστήσει για το ενδιαφέρον του. Ο Κωνσταντής πήρε σειρά στις χαιρετούρες, την αγκάλιασε και τη φίλησε. Από εκείνη τη στιγμή δεν άφησε το χέρι της από το δικό του. Είχε να μάθει πολλά και δεν σταμάτησε να ρωτά, ενώ η Αλίκη ευγενικά  του υπενθύμισε την κατάσταση και την κούρασή της.

-Έλα βρε Κωνσταντή, θα έχετε χρόνο να στα πει, άσε την τώρα να ξεκουραστεί.

Εκείνος συνειδητοποιώντας ότι πήρε φόρα της χαμογέλασε και έδωσε ένα φιλί, σαν να ζητούσε συγνώμη.

-Έχεις δίκαιο, την πήρα μονότερμα, αποκρίθηκε.

Αργά προς το μεσημέρι έκαναν την εμφάνιση τους οι νεολαίοι. Η Ντίνα ήταν αρκετά καλά, της έβγαλαν τον ορό από το χέρι, αλλά συνέχισε να κρατά σφιχτά τον άντρα της. Τα παιδιά τη χαιρέτησαν ένας- ένας. Τα κορίτσια είχε καιρό να τα δει και τα κράτησε στην αγκαλιά της δυνατά. Ήθελε να μάθει για την πρόοδό τους στις σχολές, ενώ στράφηκε στα παιδιά της, όταν πλέον πήρε ικανοποιητικές απαντήσεις. Ο Στέφανος έπιασε την άλλη μεριά του κρεβατιού δίπλα στο προσκέφαλό της, ενώ ο Ανδρέας με τον Ηλία και τον Νικήτα στην άκρη του κρεβατιού περίμεναν να πάρουν τη σειρά τους. Οι δίδυμοι πήρανε θέση στην κάτω μεριά του κρεβατιού και της χάιδευαν τα πόδια. Ο Νικήτας, πάντα ο πιο σοβαρός, άκουγε με προσοχή τα σχόλια και τις ερωτήσεις των άλλων. Έτσι όπως ήταν όλοι μαζεμένοι γύρω της, του θύμισε την εικόνα της μάνας στο μαιευτήριο, όταν γέννησε τον Στέφανο. Τους κοιτούσε όλους έναν- έναν, σαν να τους μετρούσε και ξεχώριζε μια απώλεια, τη Λενιώ της. Έκλαιγε από χαρά και από λύπη, αλλά και τα δυο μαζί δεν πήγαιναν. Ήξεραν όλοι την ψυχολογία της, την καταλάβαιναν, ιδιαίτερα ο Νικήτας που ήταν ο μεγαλύτερος. Δεν μπορούσε να ξεχάσει το πρόσωπό της, αυτό το όμορφο γαλήνιο πρόσωπο που έλαμπε, τα μαλλιά της άπλωναν στο μαξιλάρι λες και ήταν πολλά χέρια απλωμένα να την προστατεύουν. Έτσι την έβλεπε και εκείνη τη μέρα. Είχε την ίδια γαλήνη να καθρεφτίζεται στο πρόσωπό της. Ευχαριστημένη που τους έβλεπε όλους μαζί, ιδιαίτερα τον Κωνσταντή της που έλιωνε σιγά –σιγά, αλλά τα μάτια του δεν είχαν χάσει τη ζωντάνια τους. Αυτά ήταν τα μάτια που πρωτοείδε και ερωτεύτηκε, γι’ αυτά τα μάτια αρνήθηκε να συμμορφωθεί στις αντιρρήσεις της μάνας της. Μπορεί να ζορίστηκε, να έκλαψε, να πόνεσε, αλλά δεν το μετάνιωσε ποτέ που τον ακολούθησε. Του χάρισε αυτή την οικογένεια με αγάπη και αυτός της έδινε την καρδιά του κάθε στιγμή. Ποτέ της δεν τον άκουσε να της υψώνει φωνή, αν και νευρίαζε με τους άλλους. Όταν τον πλησίαζε, αυτός ξεχνούσε τον θυμό του λες και ήθελε να τον πετάξει απ’ το παράθυρο. Ποτέ του δεν την πίκρανε, πίκρες πολλές μάζεψε απ’ τους άλλους, αλλά απ’ αυτόν ποτέ. Του το αναγνώριζε και η μάνα της, που τον ξεχώριζε ανάμεσα στους γαμπρούς της.
Ο πατέρας θα έμενε στο σπίτι της Αλίκης, για όσο διάστημα η μάνα θα νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο. Δεν θα είχε πρόβλημα, η φροντίδα των κοριτσιών θα ήταν αρκετή αυτές τις μέρες. Τα παιδιά θα έφευγαν πίσω, όλοι είχαν τις υποχρεώσεις τους. Του έφτανε ότι θα μπορούσε κάθε απόγευμα να την επισκέπτεται.
Αυτή η νύχτα μ’ έβρισκε τρομαγμένη.
Χωμένη στα σκεπάσματα,
να φοβάμαι να βγάλω έξω το κεφάλι.
Ένιωσα όμως το χέρι μου να το ζεσταίνει η παλάμη του.





******




IΧ. "Νομίζω ότι είδα ένα αγριολούλουδο"


Ξύπνησε τρομαγμένη απ' τον ύπνο της. Δεν ήταν όνειρο αυτό, μα καταιγίδα. Είχε μπει σ' ένα βάλτο, κατά λάθος, και δεν μπορούσε να βγει. Η μάνα της κάποτε, σε παρόμοιο όνειρο, της είχε πει ότι η ασθένεια θα ήταν σοβαρή. Πράγματι, είχε προκύψει η αρρώστια της Λενιώς της. Δεν ήθελε να τα πιστεύει, αλλά είχε κακό προηγούμενο. Κι αυτό ήταν ζωντανό. Ήταν βαλτώδεις περιοχές, που σήμαινε αρρώστιες από κούραση και στενοχώρια. Και τα δύο τα είχε στο κεφάλι της καιρό. Η κούραση ήταν καθημερινή από τότε που θυμόταν τον εαυτόν της, αλλά είχε γίνει έντονη όταν αρρώστησε ο άντρας της. Η στενοχώρια επακόλουθο αυτής, αλλά και της ανεργίας των παιδιών. Η σκέψη της πήγε με τρόμο στα παιδιά, είχαν ταξίδι χθες και δεν της τηλεφώνησαν όταν έφθασαν στο σπίτι. Κάνοντας τη σκέψη, έπιασε το τηλέφωνο για να μιλήσει με τον Νικήτα, εκείνη την ώρα θα ετοιμαζόταν για τη δουλειά, δεν επρόκειτο να τον ξυπνήσει.

-Νικήτα μου, ευτυχώς σ' ακούω, είσαι καλά;
-Ναι, ρε μάνα. Τι έπαθες πρωί -πρωί;
-Είδα ένα όνειρο, δεν μου άρεσε καθόλου, ανησύχησα…
-Όλοι είμαστε καλά μάνα, εσύ πώς είσαι;
-Είμαι καλά, περιμένω να περάσουν οι γιατροί.
-Καλά μάνα, σ' αφήνω τώρα, θα χάσω το λεωφορείο. Τα λέμε αργότερα…
-Καλημέρα παιδί μου, πήρες κάτι για να φας;
-Έλα, φεύγω μάνα, γεια, φιλιά!

Είχε πρόβλημα με τα όνειρα, το είχαν κάνει συνήθειο με τον άντρα της να λένε το όνειρο που είδαν, μαζί με τον πρωινό καφέ. Είχε πάρει και έναν ονειροκρίτη να τα εξηγεί. Τα περισσότερα τα έμαθε από τη μάνα της, έδινε εξήγηση σε όλα. Αν της έλεγες ότι είδες κάτι θανατικό, τότε σε απαντούσε θα δεις πρόσωπο, τα ψάρια  ήταν λαχτάρα και πόσα άλλα. Αυτή όμως είδε βάλτο. Η μάνα της έλεγε "Όταν δεις βάλτο έχεις αρρώστια". Αυτή ήταν χωμένη στις αρρώστιες, μήπως ήταν κάτι άλλο. Μήπως ο Κωνσταντής, είχε το βράδυ επιδείνωση της κατάστασής του; Μήπως δεν είχε καλά αποτελέσματα η ίδια; Τα παιδιά στη δουλειά, να πήγαιναν καλά, να μη συνέβαινε κάτι. Αναστατώθηκε, αν και μίλησε με τον Νικήτα δεν κατάφερε να ηρεμήσει. Τρελές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της και την εγκλώβιζαν. Ίσως όμως να ήταν και από τα φάρμακα, όλες οι παρενέργειες των φαρμάκων την έπιαναν.

-Ήρθε η ώρα για την ένεση, τη διέκοψε η φωνή της νοσοκόμας, ετοιμαστείτε κι εσείς κυρίες μου να πάρετε τα φάρμακά σας.

Ήξερε από ενέσεις η Ντίνα, εξυπηρετούσε όλη τη γειτονιά κι όταν πήγαινε στο χωριό οι γερόντισσες ανακουφίζονταν, δεν θα χρειαζόταν να τρέχουν στον αγροτικό γιατρό στο διπλανό χωριό.

Γύρισε από τη μια πλευρά, το χέρι της ήταν ελαφρύ, αλλά το φάρμακο την πόνεσε. Η νοσοκόμα το ήξερε κι έτριψε καλά εκείνο το σημείο για να την ανακουφίσει. "Καλός άνθρωπος", σκέφτηκε. Αργότερα στην επίσκεψη των γιατρών, ενημερώθηκε για την αναχώρησή της την επομένη. Της έδωσαν να κάνει φυσιοθεραπείες για να επανέλθει το χέρι. Ήταν ευχαριστημένοι από την αντίδραση του χεριού. Θα ερχόταν μετά από ένα μήνα για επανέλεγχο. Ο Νίκος είχε επαφή με τον Διευθυντή, πήρε οδηγίες για την παρακολούθηση της κατάστασής της.

Το όνειρο όμως το είχε συνέχεια στο μυαλό της, δεν έλεγε να την αφήσει. Δεν ήταν και ο Κωνσταντής εκεί για να του το πει, ίσως της έπαιρνε το βάρος. Εκείνος ήξερε πώς να την ηρεμεί, αρκούσε να της πιάσει το χέρι, να την κοιτάξει βαθιά στα μάτια και να της δώσει ένα φιλί στα χείλη, έτσι όπως ήταν νέοι, όταν δεν τους έβλεπαν τα παιδιά. Είχε μια ντροπή πάντα απέναντι στα παιδιά, εκείνα την πείραζαν, αλλά αυτή δεν χαλάρωνε με τίποτε. Όταν καμιά φορά άνοιγαν κουβέντα για τα κορίτσια τους, της άρεσε να τους ακούει, τους καμάρωνε, αλλά δεν προχωρούσε παραπέρα, μόνο τους άκουγε. Αυτοί τα λέγανε μεταξύ τους, άλλοτε πείραζαν ο ένας τον άλλον, πολλές φορές μαλώνανε κιόλας, αλλά ποτέ σοβαρά, αμέσως τέλειωνε εκεί το θέμα. Τους παρακολουθούσε τον καθένα με τον δικό του χαρακτήρα, να μπαινοβγαίνουν στα θέματά τους χαλαρά, προβληματισμένοι, να ζητούν ο ένας τη γνώμη του άλλου για κάθε τι. Εμπιστεύονταν κυρίως τον Νικήτα, ο οποίος όμως ήταν απόλυτος και δεν σήκωνε πολλά- πολλά. Μεγάλωσαν, αλλά πάντα οι ίδιοι, με τις ίδιες ανασφάλειες, την ίδια συμπεριφορά. Ήξερε εκ των προτέρων πού θα πήγαινε η κάθε συζήτηση, τα όριά της και την εξέλιξή της. Ο Ηλίας πάντα αλλού, ερωτιάρης, παθιασμένος, ίσως και αδιάφορος. Ο Ανδρέας πιο συνετός και σιωπηλό στήριγμά της, πολλές φορές ήταν που επανέφερε τον Ηλία στα τρέχοντα, όταν περνούσαν τα πράγματα από μπροστά του αδιάφορα. Ο Στέφανος κολλημένος πάνω της, αλλά από τότε που γνώρισε το "Χαμογελάκι" του είχε αλλάξει, έγινε άντρας. Πόσες φορές όμως όταν είχε στενοχώριες, ερχόταν να κουρνιάσει δίπλα της, να πάρει το χάδι της.

"Γιατί όμως δεν φεύγει αυτός ο βάλτος από μπροστά της, τι κάνει ο Κωνσταντής της; Δεν της τηλεφώνησε ακόμη". Ήθελε να μιλήσει μαζί τους, ίσως να έπαιρνε την αδελφή της, αλλά δίστασε. "Για ποιο λόγο να τους αναστατώσει, επειδή είδε ένα όνειρο";

Το τηλέφωνο του Ανδρέα χτυπούσε δυνατά, αλλά αυτός δεν το άκουσε είχε πάει για λίγο, να προμηθευτεί τα φάρμακα του πατέρα, που παράγγειλε στο φαρμακείο της γειτονιάς του. Ήταν ακριβά φάρμακα και έπρεπε να καταθέτει τη συνταγή μια μέρα πιο μπροστά. Τους εξυπηρετούσε μια φαρμακοποιός, φίλη από το σχολείο. Παρόλα αυτά με τις ανακατατάξεις στην υγεία και την περικοπή των πιστώσεων παρουσιάστηκαν προβλήματα με την προμήθεια των φαρμάκων. Δεν τα έβρισκαν, παρουσιάστηκε πιθανά τεχνητή έλλειψη, αναγκάστηκαν να τα προμηθευτούν με δική τους ευθύνη. Τα βρήκαν στο εξωτερικό, αλλά η τιμή τους ήταν απαγορευτική. Προτίμησαν να περιμένουν τις εξελίξεις, η φίλη τους έκανε την προμήθεια μετά από δύσκολη αναζήτηση, ενώ τους παρείχε πίστωση μέχρι να συνταγογραφηθούν. Για καλή τους τύχη οι δυσκολίες ξεπεράστηκαν, μετά από συντονισμένες ενέργειες του συλλόγου καρκινοπαθών. Ήταν δύσκολο για τον ασθενή να ταλαιπωρείται με την υγεία του και να φορτώνεται παράλληλα την αγωνία προμήθειας των φαρμάκων του. Με αυτές τι σκέψεις γύριζε στο σπίτι, όταν άκουσε το τηλέφωνο να χτυπά.
Η φωνή της Αλίκης, ακούστηκε στην άλλη μεριά της γραμμής.

-Ανδρέα μου τι κάνεις, σε καλούσα εδώ και ώρα, αλλά δεν απαντούσες.
-Πετάχτηκα μέχρι το φαρμακείο, συμβαίνει κάτι; Πώς είναι ο πατέρας, έμαθες κάτι νέο για την μάνα;
-Γι αυτό σε κάλεσα. Ο πατέρας σου κύλησε το βράδυ και τον πήγαμε στο Νοσοκομείο. Ανδρέα μου δεν είναι καλά, επιδεινώθηκε η κατάστασή του. Μπορείς να έρθεις σε παρακαλώ ;

Ακολούθησε μια παύση στο τηλέφωνο, μέχρι να συνέλθει ο Ανδρέας από το τηλεφώνημα. Στη συνέχεια επιβεβαίωσε τη θεία του, ότι θα πήγαινε αμέσως στο Νοσοκομείο. Ρώτησε αν ήταν κάποιος δίπλα του. Όταν πληροφορήθηκε ότι ήταν ένα από τα κορίτσια ανακουφίσθηκε προσωρινά, χρειαζόταν λίγο χρόνο για να ενημερώσει τα αδέλφια του.

Μετά από μια ώρα, ήδη βρισκόταν στον δρόμο για Θεσσαλονίκη. Είχε κακό προαίσθημα. Φοβόταν αυτή την εξέλιξη, όταν αποφάσισε ο πατέρας να πάει Θεσσαλονίκη για τη μάνα. "Τώρα είναι αργά, ας ελπίσουμε να είναι μια κρίση μόνο", σκέφτηκε. Ο δρόμος ήταν σχετικά καλός, ενώ υπήρχε αρκετό φως ακόμη της μέρας, για να ταξιδέψει χωρίς δυσκολία. Προτίμησε να πάρει το αυτοκίνητο του πατέρα του, μήπως θα μπορούσε να φέρει τη μάνα στο σπίτι, ίσως και τον πατέρα αν όλα πήγαιναν καλά. Αυτό το «ίσως», μόνο που το σκέφθηκε δεν του άρεσε καθόλου.

Ο πατέρας πάντα του έλεγε να προσέχει, η οδήγηση δεν ήταν παιχνίδι, "Ταξίδι είναι με αρχή και τέλος, όπως η ζωή". Το ανέφερε πάντοτε όταν επρόκειτο να κάνουν κάποιο ταξίδι ή το συνέδεε αν κάποιος από τους παππούδες δεν ήταν καλά στην υγεία του. Δεν ήταν μόνο αυτό, η οικογένειά τους χτυπήθηκε από τον θάνατο, όταν τους πήρε τη μικρή Λενιώ. Έλεγε και ξανάλεγε «Το ταξίδι έχει αρχή και τέλος, έτσι είναι η ζωή".

Κάθε φορά που κάποιος συνάδελφός του στο ορυχείο είχε κάποιο ατύχημα είτε τραυματισμό είτε έχανε τη ζωή του, δεν μιλιόνταν και πάντα η ίδια επωδός. Τον απασχολούσαν πολύ οι συνθήκες ασφάλειας στην εργασία του. Η δουλειά του ήταν ένα καθημερινό ταξίδι, με άγνωστο το δρομολόγιο της επιστροφής. Το συνέδεε πάντοτε με τον θάνατο. Είτε γύριζε σπίτι καλά είτε με κάποιο δυσάρεστο νέο, αυτός είχε δεδομένο ότι η δουλειά του ήταν καθημερινά δεμένη με τον θάνατο. Η τέφρα ήταν ο φορέας του καρκίνου και τα ατυχήματα το τελικό χτύπημα. Τραγικός ακουγόταν αλλά και αληθινός. Αυτόν δεν τον βρήκε ατύχημα αλλά ο θάνατος του χτύπησε την πόρτα με άλλο πρόσωπο, φορούσε την μάσκα του καρκίνου. Γι’ αυτό δεν προσπάθησε να σπρώξει κάποιον από τα παιδιά του στο ορυχείο.

Αντιμετώπιζε την κατάστασή του με θάρρος, συμφιλιώθηκε μαζί της, αλλά όχι με τις χημειοθεραπείες. Ήταν βέβαιος ότι προτιμούσε να φύγει απ’ αυτό το παιχνίδι μεταξύ ζωής και θανάτου. Είχαν προβληματιστεί πολύ ως οικογένεια, αν θα ακολουθούσαν τη θεραπεία με τις χημειοθεραπείες. Ο γιατρός όμως ήταν αμετακίνητος και τα περιθώρια των επιλογών τους, σχεδόν μηδενικά. Όταν μια μέρα ο πατέρας γύρισε στο σπίτι αμίλητος, πήγε κατευθείαν στο μπάνιο. Τον είχε ακούσει να κλαίει. Αργότερα έμαθε, ότι έχασε τον παιδικό του φίλο από καρκίνο στους πνεύμονες, σε ηλικία σαράντα πέντε ετών. Δεν είχε ακούσει παλαιότερα το κλάμα του, ήταν γοερό, έβγαζε πόνο. Τότε δεν το κατάλαβε, ήταν μικρός. Το ίδιο κλάμα άκουσε, όταν έχασαν τη Λενιώ τους. Τότε το ήξερε καλά, γιατί πονούσε κάθε φορά που τον έβλεπε σε απελπιστική κατάσταση, μετά από κάθε χημειοθεραπεία. Το ήξερε που ένιωθε ότι τον έχανε, κι αυτό τον πονούσε. Το ήξερε όταν κλεινόταν στο δωμάτιό του και έκλαιγε χωμένος στα σκεπάσματα. Το ήξερε εκείνη τη στιγμή γιατί δεν μπορούσε να οδηγήσει, θα χρειαζόταν ένα διάλειμμα λίγων λεπτών για να ξεσπάσει, να το αφήσει να φύγει, τον μπούκωσε.

Όταν σταμάτησε, συνειδητοποίησε ότι έφθασε στα διόδια της Χαλάστρας, έξω από τη Θεσσαλονίκη. Δεν το κατάλαβε πώς έφτασε τόσο γρήγορα. Από εκεί θα ήταν στο Νοσοκομείο σε μισή ώρα περίπου, ανάλογα με την κίνηση που θα έβρισκε. Προτίμησε να πάρει τον περιφερειακό, για να κατέβει προς το Νοσοκομείο, όταν θα έφθανε στο ύψος του Καυτατζογλείου Σταδίου. Είχε αρχίσει να βρέχει και ο δρόμος ήταν ολισθηρός, έκοψε λίγη ταχύτητα για ασφάλεια. Μόλις πέρασε τον Άγιο Παύλο, έκοψε δεξιά βγαίνοντας από τον περιφερειακό. Σε λίγα λεπτά θα ήταν εκεί.

Όταν έφθασε, βρήκε την Αλίκη να τον περιμένει στο προαύλιο καπνίζοντας νευρικά. Μόλις τον είδε πέταξε το τσιγάρο και κατευθύνθηκε προς αυτόν.

-Έλα Ανδρέα μου, καλώς όρισες. Να δούμε τι θα κάνουμε. Αυτή την ώρα είναι η Δανάη μαζί του. Τον τρέχουν για μια σειρά εξετάσεων, ενώ η κατάστασή του είναι δύσκολη. Είχε χάσει την επαφή με το περιβάλλον, αλλά ευτυχώς επανήλθε. Οι γιατροί δεν προσπάθησαν να μας κρύψουν τη θέση του. Βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο εξέλιξης της νόσου, έχει μεταφερθεί και σε άλλα ζωτικά όργανα, δεν υπάρχει ελπίδα. Το ξέρω, Ανδρέα μου, ότι είσαι προετοιμασμένος για τα χειρότερα, γι' αυτό τον λόγο σου τα λέω χωρίς προσχήματα. Ανησυχώ για τον ίδιο αλλά και για τη μάνα σου θα είναι μεγάλο το πλήγμα, είναι πολύ δεμένοι και βρίσκεται σε ευαίσθητη ψυχολογική κατάσταση. Ο Αργύρης φρόντισε με συνάδελφό του να την αναλάβει, για να τη βοηθήσει ν' αντιμετωπίσει την εξέλιξη των πραγμάτων. Την ενημέρωσαν ότι βγαίνει αύριο από τον Νοσοκομείο, θα τη φιλοξενήσω στο σπίτι, μη το σκέφτεσαι αυτό. Όλοι μας θα είμαστε στο πλευρό της. Θα φροντίσει ο Αργύρης, ως ο πλέον κατάλληλος να την προετοιμάσει.

Ο Ανδρέας την ευχαρίστησε με ένα φιλί και κατευθύνθηκε εσωτερικά στο Νοσοκομείο.
-Πάμε μέσα, της λέει, μην κάθεσαι άλλο έξω, κάνει ψοφόκρυο.

Ήταν μεγάλη εβδομάδα και οι ετοιμασίες στο χωριό ήταν εντατικές. Παράλληλα τα νέα έτρεχαν και η αγωνία για την υγεία του πατέρα ήταν μεγάλη. Ήθελε πολύ να βρίσκεται εκεί, στην αποθήκη μαζί με όλους να συντονίζει τις ετοιμασίες, πόσα κατσίκια, το κοκορέτσι, τα κρασιά, τα τσίπουρα, οι μουσικοί που θα έρχονταν, τα παιδιά που θα συμπλήρωναν το καρέ, οικογένεια, συγγενείς, προσκαλεσμένοι, όλα ήταν δική του ευθύνη. Τώρα τα έτρεχαν οι υπόλοιποι, ήταν βέβαιο ότι τον απασχολούσε, αν και βρισκόταν ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο ταξίδι. Από πολύ μπροστά είχε βάψει την αποθήκη, την καθάρισε, μετέφερε τα πράγματα σε άλλους χώρους, τακτοποίησε πού θα ήταν τα σκυλιά, ένα ρόντβαϊλερ, ένα λυκόσκυλο και πολλά κυνηγητικά. Τα δύο ήταν καλοί φύλακες, η συντροφιά του. Μαζί στο χωράφι, στα ζώα, στον μπαξέ, παντού κατά πόδας, όπου πατούσε από πίσω του. Είχε πάντα στο νου του πού θα έμεναν οι φιλοξενούμενοι, να ετοιμαστούν τα δωμάτια, κάθε οικογένεια χώρια και όλοι μαζί. Οι προμήθειες ήταν φροντίδα του Νικήτα, παλαιότερα αλλά και τώρα αυτός κανόνιζε. Όλα τα έξοδα δικά του, δεν έπαιρνε δραχμή από κανένα, όπως λένε. "Κιμπάρης", εγωιστής, περήφανος, ψυχή μεγάλη, σε όλους είχε να μοιράσει την αγάπη του. Στα μπατζανάκια του έστελνε κάθε χρόνο, λάδι, τυρί και μέλι. Δεν ήταν δικής του παραγωγής, αλλά είχε καλούς προμηθευτές που τους εμπιστευότανε χρόνια. Τα τελευταία χρόνια που εμφανίστηκε ο καρκίνος, μοιραζότανε τις δουλειές με τα παιδιά. Κανείς δεν του χαλούσε χατίρι γι’ αυτό το πανηγύρι. Ο Νικήτας εκείνη τη χρονιά αντέδρασε, ήθελε να φύγει αλλού με την Έλενα, αλλά όταν το ‘πε στη μάνα αυτή τον αποπήρε.

-Δεν βλέπεις την κατάσταση του πατέρα σου, δεν θα τα βγάλει πέρα μόνος του.

Αυτός από πείσμα δεν θα έπαιζε εκείνη τη χρονιά, αλλά δεν θα του πήγαινε καρδιά, λόγια ήταν. Δεν θα μπορούσε να χαλάσει το χατίρι του πατέρα. Και η γιαγιά που περίμενε πότε θα έπαιζε στο αρμόνιο το αγαπημένο της τραγούδι, πώς να την κακοκάρδιζε. Μαζεύονταν συγγενείς από σκόρπια μέρη, Πτολεμαΐδα, Κοζάνη, Νάουσα, Αμύνταιο, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Κρήτη, όπου μπορούσε να πάει το μυαλό.

Όταν έφθασαν στο δωμάτιο, βρήκαν τη Δανάη να είναι έξω στον διάδρομο, να συζητά με έναν γιατρό. Περίμεναν μέχρι να τελειώσουν και πλησίασαν. Εκείνη τους καθησύχασε, λέγοντας τους ότι η κατάστασή του ήταν ελεγχόμενη. Ο γιατρός της είπε ότι δεν μπορούσαν να προσφέρουν τίποτε παραπάνω και εκείνη την ώρα μετρούσε περισσότερο η ψυχολογία. Συνέστησε να τον πάρουν στο σπίτι του, το οικογενειακό περιβάλλον εκείνες τις μέρες του Πάσχα θα τον βοηθούσε περισσότερο, απ' ότι το Νοσοκομείο. Θα μπορούσε να πάρει εξιτήριο την επομένη, εφόσον δεν παρουσιαζόταν νέα επιπλοκή.

Τα νέα δεν ήταν ευχάριστα, αλλά συνέπιπτε η έξοδος της μάνας με του πατέρα. Θα μπορούσαν να φύγουν την ίδια μέρα για το χωριό, το ταξίδι τον προβλημάτιζε. Η άλλη επιλογή ήταν να έμεναν στης Αλίκης και να πήγαιναν όλοι μαζί τη μέρα της Ανάστασης. Ήταν βέβαιος όμως ότι ο πατέρας δεν θα το δεχόταν, θα ήθελε να βρίσκεται στο χωριό. Ίσως να είχε δίκιο, οι ετοιμασίες κουραστικές, αλλά του έδιναν ζωή. Δεν θα τον άφηναν ν' ασχοληθεί με τίποτε. Αρκούσε που θα είχε ενημέρωση και θα βρισκόταν εκεί κοντά τους.

Ο Ανδρέας επικοινώνησε με τους άλλους, τους ενημέρωσε για τα λεγόμενα του γιατρού και συμφώνησαν να τους πάει την επομένη στο χωριό. Ήδη οι ετοιμασίες έτρεχαν, ο Νικήτας έκανε και τα τελευταία ψώνια, οι μουσικοί έκλεισαν συμφωνία. Για τη μέρα του Πάσχα θα τους περίμενε ο Νικήτας στην Καρδιά, για να μην μπουν μέσα στην Πτολεμαΐδα και θα τους περνούσε μέσα από το ορυχείο για το χωριό. Δεν θα 'θελε ο πατέρας ν' ακυρώσουν την μάζωξη.





Νομίζω ότι είδα ένα αγριολούλουδο,
να φυτρώνει στον πεζόδρομο
κι ένα σαλίγκαρο,
με τη βροχή να φέρνει βόλτες.
Γνώριμοι μου φάνηκαν


και τους χαιρέτησα.


******


Χ. "Γνώριμα μέρη"


Από νωρίς μίλησε στο τηλέφωνο με τη μάνα ο Ανδρέας, για να την ενημερώσει ότι θα περνούσαν με τον πατέρα να την πάρουν κατά το μεσημέρι. Ήθελε να κερδίσουν χρόνο, να επικοινωνήσει ο Αργύρης μαζί της, όταν θα την επισκεπτόταν. Ήταν απαραίτητο να προετοιμαστεί για την κατάσταση του πατέρα, να το αντιμετώπιζε με δύναμη. Η διαδικασία του εξιτηρίου από το Θεαγένειο απαιτούσε λίγο χρόνο, μέχρι να ενημερωθούν από τους γιατρούς. Δεν ήξερε τι άλλο καλύτερο μπορούσε να κάνει. Τη μάνα την άκουσε καλά, αλλά επέμενε να τον ρωτά αν είναι όλοι καλά.

Η Ντίνα το βράδυ στον ύπνο της είδε τον ίδιο εφιάλτη, με τον βάλτο. Δεν μπορούσε να βγει απ’ εκεί, ενώ περιφερόταν άσκοπα με δυσκολία μέσα στα λασπόνερα, κάθε βήμα τη βούλιαζε περισσότερο. Είχε μια έντονη ενόχληση από το όνειρο, ενώ τη στενοχωρούσε που δεν ήρθε ο άντρας της, για να το συζητήσουν μαζί. Είχε ερωτήματα, αλλά δεν έβρισκε απαντήσεις. Η ίδια μετά την επέμβαση ένιωθε καλύτερα και ήταν αισιόδοξη. Με τα παιδιά που μίλησε ήταν όλα καλά. Για τη μάνα της στο χωριό, της είπαν ότι έστεκε στα πόδια της, ενώ τους ρωτούσε συνέχεια για την προετοιμασία του Πάσχα. Ο Κωνσταντής της είχε φανεί καλύτερα που την επισκέφθηκε την προηγουμένη. Τα μάτια του είχαν την ίδια ζεστασιά που ήξερε, καμία σχέση με την ένταση που εμφανιζόταν συνήθως, κάθε φορά που υπέφερε από τους πόνους, εξαιτίας αυτής της κακιάς αρρώστιας. Τι συνέβαινε λοιπόν;

Τις σκέψεις της διέκοψε ο Αργύρης που έκανε την εμφάνιση του ξαφνικά. "Περίεργο, ο Αργύρης εδώ, τέτοια ώρα;" σκέφτηκε. Εκείνος κάθισε δίπλα της, της πήρε μαλακά το χέρι, της το χάιδεψε, την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Την ρώτησε αρχικά πώς ένιωθε, αν είχε κάποια ενημέρωση από τους γιατρούς και άλλα. Όσο αυτός το γυρόφερνε τόσο την πιάνανε τα διαόλια. "Τι θέλει; Κάτι συμβαίνει…", αναρωτιόταν.
-Περνούσα σήμερα απ' εδώ, σκέφθηκα να κάνω μια μικρή στάση, να σε δω πριν φύγεις για το σπίτι. Θα ‘θελες να μείνεις κάποιες μέρες μαζί μας και να ανέβουμε μαζί στο χωριό; Μην ανησυχείς, θα κάνεις τις φυσιοθεραπείες εδώ, δεν θα υπάρχει θέμα. Ο Κωνσταντής δεν θα έρθει σήμερα απ' εδώ, ένοιωσε εξάντληση και προτίμησε να μείνει στο σπίτι. Είναι προτιμότερο εφ' όσον θα πάρεις εξιτήριο σήμερα. Την κατάσταση του άντρα σου την ξέρεις καλά. Όλα είναι δύσκολα γι' αυτόν. Ήθελε να έρθει, να βρίσκεται κοντά σου την ώρα της επέμβασης γιατί γνώριζε εκ των προτέρων τη δική του κατάσταση. Ένοιωθε ότι θα φύγει κάποια στιγμή και δεν το ‘θελε, χωρίς να σε δει, να προλάβει. Αυτό δεν θα το άντεχε και το γνώριζε. Γι’ αυτό τον λόγο πήρε δύναμη και ήρθε εδώ δίπλα σου, να βρίσκεται κοντά σου. Ο οργανισμός του όμως είναι ταλαιπωρημένος, δεν θα άντεχε. Τον ξέρεις, είναι αγύριστο κεφάλι. Υποθέτω ότι το γνωρίζεις πολύ καλά, είναι δύσκολα τα πράγματα γι’ αυτόν. Χθες είχε μια μικρή κρίση, σαν και αυτές που του συμβαίνουν τελευταία και τον πήγαμε στο Θεαγένειο. Σήμερα θα βγει και θα πάει στο σπίτι μας. Θα είναι μαζί του η Αλίκη. Ο Ανδρέας θα έρθει να σε πάρει, για να σε πάει από ‘κει. Έχει σημασία να ξέρεις την αλήθεια, για να μπορέσεις να τον βοηθήσεις. Σε χρειάζεται περισσότερο απ' όλους. Έχεις δύναμη, αυτή θα φανεί αρκετή για να δώσεις και σ' αυτόν, την έχει περισσότερο ανάγκη.

Όση ώρα εκείνος συνέχιζε να της μιλά, εκείνη δεν έλεγε τίποτα, δεν άκουγε, τον κοίταζε μόνο. Μόνο εικόνες έβλεπε, με τον Κωνσταντή της και τα παιδιά στο χωριό. Ήθελε να ταξιδέψει σ’ αυτές, όση ώρα μιλούσε ο Αργύρης. Το περίεργο ήταν ότι δεν θυμόταν το πρόσωπό του, τη χροιά της φωνής του, τα λόγια του, μόνο μια γλυκύτητα στην έκφραση ενός ανθρώπου που την μετέφερε με ηρεμία και γαλήνη στο ταξίδι της, με τις εικόνες που αγαπούσε.

Απρίλης, το Πάσχα είχε έρθει νωρίς εκείνη τη χρονιά .Οι δικοί της ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, η Λαμπρή γιορταζόταν με ευλάβεια, κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια. Επισκέπτονταν τα νεκροταφεία τους για να περιποιηθούν τους τάφους των δικών τους, αλλά τα μηχανήματα των ορυχείων τους στέρησαν αυτό το δικαίωμα, σκεπάζοντάς τα με χώμα. Η γιορτή της Ανάστασης του Λαζάρου συνδεόταν με την ανάσταση των νεκρών τους. Όμως από τότε που σκεπάστηκαν, μαζεύονταν στον όγκο των χωμάτων για να τιμήσουν τη μνήμη τους. Παλαιότερα, το βράδυ του Σαββάτου του Λαζάρου μαζεύονταν κι άναβαν φωτιές, τις πηδούσαν για το καλό και τραγουδούσαν. Την Κυριακή παρακολουθούσαν στην εκκλησία τα Νύμφια. Τις δάφνες που έπαιρναν τις φύλαγαν στο εικονοστάσι. Εκείνη τη μέρα μόνο ψάρια και σαλάτες έτρωγαν.

Η μεγάλη νηστεία ήταν τη Μεγάλη Εβδομάδα, πού να τολμήσουν να μη νηστέψουν, η μάνα κέρβερος, η δε παρακολούθηση της λειτουργίας ήταν καθημερινή υποχρέωση. Στα σπίτια γίνονταν ασπρίσματα, φεγγοβολούσαν το βράδυ με το φεγγάρι να συνοδεύει τα βήματά μας, μπουγάδες να λαμποκοπάνε τα ρούχα και τα λευκά, ζυμώματα για το καλύτερο τσουρέκι της Λαμπρής και ό,τι άλλα συγυρίσματα ή ετοιμασίες για τη γιορτή του Πάσχα. Μέσα στα καθήκοντα δεν έλειπε η φροντίδα της εκκλησίας για την καθαριότητά της. Όταν ερχόταν η Μεγάλη Πέμπτη, τα παιδιά στέκονταν στην ουρά για να μεταλάβουν, σπρώχνονταν να μη χάσουν τη σειρά, τους περίμεναν δουλειές στο σπίτι. Οι γυναίκες πλάθανε τα τσουρέκια και βάφανε τα κόκκινα αυγά. "Συμβολίζουν τη ζωή και τον θάνατο" τους έλεγε η γιαγιά, με σοβαρότητα που δεν δεχόταν αντιρρήσεις. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν κρεμμυδόφυλλα ή αμυγδαλόφυλλα για τη βαφή των αυγών, απέφευγαν τα χημικά χρώματα. Όταν ερχόταν το βράδυ, η κούραση δεν μετρούσε, το ξενύχτι για τη φύλαξη του εσταυρωμένου ήταν δεδομένο. Τη Μεγάλη Παρασκευή δεν γίνονταν δουλειές, ιδιαίτερα ράψιμο, σκάλισμα, κάρφωμα, και άλλα που συνδέονταν με τον σταυρό. Τα κορίτσια μάζευαν λουλούδια για τον επιτάφιο, όπως βιολέτες, τριανταφυλλιές, νάρκισσους, γαρίφαλα, τουλίπες και άλλα. Ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία το στόλισμα. Η ώρα της λιτανείας είχε κάτι το ιδιαίτερο και συγκινητικό, με τα εγκώμια και τις ψαλμωδίες. Έθιμο που κρατούσε χρόνια το προσκύνημα του επιτάφιου, με το πέρασμα από κάτω, το έφεραν οι παππούδες από τα μέρη τους. Αργά το βράδυ γινόταν η περιφορά του, οι εικόνες της Παναγίας, φανάρια και μεγάλες λαμπάδες ακολουθούσαν, με τον παπά, τους ψαλτάδες και τον κόσμο, όλοι τους μια κοινωνία. Η περιφορά γινόταν γύρω από την εκκλησία και στους δρόμους του χωριού. Τα παιδιά γκρίνιαζαν εκείνη τη μέρα, το φαγητό τους ήταν οι νερόβραστες φακές που συμβόλιζαν τα δάκρυα της Παναγίας, σύμφωνα πάντα με τη γιαγιά και τα μαρούλια χωρίς λάδι βουτηγμένα σε μπόλικο ξύδι. Το Μεγάλο Σάββατο χαρούμενη μέρα, με ένταση και κίνηση παντού, η ατμόσφαιρα φορτισμένη με ετοιμασίες για το Πάσχα. Υπήρχε η  συνήθεια από παλιά, το βράδυ να καίνε τον Ιούδα που είχαν γεμίσει τσουβάλια με άχυρα από την προηγουμένη. Στην Ανάσταση υπήρχε μεγάλη συμμετοχή. Μαζεύονταν από νωρίς το βράδυ, φορούσαν τα καθαρά ή καινούργια ρούχα τους, με τη λαμπάδα και το αυγό στο χέρι. Μετά την Ανάσταση τους περίμενε το στρωμένο τραπέζι με τη μαγειρίτσα της γιαγιάς, δεν ξεχνούσαν να τσουγκρίσουν τα αυγά. Η επιλογή τους ήταν αυστηρή, είχαν μάθει να διαλέγουν το πιο γερό, έτσι νόμιζαν. Την ικανότητα της επιλογής την απόκτησε ο Στέφανος από τον παππού του, κάθε χρόνο τα έσπαγε όλα τα αυγά.

Η Λαμπρή, γιομάτη αγάπη και συμφιλίωση, τους έφερνε όλους κοντά, συγκρατούσε τα μίση και τις διαφωνίες, ήταν η πιο λαμπρή μέρα του χρόνου, οικογενειακή γιορτή με μεγάλη αξία στον τόπο μας. Στη Διπλανάσταση πήγαιναν όλοι στην εκκλησία, φορούσαν καλά ρούχα, καινούργια, "για το καλό", λέγανε. Αντάλλασσαν ευχές και τα γλέντια με χορούς ακολουθούσαν. Το σουβλιστό αρνί ή κατσίκι δεν ήταν δικό μας έθιμο. Το συνήθιζαν οι Ρουμελίωτες και οι Μωραΐτες, αλλά μας άρεσε. Δεν έλειπε όμως από το τραπέζι το φουρνιστό, "το παραδοσιακό", όπως λένε, με σαλάτες μυζήθρες, αυγά, κρασί και τα κουλούρια της Λαμπρής, να συμπληρώνουν.

Δεν χρειαζόταν άλλο συνταξιδιώτη, μόνο τον Κωνσταντή και τα παιδιά της, έφθαναν, της αρκούσαν. Μέρες του Πάσχα, όλα σε οργασμό, η μάνα αρχηγός, ο Κωνσταντής παντού, παρακολουθούσε και συντόνιζε ό,τι γινόταν, τα παιδιά σαν τα μελίσσια. Χώριζαν τα ζώα που προορίζονταν για το Πάσχα, συνήθως δυο αρνιά και δυο κατσίκια, πάντα μια σούβλα για κοκορέτσι και μια για κοντοσούβλι. Από τον μπαξέ μάζευαν τα λαχανικά, για να τα πλύνουν καλά. Η μαγειρίτσα ήταν προνόμιο της γιαγιάς, παρά την ηλικία της αυτή την ετοίμαζε κάθε χρόνο. Μια χρονιά είχε ξεχάσει να βάλει ρύζι. Κανένας δεν τόλμησε να το πει, θα την κακοκάρδιζαν. Το σχολίαζαν αργότερα για να την πειράζουν και αυτή ξεκαρδιζόταν στο γέλιο.

-Αχ παιδάκι μου, πώς τα κατάφερα;  έλεγε και να το γέλιο γύρω της.

Έμεινε τώρα πλέον να το συζητάνε όταν έφθανε αυτή η μέρα. Το καθάρισμα στα έντερα, δυο-τρεις φορές πέρασμα από το νερό, το αναλάμβανε ο Κωνσταντής. Ήταν δική του ευθύνη. Τα όργανα της μουσικής και οι μουσικοί ήταν αποστολή των διδύμων, ενώ οι προμήθειες γενικά του Νικήτα. Πόσες φορές πηγαινοερχόταν χωριό- πόλη γιατί δεν γινόταν καλός προγραμματισμός, είχαν ξεχάσει κάτι να προσθέσουν στην παραγγελία. Δεν γινόταν να λείπει καρύκευμα  από τη συνταγή. Ο Στέφανος συνοδοιπόρος κοντά της  συμπλήρωνε ό,τι χρειαζόταν. Φρόντιζε να προλαβαίνει τις επιθυμίες της, δεν την άφηνε να κουραστεί. Ψευδαίσθηση όμως, αυτές οι μέρες ήταν για κούραση αλλά και για αγαλλίαση της ψυχής. Ήταν το μεγαλύτερο δώρο να μαζεύεται όλη η οικογένεια γύρω σου. Το πρόβλημα του Στέφανου ήταν που θα έπρεπε να δέσουν τα σκυλιά, όση ώρα θα κρατούσε το πανηγύρι. Πολλά άτομα μαζεύονταν και θα αγρίευαν. Όσες φορές είχε προσπαθήσει να τ' αφήσουν ελεύθερα στην άλλη την αποθήκη, ο παππούς δεν του το επέτρεψε, γιατί παλαιότερα του είχαν κάνει ζημιές στα τρόφιμα. Αυτός εκεί όμως επέμενε, δεν μπορούσε να τα βλέπει δεμένα. Όπου πήγαινε, γάτες, σκυλιά από πίσω του. Με τα πουλιά είχε άλλου είδους επικοινωνία. Είχε μάθει τις φωνές τους και τις μιμούνταν. Ξεχωριστό παιδί, με ευαισθησίες.

Όλα τα παιδιά της ήταν καλά, αλλά γίνανε άντρες και έτσι προσπαθούσε να τους βλέπει. Δεν της το επέτρεπαν να τους συμπεριφέρεται πλέον σαν παιδιά.

-Να σ' αφήσω εγώ, ακούει τον Αργύρη να της λέει.

Είναι αλήθεια ότι η παρουσία του την έκανε να χαθεί. Πώς τα κατάφερε να την κάνει να ταξιδέψει σε όμορφα μονοπάτια και να φύγει για λίγο από τα προβλήματα που μαζεύτηκαν στην οικογένειά της. Μακάρι να ερχόταν γρήγορα η ώρα που τα παιδιά θα της έφερναν χαρές.
-Στο καλό Αργύρη, ευχαριστώ!

*****



Ξέρετε άραγε πού θα βρω την έξοδο;
Δεν κρυώνω πια.
Δεν βλέπω φαντάσματα.
ταξίδεψα σε μέρη γνώριμα
που μου 'φεραν ζεστασιά.
Έδιωξα τον φόβο, σαν είδα φως.
Βιολιά, κιθάρες, πνευστά,
μου φάνηκε σαν να είδα τα παιδιά,
δεν φοβάμαι τίποτε πια.
Δεν κόντεψαν τα όνειρα,
πνίγηκαν σαν είδαν την αγάπη.
Στεφάνωσαν τα μυστικά,
μα στέρεψε το δάκρυ.
Κι αν έξω βρέχει,
πού είναι οι σταγόνες που περνούσαν άλλοτε στο τζάκι.
Τις μάζευα μια-μια στο τενεκεδένιο κεσεδάκι.
Πόσο θέλω να ποτίσω το χώμα στη γλάστρα,
να μη μαραθεί ο βασιλικός.
Πάσχα τώρα,
ανθοστόλιστες θα ‘ναι οι πασχαλιές και τ’ άρωμά τους χαρισμένο.
Κι αν ξεκλέψω μια αχτίδα φως, εκεί θα την παγιδέψω,
μήπως φυλακίσω λίγη χαρά, τον θάνατο να πλανέψω.
Με ένα κόκκινο αυγό, πασχαλινά βαμμένο.




*******







Θεσσαλονίκη, 8 Απρίλη 2015

Έφθασε στο τέλος του το πόνημά μου, που έγραφα σε ατέλειωτες ονειρικές ώρες. Ήρωές μου μια εξαμελής οικογένεια της περιοχής Πτολεμαΐδας.

Κεντρικό μου θέμα η καθημερινότητα της οικογένειας σε συνθήκες επιβαρυμένου περιβάλλοντος από τη μόλυνση της ατμόσφαιρας και οι ασθένειες που τη λάβωσαν, λόγω της τέφρας του ορυχείου της ΔΕΗ. Αλλά και η ανεργία που μαστίζει τον τόπο, εξαιτίας της κρίσης και οι σχέσεις των νέων με τις ανησυχίες τους έρχονται να συμπληρώσουν το πλάνο της καθημερινότητάς της.
Μεγάλη μου επιθυμία είναι να το μοιραστώ μαζί σας.

Ευχαριστώ τον Γρηγόρη Δάλλη, για το πλούσιο και αξιόλογο φωτογραφικό του υλικό από το ορυχείο της ΔΕΗ, την Παρασκευή Κηπουρίδου για τη συναίνεσή της να κάνω αναφορά στο ξεχωριστό κείμενό της, για την παλιά Χαραυγή.

Ευχαριστώ επίσης τη Μαρία Πάλλα, τη Νίκη Μιχοπούλου και τον Στέφανο Νούτσια για την πολύτιμη βοήθειά τους.

Ευχαριστώ ιδιαίτερα, όλους τους ανώνυμους εργαζόμενους, παλιούς και νυν, της ΔΕΗ, για τις πληροφορίες περί των συνθηκών εργασίας που επικρατούν μέχρι σήμερα στο ορυχείο, προκειμένου να αποκτήσω την ορθότερη άποψη για τη σωστή μεταφορά και απόδοση στο κείμενό μου.

Ίσως κατάφερα να σας μεταφέρω στις δύσκολες συνθήκες ζωής σ’ αυτή την περιοχή, κατοίκων και εργαζομένων, για να έχουμε εμείς την πολυτέλεια ν' απολαμβάνουμε την παροχή ρεύματος στο σπίτι μας, στη δουλειά μας, στην καθημερινότητά μας.

Έψαξα γύρω μου, χώθηκα σε λαγούμια,
λασπώθηκα, γεύτηκα την τέφρα του ορυχείου,
πήρα άλλο χρώμα
κι όταν μου είπαν ότι
δεν ήταν από ηλιοθεραπεία,
πρόσεξα
το δηλητήριο που άφησε το επισκεπτήριό του.
Γίναμε γνώριμοι με τον γιατρό μου,
όταν θα γίνουμε φίλοι θ’ ανησυχήσω.
Η μάνα στο σπίτι κι οι φίλοι στη δουλειά ρωτάνε,
"πήρες τα φάρμακα σου;"
Κι εγώ αποκρίνομαι,
"την επόμενη φορά που θ' ανατείλει ο ήλιος".

*******






Πηγές:

  • Για τους Γιατρούς χωρίς σύνορα http://www.msf.gr/
  • Τα Μικρασιάτικα Πασχαλινά Έθιμα:  mikrasiatis.gr/
  • Σχετικό θέμα για το ορυχείο της ΔΕΗ:
Κίτρινο ξημέρωμα


  • Σχετικό θέμα για τη λίμνη Βεγορίτιδα: 


   
  • Σχετικό θέμα για την Παλαιά Χαραυγή:
Χαραυγή, το χωριό που έδυσε για να φωτίσει την Ελλάδα,Παρασκευή Κηπουρίδου 



 "Εσείς, που χρόνια κολυμπάτε αμέριμνοι μπροστά στα μάτια μου, κάποια στιγμή θα βάλω τα κλάματα και θα σας πνίξω..."


Διάφορες εικόνες άρχιζαν να παίζουν θέατρο στα μάτια του, το ορυχείο, τα μηχανήματα, οι εργαζόμενοι, ο αδελφός του ο Νικήτας. Τι κάνει άραγε; Δεν τα είπαν καθόλου για τη νέα του δουλειά, ποτέ δεν την ήθελε, αλλά πήγε με τη θέλησή του. Δεν θα ξεχάσει που του ΄λεγε πάντα "αν εγώ βρεθώ εκεί μέσα τότε θα καταλάβεις ότι είμαι απελπισμένος". Όχι, δεν μπορώ να τον φανταστώ μέσα στην τέφρα, στο κάρβουνο, στη λάσπη, στις "πύλες της κολάσεως", όπως τ’ αποκαλούσε το ορυχείο. Κάτι πρέπει να γίνει να φύγουμε όλοι απ’ αυτήν την κόλαση. Τι είναι όμως αυτό;


                                                                                                                           ISBN : 978-960-93-7854-3

13 σχόλια:

  1. Και μονάχα η ενέργεια του γραψίματος έχει κι αυτή την αξία της. Σε ανεβάζει ανακινώντας μέσα σου αναμνήσεις και όνειρα, τα μετατρέπει σε έργο, κάνει τη ματιά σου πιο αιχμηρή, την ακοή σου πιο ευαίσθητη, ―αφουγκράζεσαι τα πράγματα γύρω σου―, k;anei την αφή σου ουσιαστική, ―ψηλαφίζεις τους χαρακτήρες―, ανοιγοκλείνει τα συρτάρια του νου, κτίζει γύρω σου άλλοτε οχυρά και άλλες φορές ανοίγει διάπλατα τα παράθυρα της ψυχής που παρέμεναν για καιρό σφραγισμένα. Σου δίνει την δυνατότητα να εντοπίζεις το ατομικό μέσα στο δημόσιο και το πολιτικό πλαίσιο. Γι’ αυτό Τάσο μου, γράφε. Η γραφή δεν θ’ αλλάξει βέβαια τα κακά που γίνονται γύρω σου, μπορεί όμως να επινοήσει μια γλώσσα για να διαβάζεις όσα συμβαίνουν μέσα σου…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Όταν θέλω να προσγειωθώ στην πραγματικότητα και να μην αισθάνομαι ξένο σώμα στη ζωή, με ένα τέτοιο κείμενο τα καταφέρνω.
    Τα απλά και καθημερινά της ζωής των ανθρώπων, έχουν σημασία. Αυτά για τα οποία ελάχιστοι έσκυψαν και ανέδειξαν σαν ιστορία των ανθρώπων.
    Πολύ με συγκινούν.
    Αναρωτιέμαι, αν το διάβαζα μετά από εκατό χρόνια, πως θα αναδείκνυε αυτή την περίοδο αυτού του τόπου. Την ανθρωπογεωγραφία του και τον τρόπο που βίωσαν τη ζωή τους οι άνθρωποι.
    Κρίνοντας αυτό φίλε Τάσο, πολύ θα ήθελα να το έχω στην διάθεσή μου ολοκληρωμένο το εγχείρημά σου.
    Το περιμένω φίλε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όσο νιώθεις πως η γραφή είναι η μπαταρία που κινεί την ψυχή σου, δούλεψε την. Στο τέλος θα σε αποζημιώσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τάσο κατ' αρχάς συγχαρητήρια! Είσαι γεννημένος γραφιάς!!!
    Λες και ήμουν μπροστά σε κινηματογραφική ταινία που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι την τελευταία λέξη. Αν έλειπαν κάποιες αναφορές στη σύγχρονη τεχνολογία θα σκεφτόμουν ότι αναφέρεσαι σε άλλες εποχές!
    Είναι που "η ιστορία επαναλαμβάνεται"
    Δύσκολες, άσχημες καταστάσεις αλλά με πρωταγωνιστές ωραίους ανθρώπους!
    Και πάλι συγχαρητήρια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. εύγε Τάσο..! σεναριογράφος και σκηνοθέτης μαζί..
    και όποιος σε γνωρίζει, μπορεί να εκτιμήσει πως ζεις μέσα από τα κείμενα σου..
    θερμά και άπειρα συγχαρητήρια για το πόνημα σου..!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Η αφηγηματική σου δεξιότητα φωτίζει σε βάθος τις εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις που βιώνουν οι άνθρωποι σε αυτήν την περιοχή.Ωραία η περιγραφή της ψυχοσύνθεσης των χαρακτήρων.
    Καλή συνέχεια Τάσο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Συγχαρητήρια Τάσο. Έχεις την ικανότητα να αποτυπώνεις με τη πένα σου το απόσταγμα της ζωής, με απλό και λιτό λόγο, δίνοντας ζωντανή περιγραφή των γεγονότων. Οι χαρακτήρες των προσώπων σου, μιλούν κατ' ευθείαν στην ψυχή. Συνέχισε το ταξίδι σου και εμείς θα γίνουμε συνοδοιπόροι στη πορεία αυτή.
    Εξάλλου ο Πάουλο Κοέλιο αναφέρει στον Αλχημιστή, πως<< Όταν θέλεις πάρα πολύ κάτι, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να τα καταφέρεις!!!!>>

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Θα χαρακτήριζα το διήγημά σου γροθιά στο στομάχι του καθενός από μας που αρνείται να δει πέρα από την καθημερινότητά του.Κάποιοι δε ανάμεσά μας πιστεύουν ότι κάνουν κάτι σπουδαίο αποτελώντας γρανάζια ενός μηχανισμού που τρέφεται με τις σάρκες συνανθρώπων μας.Πονάνε αυτά που γράφεις.Αυτό είναι το τίμημα όταν θέλεις ν'ανήκεις στους σκεπτόμενους

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Τάσο το διήγημά σου το βρίσκω εξαιρετικό.Η περιγραφή της κατάστασης που βιώνουν οι κάτοικοι της περιοχής, αντανακλά την απόλυτη αλήθεια. Οι χρακτήρες των ηρώων του πονήματός σου εξαιρετικοί,τα συναισθήματά τους ρεαλιστικά, βρίσκουν απήχηση στην καρδιά κάθε αναγνώστη, πόσο μάλλον στις ψυχές αυτών, που ζουν από κοντά την κατάσταση. Το σπουδαιότερο κατά την άποψή μου είναι πως πείθεις αβίαστα τον αναγνώστη πως συμπάσχεις με τους χαρακτήρες και δεν στέκεις σε μια γωνιά να παρακολουθείς απλά τα έργα και τις ημέρες τους. Πολλά μπράβο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Συγκλονιστικά όσα γράφεις Τάσο, όσο και ο τρόπος που τα περιγράφεις. Τρομακτικά τα αποτελέσματα των ορυχείων της ΔΕΗ. Μαύρος χρυσός, χωριά φαντάσματα, ζωές κατεστραμένες χωρίς μέλλον...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Μπράβο και στον Γρηγόρη Δάλλη - μια εικόνα χίλιες λέξεις -
    είναι μεγάλος φωτογράφος κατά την προσωπική μου άποψη ..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. από τον φίλο Θανάση Γαλάνη έλαβα στο e-mail μου το παρακάτω μήνυμα
    Φίλε Τάσο,
    Συγχαρητήρια για το έργο σου.Μου άρεσε.Με φόντο τις καθημερινές
    συνέπειες της κρίσης
    βγάζεις στην επιφάνεια ένα πρόβλημα κρυμμένο και ίσως άγνωστο στους
    πολλούς,ζωντανό όμως και
    κολλημένο στις πλάτες των ανθρώπων που ζουν εκεί και αδυνατούν να
    ξεφύγουν εύκολα απ΄τη μοίρα τους.
    Ο λόγος σου απλός και λιτός χωρίς περιττά φτιασίδια, όσο χρειάζεται
    περιγραφικός και επιδέξια αφηγηματικός.
    Δίνεις την αίσθηση ότι ζεις αυτό που περιγράφεις, συμπάσχεις με τους
    'ήρωες' ,οι οποίοι δεν μεμψιμοιρούν
    όταν η ζωή τους ποτίζει φαρμάκι,το πίνουν με καρτερικότητα και
    αξιοπρέπεια,ενώ ταυτόχρονα 'ζουν' τις
    μικρές -όμορφες στιγμές που τους χαρίζει.
    Διαμάντια οι εμβόλιμοι και αποφθεγματικοί στίχοι σου. Σε κάποιον από
    αυτούς μου ξέφυγε ένα δάκρυ!
    ΄Εμεινα, τέλος, με την εντύπωση ότι θα υπάρξει συνέχεια.
    Και πάλι τα συγχαρητήριά μου!
    Ο φίλος σου Θανάσης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή